Σάββατο 17 Μαΐου 2008
Το πρώτο βήμα…δύσκολο, ακόμα (1)
Υπομονή, κόρες...θα τελειώσει κι αυτό το ματς
Μπήκαν στο τρένο. Κάθισαν σε διαφορετικές θέσεις. Τα κορίτσια μαζί και η Ρούλα μόνη.
Ο πιστολάς προσπαθούσε να εξηγήσει στο παιδί, τι είναι τούτο το παιχνίδι που παίζουν οι μεγάλοι.
Ότι έχει θέλω και δε θέλω, άλλα λέω κι άλλα εννοώ, άλλα θέλω και άλλα κάνω τελικά, ότι έχει δε λέω όσα έχω στο κεφάλι μου…ότι…έχει κρύβω,θολώνω, μπερδεύω... δεν τα λέω όλα...φόρα παρτίδα...όχι όχι...ότι...
Το παιδί ζαλίστηκε. Ζήτησε να μάθει τους κανόνες του παιχνιδιού. Ο πιστολάς γέλασε και του χάιδεψε το κεφάλι.
«Δεν έχει κανόνες, καλό μου αυτό το παιχνίδι. Μάλλον οι κανόνες είναι διαφορετικοί κάθε φορά. Σάμπως ξέρω και ‘γω. Εγώ, δεν το κατάλαβα, τότε, το φοβήθηκα το θολό αυτό παιχνίδι, θύμωσα κι έφυγα. Δεν το έπαιξα, ποτέ ως το τέλος. Δε πας να ρωτήσεις την ξανθιά, που, κατά πως λέει, έχει αποφασίσει να παίξει αυτή τη φορά;»
Γύρισαν κι δυο, από μακριά να δουν την ξανθιά.
Βλέμμα απλανές, θολό σαν το παιχνίδι…κουρασμένο.
Δεν πήγε να ρωτήσει, το παιδί. Κοίταξε τον πιστολά…
«Όχι» του είπε. «Δεν είναι ώρα…Άστην, τώρα».
(2)
Έναν καφέ να μυρίζει, έναν ωραίο καπουτσίνο, μεγάλο, χωρίς κανέλλα και ένα κρύο περιποιημένο σάντουιτς με φρέσκο ψωμί και ωραία σαλάτα και ένα γλυκό, με σοκολάτα, λιωμένη και ζεστή.
Θα το βρω, θα με περιποιηθώ.
Το εντόπισε ιταλικό, ντελικάτο, μυρωδάτο με φρέσκα panini και γαλλικό touch, σουφλέ σοκολάτας.
Έδειξε στις κοκόνες το τραπέζι, χωρίς εξηγήσεις.
Εκείνη θα έκανε την παραγγελία. Την είχαν ζορίσει τα κορίτσια με τα μπούρου-μπούρου, τις μπηχτές και τα νάζια. Τι τις πήρε, μαζί;
Τέλως πάντων, όχι άλλα δύσκολα για σήμερα. Απλά καθημερινά και απολαυστικά, τώρα. Καφέ, σάντουιτς, γλυκό, τσιγάρο και ησυχία, ηρεμία. Χωρίς κουβέντες και σκέψεις. Κιχ, κορίτσια!
Συγκεντρώθηκε στο στόμα και στη μύτη της η Ρούλα και άφησε γεύσεις και μυρωδιές να εναλλάσσονται.
Έκλεισε και τα μάτια της. Ο κόσμος όλος ένας καπουτσίνο κι ένα panini. Απολαυστικό δεκάλεπτο.
Έστριψε τσιγάρο κι έκανε νόημα στο σερβιτόρο να της φέρει το ζεστό σουφλέ που θα ολοκλήρωνε το πάρτυ.
Αν και self-service το καφέ, το είχε ζητήσει ως χάρη η Ρούλα από τον Ιταλό να της το φέρει, μόλις θα τελείωνε το σάντουιτς της. Δεν της χάλασε χατίρι το καλό παιδί, «Si siniora» της είπε τραγουδιστά. Τα σαράντα την είχαν την αίγλη τους!
Άφησε το σουφλέ να αγγίξει τα χείλια της και να γλιστρήσει αργά στη γλώσσα και στον ουρανίσκο της. Να ευφράνει το μέσα της, να πλημμυρίσει την ψυχή της. Σοκολάτα, θεά. Γυναίκα θεά.
Άφησε δυο γουλιές καφέ για το τελευταίο τσιγάρο κι άρχισε σιγά, σιγά να επιστρέφει στη γη.
Ήταν έτοιμη για τουρισμό, ξανά.
«Κορίτσια θα σας πάω στον κήπο, τώρα. Με την όπερα, τους ακροβάτες και τους ξυλοπόδαρους. Στον κήπο το χρωματιστό με τις μουσικές. Θα σας αρέσει πολύ, θα δείτε»
«Μπα μας θυμηθήκατε, siniora Ρούλα;» την κάρφωσε ο πιστολάς
«Κοίτα… κόψε τις μπηχτές, Ζαχαρούλα, για θα σ’αφήσω αμανάτι στον Ιταλό και θα του πω να σε βάλει στη λάντζα, εντάξει;» της είπε η Ρούλα και απευθύνθηκε στο παιδί.
«Εσύ, μωρό μου θες να’ρθεις μαζί μου στον κήπο;»
Κούνησε, επαναληπτικά προς τα κάτω το κεφάλι της η Ζαχάρω και φόρεσε το πανωφόρι της.
Την πήρε η Ρούλα από το χέρι, χαιρέτησε από μακριά τον Ιταλό και βγήκαν στο δρόμο.
Η Ζαχαρούλα ακολούθησε με ύφος απορρημένο, αρκετά πιο πίσω.
«Μου την είπε, ρε παιδιά, η ξανθιά ή μου φάνηκε;»
Παρασκευή 18 Απριλίου 2008
(20)
Στάχτη και μπούρμπερη το όνειρο σαν τη μικρή Ζαχάρω, στάχτη και μπούρμπερη το όνειρο όλων των ενηλίκων.
Της γιαλαντζί πριγκίπισσας, του αγαπημένου της γιαλαντζί διαδόχου, των εφηβικών σωματοφυλάκων, της βασίλισσας της αγκιστρωμένης, μόνη πια στις πολεμίστρες, ακόμα και του ιππότη.
«Σήμερα το ‘ σπασες το χέρι;» τη ρώτησε με ειρωνικό χαμόγελο στο δείπνο, που του παρέθεσε η πριγκιπέσσα στην πόλη της, τρεις μέρες, αφού έβγαλε το γύψο. Άφωνη η Ρούλα, με την ερώτηση.
Κι όταν προσπάθησε ζαλισμένη να του εξηγήσει, πως το είχε σπάσει μια μέρα πριν, ο Γενικός παραιτηθεί για λόγους υγείας, ότι είχαν περάσει ένα μήνα παρέα και την ώρα που της έστειλε το μήνυμά για την απρόσμενη άφιξή του στην πόλη, εκείνη έβαζε το ξυπνητήρι για το ραντεβού με το γιατρό την επομένη… για την απελευθέρωση…αυτός κούνησε το κεφάλι, ξαναχαμογέλασε, ιπποτικά και συγκεντρώθηκε στο αθωνικό τυρί του .
Η Ρούλα κατάπιε το κρασί και τη τζούρα της σε μια προσπάθεια να τιθασεύσει το στόμα της. Να το κλείσει επιτέλους.
Μάταιο το εγχείρημα!
«Είναι απίστευτο!» του είπε. «Δεν πιστεύεις ότι έσπασα το χέρι μου. Νομίζεις, πως σου λέω ψέματα»
«Συ είπας!» της απάντησε, πανηγυρικά, με το χαμόγελο του θριαμβευτή.
«Ναι εγώ το είπα, γιατί εσύ φοβάσαι να το πεις. Αλλά φαίνεται, Παναγιώτη. Το βλέπω.»
« Ε, είπα σκαρφίστηκες, ακόμα μια δικαιολογία, μαζί με τις πολλές προηγούμενες, που μου έχεις πει για να με αποφύγεις τις τρεις αυτές φορές, που ήρθα να σε βρω στην πατρίδα.»
Περίμενε την επίθεση η Ρούλα. Δεν το είχε κρύψει ο ιππότης, ήδη από το μεταμεσονύχτιο μήνυμά του, που ανήγγειλε την άφιξή του στην πόλη, τρεις μέρες πριν.
«Μόλις, έφτασα στην πόλη σου. Εσύ, είμαι σίγουρος ότι θα λείπεις. Απλά σε χαιρετώ.».
Απάντησε, αγχωμένη η Ρούλα, ασκαρδαμηκτί. «Θα τα πούμε αύριο».
«Θα μείνω για πολύ λίγο εδώ», την έλουσε ψυχρά, ο άσπρος σίφουνας.
Πήρε το τηλέφωνο ο πιστολάς. «Να΄ναι ευλογημένο, Ser John», δάγκωσε με αξιοπρέπεια.
Τρεις μέρες, μην τον είδατε τον Παναή. Επικοινώνησε, πάνω σε τρία, ευτυχώς όχι τέρμηνα, ούτε χρόνια. Σε τρεις μέρες. Τον κάλεσε σε δείπνο η Ρούλα, στο ίδιο μαγαζί που τον είχε καλέσει και πριν έξι μήνες και δε φάνηκε.
Την περίμενε την επίθεση, αλλά τόσο άδικη, γερολαδάδικη, σαν του Αρτέμη Μάτσα, Θεός σχωρές τον, δεν την φανταζόταν.
«Δυο λεπτά, με συχγωρείς να πάω στην τουαλέτα» του είπε.
Το μέρος έσωνε την κατάσταση, όσο ήταν δυνατόν, σε αυτές τις περιπτώσεις.
«Σκατά τα κάναμε! Πού’ναι τ’ όνειρο; Τι μου το ‘κανες τ’ όνειρο μου, ρε Παναγιώτη;»
Τίποτα απ’ αυτά που είπα δεν ήταν ψέμματα, ούτε δικαιολογίες. Προσπάθεια αυτοπροστασίας ήντουνε απ΄τον άσπρο σίφουνα που ήρθε να τα σαρώσει όλα. Να τα πάρει όλα ο πατριώτης απ’ το πουθενά και χορτάτος να ξαναπετάξει, πίσω, στο πουθενά και να αφήσει την πριγκιπέσσα, σαν τότε να φωνάζει «Περιμέντετε, καλέ, περιμέντετε».
Και μαζί με τις δικαιολογίες και τα ψέματα, κατά σε, σκαρφίστηκα και κάθε είδους σαχλαμάρα, κάνοντας απεγνωσμένες, φλύαρες προσπάθειες για να σε προσεγγίσω. Μέχρι και τον Άνθιμο και το μακαριστό αρχιεπίσκοπο ενέπλεξα τελευταία, σε μια προσπάθεια να σε ακούσω.
Αλλά, εσύ, βράχος στο θρόνο σου, λακωνικός, σοβαρός ενήλικος. Ούτε δικαιολογίες, ούτε ψέμματα, ούτε σαχλαμάρες. Αφοπλιστικά, ψυχρά, ενήλικος και γαμημένα ειλικρινής, με το ιπποτικό φυλαχτό και τη βέρα σου, στο λαιμό…»
Επέμεινε ιπποτικά, μέχρι τέλους να πληρώσει το λογαριασμό.
«Δε θέλω τα γαμημένα τα λεφτά σου», πήγε να πει ο πιστολάς, θυμούμενος τη Ζαχάρω να ζητάει χάδια από τη μάνα κι αυτή να την ταϊζει. Η Ρούλα τη συγκράτησε, κατανοητικά, σαν μάνα προς κόρη. Κι αυτή ζητούσε χάδια από το Σπάνιο και ‘κεινος την τάιζε.
Δε θέλω να με κερνάς Παναγιώτη, θέλω να με τρατάρεις, όπως οι παλιοί οικοδεσπότες, με χαμόγελο, φιλόξενα και απλόχερα.
Άστο, δεν έχει νόημα και θα ξαναπονέσει. Εξάλλου, ότι και να πεις, δε θα το πιστέψει».
Σιώπησε η Ρούλα σε όλη την ποδαράτη διαδρομή, ως το ιπποτικό ξενοδοχείο.
Εκεί, κάπου στο τέλος της διαδρομής, κοντά στην πλατεία τον ρώτησε, αν ακούει ραδιόφωνο, εκεί μακριά. Άσχετο, ακούστηκε…
«Γιατί κάνεις, κάπου πρόγραμμα;» απάντησε σε μια προσπάθεια χοντρού, της πατρίδας χιούμορ.
«Όχι, ακόμα» είπε η Ρούλα…
Δεν του ΄πε ότι τον ρώτησε για να δει αν ακούνε, έστω τον ίδιο σταθμό, τα ίδια τραγούδια, αυτά που άκουγε η γιαλαντζί πριγκίπισσα, όλους αυτούς τους μήνες, κλαίγοντας για τη μισή ζωή, που ζούσε και για τη δεύτερη που δεν έχει.
Τις φύλαξε τις ερωτήσεις και τα τραγούδια της και το όνειρο. Σαν το στερνοπούλι, παθιασμένα.
Ήταν αυθεντικές κόρες της πατρίδας, οι δυο τους. Δεν ήταν, καθόλου, από το πουθενά. Αυθεντικές κόρες μιας πατρίδας κι ενός λαού, που δεν έχει, ακόμα, αποφασίσει να θυμώσει με συνέπεια. Ίσως γιατί, έχει μάθει να συμπονάει κι όχι να πονάει. Ή ίσως γιατί φοβάται να θυμώσει. Γιατί, δεν ξέρει να θυμώνει και να μένει. Και γι’αυτό παραχώνει και εκδικείται.
Δευτέρα 7 Απριλίου 2008
Τώρα
«Φύγε, φύγε μαλακισμένο!
Άσε με, ν’αναπνεύσω, να γράψω να παίξω. Φύγε, δε θα τα πάρεις όλα αυτή τη φορά. Δε θα σ’αφήσω να με φιμώσεις, να με ακινητοποιήσεις, πάλι...να με πονέσεις, να με εκδικηθείς, όπως έκανες τόσες φορές στον εαυτό σου…Δε θα σου δώσω την ευκαιρία να με παρηγορήσεις, να μου χαϊδέψεις στοργικά το κεφάλι, καθώς θα’μαι στον πάτο. Να μου πεις στα λεγα εγώ. Άστο! Είναι άγριο το παιχνίδι. Πονάει. Θα με προστατέψω αυτή τη φορά…δε θα σ’αφήσω να με βουλιάξεις, να μου δείξεις, να μου’ ξηγήσεις τ’ όνειρο!
Το έργο είναι δικό μου, τώρα…Και το έργο και το όνειρο! Δεν ξέρω τι θα γίνει αύριο και δε με νοιάζει. Δεν ανησυχώ… δε φοβάμαι τόσο, μην τυχόν πονέσω! Ξέρω. Θα πέσω και θα σηκωθώ, θα κλάψω, θα γελάσω, θα φωνάξω, θα χτυπηθώ, θα μπερδευτώ, θα συγκινηθώ θα εμπλακώ στο τώρα… Θα το χαρώ!
Κράτα το τότε σου… και το ύστερα μου, δε με νοιάζει. Δε θα το περιμένω. Θέλω να νιώσω, τώρα. Δε θα καταχωνιάσω, τίποτα πια. Δε θέλω άλλο κρύα πιάτα. Τα βαρέθηκα, δεν μυρίζουν είναι άγευστα!
Και δε με νοιάζει, τόσο τι θα πουν οι άλλοι. Πως θα φανεί, πως θα τους κάτσει, τι θα καταλάβουν; Δε μπορούν να αισθανθούν, για μένα. Ξέρω εγώ τι αισθάνομαι.
Μπορώ, μόνο να τους ακούσω και ν’αλλάξω ότι απ’ τη συμπεριφορά μου, μπορώ. Δε θ’αλλάξω, όμως τα συναισθήματά μου κι ας ακούγονται υπερβολικά. Δε θα τ’ αμφισβητήσω, επειδή δεν ταιριάζουν με των άλλων. Δεν μπορώ, άλλο να μην με ακούω
Δε θέλω, άλλο να ξυπνάω οχτακόσιες φορές τη νύχτα, φορτωμένη ενοχές γι’αυτά που δεν έκανα καλά και γι’αυτά που θα μπορούσα να είχα κάνει καλύτερα. Θέλω να κοιμάμαι ήσυχη ευχαριστημένη, γιατί δεν έχασα λεπτό κι έκανα όσα και όπως μπόρεσα. Δε θέλω, άλλο να με ταϊζω για να με κοιμήσω. Να με ταϊζω κρυφά, θυμωμένα να με μπουκώνω. Θέλω να ξυπνάω ξεκούραστη και πεινασμένη. Για ζωή.
Θα τις ανοίξω, θα της ξύσω, μόνη, τις πληγές μου θα τις φανερώσω και θα τις γλύψω, εγώ. Θα τις γιάνω. Τώρα ξέρω. Μπορώ.
Και τα σημάδια μου θα δείξω, τα παλιά… σε άλλους συνοδοιπόρους, μόνο σ’αυτούς που μπορούν να τα δουν, για ν’αναγνωριζόμαστε.
Θέλω να βράσω, μαζί. Με όλους μαζί στο καζάνι.
Άσε, με να πάρω τον τσαμπουκά σου, το χιούμορ σου, την αλήθεια σου. Δε μπορώ άλλο την ανυπομονησία σου, την ανησυχία σου, το φόβο σου για τα λάθη και την αποτυχία…τη ματαίωση, τη μαλακισμένη εμμονή σου για νίκες σίγουρες και για πρωτιές ανούσιες.
Εμπιστέψου, με μπορώ και σε θέλω, μαζί, γιατί ξέρω πόσο πονάει… να φοβάσαι μη φοβηθείς..
Από δω και πέρα δε θα σου εξηγήσω, τίποτα άλλο, δε θέλω να σε πείσω πια. Να ξέρεις, μόνο θα σε κλωτσήσω, όποτε πας να μ’εμποδίσεις. Εμπιστέψου, με κι αν θέλεις, έλα… δεύτερη δεν έχει!»
Τα ‘πε και ξεφόρτωσε!
Όπως τα’χε πει και στον ΑΛΛΟ, δυο βδομάδες πριν, τον παλιό αγαπημένο σύντροφο, μα τώρα πιότερο συγκάτοικο.
«Σκατά τα κάναμε!»
Τα’πε, τώρα και στην άλλη συντρόφισσα, την κατάδικη…αυτή μέσα της. Σχεδόν στην ώρα τους…δυο βδομάδες μετά, δυο βδομάδες χωρίς ιστορίες.
(19)
…Μέχρι που αριβάρισε το στερνοπούλι, από το glamorous fashion city .
Αγνώριστη, με το μπεζ, καμηλό, κοντό, σταυρωτό της σακάκι με το ιδιαίτερο λουλούδι στο ένα του πέτο, την αεράτη καρώ, μπεζ- λαδί σκοτσέζικη φουστίτσα της και τις ασορτί, σουέτ, ψηλοτάκουνες μπότες της..
Είχε να τη δει και καιρό η Ρούλα, την έχασε στην αίθουσα αναμονής του αεροδρομίου. Είχε πάει μόνη της να την πάρει, ήξερε ότι δε θα συγκρατιόταν καμιά από τις τρεις. Ούτε η Ζαχάρω, ούτε η Ζαχαρούλα, ούτε η Ρούλα. Και για κείνες και για το στερνοπούλι. Δεν ήθελε τον Σπάνιο στα πόδια τους.
Το είδε, το στερνοπούλι, όταν είχε φτάσει κοντά με το καρότσι της, γεμάτο δώρα…με την αγάπη της, καλά φυλαγμένη στις βαλίτσες της…και μια ενήλικη λύπη … Αχ, μια λύπη που δεν έχεις φανταστεί.
Το’ βρεξε το πάτωμα του αεροδρομίου, η Ρούλα. Το γέμισε σημάδια, αρμυρά και ζεστά. Την αγροικοίταξαν οι κυρίες με τις μπλε ποδιές. Μόλις είχαν σφουγγαρίσει…
Σημασία η Ρούλα, δεν το άφησε να αναπνεύσει το καμάρι και του λέρωσε και το μπεζ, μαλακό του, σακάκι.
«Ε, ε, beautiful,έμορφαα…» της είπε το στερνοπούλι. «Θα μας περάσουνε για ζεύγος, μόλις αφίχθη και η πτήση από τη Λέσβο. Άσε να κάνουμε και τίποτα στο σπίτι».
Στα ίσα της η πριγκιπέσσα, μετά το διαφορετικό χιούμορ του παιδιού, που μόλις, προ εξαμήνου, το’χαμε υποδεχτεί στον, ανατριχιαστικά πραγματικό, κόσμο των ενηλίκων.
Μεγάλωσε, το καμάρι τους, σε μια νύχτα μέσα. Τη νύχτα των παγωμένων στυλών άλατος και της γαμημένης της τεχνολογίας που μας απελευθερώνει, δίνοντάς μας άπειρες επιλογές.
ΝΑ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΗΣΟΥΜΕ, από μακριά και με ασφάλεια.
Με τα μικρά μας εύχρηστα τηλεφωνάκια, χωρίς να βλέπουμε το σάστισμα, την παγωμάρα, αλλά και με μηνυματάκια, προκάτ, καλά σχεδιασμένα, φοβισμένα αφού... Δεν αντέχουμε ούτε ν ’ακούσουμε το τρέμουλο της φωνής, τα λόγια που χάνονται, ούτε να μυρίσουμε τον πόνο και τον ιδρώτα της αγωνίας και της απέραντης λύπης για την απώλεια, ούτε να δούμε το δάκρυ.
ΝΑ ΜΙΛΗΣΟΥΜΕ και να πούμε, όσα φοβηθήκαμε και τα λοιπά, που τα ‘παμε ένα θαρραλέο βράδυ, γεμάτοι από απόφαση και αλκοόλ να τα ξεχάσουμε, στη μνήμη του μικρού μας alter ego, τυχαία να αιωρούνται, να εννοηθούν και ν’αφήσουν μετέωρους τους αγαπημένους μας, που ήξεραν ότι η αλήθεια πονάει, αλλά δεν μπορούσαν να φανταστούν, πόσο!
Ήταν υποψιασμένη από χρόνια η μικρή και τελευταία μυημένη στη νέα, διαφορετική επικοινωνία. Την ήξερε, την έπαιζε στα δάχτυλα…μα εκείνη τη νύχτα δεν την άντεξε.
Και πήρε τρένα και γιοφύρια και λίμνες…και πήρε τα βουνά.
Και πήρε και τη Ρούλα και επικοινώνησε, όπως παλιά παραδοσιακά. Αφέθηκε, χύθηκε. Με κείνη την ειλικρίνεια του απογυμνωμένου… Δεν είχε, τίποτα, άλλο να χάσει.
Βαρέθηκε να προσποιείται το καμάρι μου. Δεν ήθελε να κρύψει τίποτα, δε μπορούσε. Άφησε τη Ρούλα να τα δει και να τα ακούσει και να τα μυρίσει, όλα. Και την αγωνία και τη λύπη και τον πόνο και την απογοήτευση. Και το τεράστιο γιατί, για την απώλεια και τη βαρβαρότητα του πολιτισμένου της σερβιρίσματος.
Και ‘κλάψαν πολύ για ώρα οι δυο τους, μαζί.
Και με τη Ρούλα να κρατάει σφιχτά, να χαϊδεύει και να σκουπίζει, με αγωνία, το παραδοσιακό, παλιό αγαπημένο, σταθερό της τηλέφωνο.
Κυριακή 6 Απριλίου 2008
(18)
Με τον σπάνιο αγαπημένο διάδοχο να κάνει τη μία, τη δικιά του δουλειά, στην τρύπα και να έχει αναλάβει πελάτες, οφειλέτες και το μαγείρεμα του επιούσιου, και τη Ρούλα στο τσιμέντο. Ο καθείς εφ’ω ετάχθη σ’ αυτή τη ζωή!
«Όπως τρέχει το νερό, έτσι να τρέχει, η δουλειά σας…και ‘σεις», πραγματοποιήθηκε η παλιά ευχή της βασιλομήτωρος. Έτρεχαν και δεν έφταναν και οι δυο, σιωπηλά. Ο καθένας απ’ το πόστο του. Θυμήθηκε η Ρούλα, αυτούς που έβλεπε να τρέχουν από παιδί. «Γι αυτό;» αναρωτήθηκε. Όχι, όχι εκείνοι ήταν… τρέχαν χαρούμενοι, γελαστοί. Δε μπορεί να ‘ταν για την κωλοεφορεία και την τράπεζα.
Σιωπηλοί και θυμωμένοι ‘τρέχαν η πριγκιπέσσα και ο διάδοχος. Ο καθένας για τους δικούς του λόγους , ο καθένας μόνος. Αναγκαστικά όμως, όσο και να προσπαθούσαν να το αποφύγουν, σκόνταφταν ο ένας πάνω στον άλλο, στην κουζίνα ΤΗΣ ΜΑΜΑΣ!
Ευλογημένο το προικώο. Δυο πόρτες και δυο τουαλέτες…αλλά μια κουζίνα.
Ήταν οργανωτική και προνοητική η μάνα, ήξερε το δυο πόρτες έχει η ζωή, της το’χε τραγουδήσει δυο τρεις φορές κι ο μπαμπάς μας, ζήτησε δυο πόρτες και δυο τουαλέτες σε κάθε όροφο του παλατιού. Η δεύτερη κουζίνα, όμως της ξέφυγε…ο πατέρας δε μαγείρευε. Πού να φανταστεί ότι θα της πέσει «σαν γαμπρός», τόσο σπάνιος, που όχι μόνο θα του αρέσει να μαγειρεύει, αλλά και θα απαγορεύει στους πάντες να ακουμπάνε τα πράγματά του. ΤΗΣ ΚΟΥΖΙΝΑΣ ΤΟΥ!
Η γιαλαντζί, όλη τη βδομάδα, έφευγε το πρωί και γυρνούσε, γύρω στις οχτώ, γκρι από το τσιμέντο. Ήθελε, να φάει και να κοιμηθεί, μόνο. Τσιμέντο, μαμ, κακά και νάνι ήταν ο τίτλος της χρονιάς εκείνης… ξεχωριστό κεφάλαιο, στη ζωής της.
Ο Σπάνιος ανέβαινε απ’ τη δικιά του τρύπα, κατά τις έξι, έτσι ώστε να προλάβει να μαγειρέψει τον επιούσιο εν ηρεμία, να φάει και στις οχτώ που θα επέστρεφε το γκρι τέρας να είναι ήδη στην αγκαλιά του Μορφέα, στο αγαπημένο του καναπεδάκι, στο σαλόνι, συντροφιά με το 4Ε, το TV 100 ή τις πάσης φύσεως εκπομπές τηλεμάρκετινγκ ΣΤΗ ΔΙΑΠΑΣΩΝ!
Με το που έμπαινε η Ρούλα από τη δικιά της πόρτα και αντάμωνε το σύνηθες ηχητικό σκηνικό να την αρπάζει απ’ το λαιμό απ’ την άλλη μεριά του σπιτιού, ξανάκλεινε την πόρτα, ενστικτωδώς. ΟΠΙΣΘΕΝ!
Κοιτούσε, τότε, η Ζαχάρω, ενστικτωδώς κι αυτή, προς τα πάνω. ΜΑΜΑ, ΜΑΜΑ ΜΟΥ! Με την πρώτη λάμψη, όμως του βασιλικού στέμματος και του σκήπτρου έμπαινε στο προικώο ελπίζοντας στον από μηχανής θεό…θα φαινόταν κάποια στιγμή. Ήταν σίγουρη.
Πήγαινε, κατ’ ευθείαν στο σαλόνι με το μπουφάν και την τσάντα στο χέρι. Έκλεινε την τηλεόραση, του ‘ριχνε μια υποτιμητική ματιά κι έκλεινε και την πόρτα του σαλονιού…και της κουζίνας. Το προικώο ήταν όλο μια πόρτα…με διαρρύθμιση τρένου. Ο καθείς στην κλινάμαξά του…Από το σαλόνι του διαδόχου, έως τα ιδιαίτερα της πριγκιπέσας μεσολαβούσαν τέσσερεις πόρτες και ένας αρκετά μακρύς, στενός διάδρομος.
Όλη τη βδομάδα το τρένο τους ταξίδευε, με ασφάλεια, χωρίς κακά συναπαντήματα.
Τα Σαβατοκύριακά, όμως…φουλ του εκτροχιασμού!
Απ΄το μεσημέρι και μετά.
Το πρωί, ο διάδοχος ήταν στην υπόγα και η πριγκιπέσα σε βαθύ ύπνο, προσπαθώντας να ανανήψει. Το μεσημέρι ανέβαινε για να μαγειρέψει. Στο φουλ όλα! Φώτα, τηλεόραση, απορροφητήρας, ραδιόφωνο και… πόρτες παράθυρα, ορθάνοιχτα. Η πριγκιπέσα ήθελε σκοτάδια, ζέστη και ησυχία κι ο διάδοχος φως, κρύο και φασαρία… Absolutely compatible, φτου σας να μην σας ματιάξω!
Η Ρούλα χωνόταν στο γραφείο, έβαζε μουσική και έπαιζε ΖΟΥΜΑ, ένα ηλεκτρονικό στον υπολογιστή, η μόνη όαση, εκείνης της χρονιάς.
(17)
Όλα τα παλιά τιμήματα, ζητούσαν πληρωμή, εκείνο το φθινόπωρο.
Κι όπου χαρά η Βασίλω πρώτη…έσκασε, που να μην έσωνε και η κωλοεφορεία. Δέκα χιλιάρικα, όχι παλιά, καινούρια λεφτά. Το κράτος βρισκόταν σε δεινή οικονομική κατάσταση. Έπρεπε όλοι να συνδράμουν, όσο μπορούσε ο καθένας. Κι αυτοί οι δυο μπορούσαν. Μπορούσαν απ’ τα τριάντα χιλιάρικα που ‘βγάλαν με τα νύχια όλη τη χρονιά να δώσουν τα δέκα. Είχαν πάρει και αυτοκίνητο, καινούριο! Με μια μικρή προκαταβολή και 48 άτοκες, γαμημένες δόσεις. Μπορούσαν. Μέναν, βέβαια σε ενοίκιο, ένα χουρντά αυτοκίνητο είχαν πριν, αλλά παιδιά σκυλιά δεν είχαν.
Μπορούσαν.
Πιάστηκαν σαν τους μαλάκες τα πιτσουνάκια. Τερτίπια λογιστικά δεν ήξεραν, φαινόταν όλα τα έσοδά τους να είναι της Ρούλας, ένεκα του, μόνο, συνταγματικά κατοχυρωμένου σεβασμού «στο πιστεύω» του κάθε πολίτη αυτής της κωλοχώρας, που μας γέννησε. Τα γάμησε, ακόμα μια φορά, η Ελλάδα τα παιδιά της, ομόθρησκα και αλλόθρησκα. Δις…δεκά εκείνο το φθινόπωρο και οχτώ το επόμενο, σε περίπτωση που δεν το νιώσατε, δεν το χαρήκατε, παιδιά μου!
Μες στη ζαλούρα η Ρούλα έκανε το προικώο άνω κάτω, ένα Σαββατοκύριακο, έτσι για να ταιριάζει με το κεφάλι της…και βρήκε τις γαλότσες της και το γκασμά της.
Έπιασε δουλειές…δυο δικές της και μια βοηθητική στο Σπάνιο διάδοχο. Ολημερίς και ολονυχτίς γκασμάς, ατελείωτος.
Χάθηκε απ’ τα φιλολογικά απογεύματα του beaute κι απ’ τη γιάφκα κι απ’ όλους. Γιαπί και πάλι γιαπί, μαζί οι δυο τους…Σχεδόν μαζί…
Παρασκευή 4 Απριλίου 2008
(16)
Οι δυο αγαπημένοι αποφάσισαν να κάνουν ανακωχή. Να μη δώσουν, άλλο αυτή τη μάχη.
Τους έτρωγε τόσες δυνάμεις, που πήγαιναν ξεβράκωτοι και κατάκοποι, σε όλες τις υπόλοιπες. Φοβόταν, βέβαια και οι δυο μην εκληφθεί η ανακωχή, ως άνευ όρων παράδοση… αλλά κατέστρωσαν σχέδιο οργανωμένο, μαζί.
Θα απολάμβαναν, μόνο το προνόμιο της βασιλικής στέγης. Εξάλλου η γιαλαντζί πριγκίπισσα πλήρωνε εδώ και χρόνια την κωλοεφορία για το προικώο, χωρίς να παίρνει δραχμή από τα ενοίκια. «Εμένα δε με συμφέρει να το νοικιάζω. Ότι παίρνω το δίνω στις φθορές και στις επισκευές. Άσε που πρέπει να καθαρίζω και τις βρωμιές, που αφήνουν φεύγοντας. Όχι να πληρώνω και την εφορία για το δικό σου το καπρίτσιο» της πετούσε στα μούτρα η βασίλισσα, σε κάθε ευκαιρία.
Τίποτα άλλο, όμως πέρα από τη βασιλική στέγη δε θα ζητούσαν και δε θα δέχονταν. Ταπεράκια, συμβουλές, γνώμες λόγω εμπειρίας, ιδέες για το καλό τους…Τίποτα άλλο.
Κι ήρθε ο χειμώνας κι ήρθε η κακοκαιριά και άρχισαν τα ανοίγματα της αλληλογραφίας «Λογαριασμοί είναι , βρε παιδί μου, τι προσωπικά δεδομένα!» και οι επισκευές στο δεύτερο «Να το συμμαζέψουμε, βρε παιδί μου. Τα ξένα χέρια είναι μαχαίρια, που λέει και το τραγούδι. Θέλουμε να το κάνουμε, όπως ήταν, όταν σε παρακαλούσα να’ρθεις. Για σας, γιατί σας αγαπάμε.»
Κόλπος της ήρθε της Ρούλας, όταν γύρισε μια μέρα από τη δουλειά και της είπε ο αγαπημένος της Σπάνιος, ότι ανεβαίνοντας το μεσημέρι στο σπίτι, είδε έναν, άγνωστο, άνθρωπο να τρίβει τα κάγκελα του μπαλκονιού. «Ποιος είσαι;» τον ρώτησε με κόπο… ταλαιπωρημένος, ο αγαπημένος της. «Ο μάστορας» του είπε «Θα βάψουμε τα κάγκελα»… Πως μπήκες, ποιον ρώτησες, με ποιο κλειδί δεν τον ρώτησε.
Άφωνοι και οι δυο κοιτάχτηκαν στα μάτια. «Και τώρα… τι;» ψέλλισε, μετά από λίγο η Ρούλα. Ο αγαπημένος της δε μίλησε, μόνο κούνησε το κεφάλι. Είχε δίκιο… Τι να πεις και σε ποιον!
Θυμήθηκε η Ρούλα το σωματοφύλακα. «Πολύ τον ζορίζεις το Σπάνιο» της είχε πει, όταν ανακοίνωσε, ότι του πρότεινε να μετακομίσουν στο παλάτι κι αυτός δέχτηκε. «Τζάμπα τη λέγαμε χιτλερίσκο τη βασίλισσα, τόσα χρόνια. Πως θα γλιτώσετε από τα νύχια της;»
Για επίλογο, της ξαναθύμησε τα παλιά. Ήταν παραδοσιακός ο σωματοφύλακας, το παραδεχόταν και ο ίδιος.
«Μεγάλοι άνθρωποι είμαστε πια» του είπε η Ρούλα «Αν δε μπορέσουμε και τώρα να προστατεύσουμε εαυτούς, μάλλον σημαίνει, ότι μας αξίζουν τα παλιά»… «Πρέπει να την αντιμετωπίσω τη βασίλισσα, επιτέλους. Κουράστηκα να φεύγω» του είπε η Ρούλα.
(15)
…«Ας είναι. Απ’ τ’ ολότελα καλή κι η Παναγιώταινα, μόνο να μην είναι ασπρομαλλούσα. Σε καλό δρόμο είμαστε. Μακρύ και δύσβατο, αλλά καλό» είπε ο ξανθός της άγγελος…
…Κι ήρθε ο χειμώνας, ήρθε η κακοκαιριά και πάλι ξανάρθανε τα κρύα. Πολικές οι θερμοκρασίες στο δεύτερο του παλατιού. Η συνήθης αναδουλειά του φθινοπώρου, οικονομική δυστοκία και η βασίλισσα στο σβέρκο τους.
Είχαν αποφασίσει να μετακομίσουν στο παλάτι στα μέσα του καλοκαιριού. Το’χαν προσπαθήσει πολύ όλα αυτά τα χρόνια, με νύχια και με δόντια να μείνουν μακριά της.
Η βασίλισσα, που ήξερε ότι η ζωή είναι, καθόλου, ωραία και πολύ δύσκολη, αφού εκβίασε στην αρχή ψυχολογικά και οικονομικά, την πριγκιπέσσα και το Σπάνιο, ανέχτηκε εν τέλει με στωικότητα την επιλογή του «από μακριά κι αγαπημένα… όσο γίνεται.». Ήξερε εκείνη ότι δε θα τα καταφέρουν τα πιτσουνάκια και θα ξαναγυρίσουν μετανιωμένα στην αγκαλιά της.
Το’λεγε πότε, πότε στη Ρούλα, μόνο. Αναφερόταν, βέβαια σε άλλα παιδιά και άλλες μάνες, της γειτονιάς, που της παραπονιόταν ότι τα παιδιά τους έμεναν μακριά τους. Τις παρηγορούσε η βασίλισσα τις μάνες, σοφά, «Μη στενοχωριέσαι, δε θα τα καταφέρουν και θα γυρίσουν», τις έλεγε. Όποτε, άκουγε το σοφό απόφθεγμα, η γιαλαντζί πριγκίπισσα γινόταν τούρμπο, τούρμπο με τη στενοκεφαλιά και την τσιγκουνιά της μάνας που παρακαλάει τα παιδιά της να μην τα καταφέρουν, για να τα ‘χει δίπλα της. Να μπορεί να τα βοηθάει, να τα χαϊδεύει. Θαρρείς και διακόσια χρόνια είναι, αυτή η ρημάδα η ζωή.
Παρόλα ταύτα, η βασίλισσα νίκησε.
Πέμπτη 3 Απριλίου 2008
(14)
Αυτά προσπάθησε να εξηγήσει η Ρούλα εκείνο το καλοκαίρι, αρνούμενη να συζητήσει την επιλογή του ξανθού. Ο ξανθός άγγελος μαχητικός από παιδί δεν παρέδωσε εύκολα τα όπλα.
Ξαναχρησιμοποίησε τις πηγές. Δεκάδες περιοδικά που μιλούσαν για τους χρωματικούς συνδυασμούς μαλλιών και δέρματος. Επικουρικά στοιχεία για την περιποίηση μαλλιών και επιδερμίδας. Εκεί σαν να την είδε να ακούει τη Ρούλα… Πανηγύρισε σιωπηλά και σκέφτηκε ότι ήρθε η ώρα για το παιδαγωγικό σοκ…Το ζωντανό παράδειγμα!
Καθιέρωσε ένα παιχνίδι στη θάλασσα και στην πόλη, στις νυχτερινές τους εξόδους. «Βρες την ασπρομάλλα σαραντάρα, αυτό το καλοκαίρι και κέρδισε». Αφού έπαιξαν δυο βδομάδες, το παιχνίδι έχασε εντελώς το ενδιαφέρον του, μια που δεν υπήρξε νικητής. Μετονόμασε ο ξανθός άγγελος, το παιχνίδι σε «Βρες την ασπρομάλλα γυναίκα, αυτό το καλοκαίρι και κέρδισε», αναπτερώνοντας τις ελπίδες της Ρούλας. Τζίφος και το μετονομασμένο παιχνίδι.
Τελειώνοντας, τα λεφτά, οι διακοπές, οι πηγές, οι επικουρικές πληροφορίες και τα επιχειρήματα του ξανθού αγγέλου, άμα τη επιστροφή στην πόλη και στο παλάτι για το χειμώνα, την είδε την ασπρομάλλα γυναίκα, πρώτη ο ξανθός άγγελος να τις χαιρετάει από τα δώματά της. Ασπρομάλλα και γελαστή η βασίλισσα τις περίμενε και τις φίλεψε.
Κέρδισε το παιχνίδι ο ξανθός άγγελος και η Ρούλα έπρεπε να τηρήσει τη συμφωνία.
Ψέλλισε κάτι για σικέ παιχνίδι… Άφησε το αγγελικό, πήρε το ύφος του έκπτωτου συγγενή ο ξανθός άγγελος και επέμεινε, σθεναρά. «Τέλος, θα βάψεις τα μαλλιά σου ότι χρώμα θέλεις, εκτός από κόκκινα, αλλιώς, εγώ δε θα σε ξανακυκλοφορήσω. Στα Κ.Α.Π.Η, αλλιώς με τους συνομήλικούς σου. Μου κόβεις και τα τυχερά, βρε παιδί μου.»
Υπέκυψε η Ρούλα. Τα έβαψε. Μαύρα, κορακί.
«Παιδεύτηκες, πολύ καλό μου για να το βρεις το χρωματάκι; Ωραίο. Σε φωτίζει κιόλας!
Η Ρούλα κατίμαυρη από τις πολυήμερες διακοπές, με το κορακί μαλλί της ήταν έτοιμη για το φορτηγό με τις πατάτες
(13)
Έκοψε και τα μαλλιά της η Ρούλα, κοντά, καρφάκια για να υποδεχτεί το καλοκαίρι και να τιμήσει τη Ζαχάρω και τη Ζαχαρούλα τις κόρες της, τις κοντοκουρεμένες.
Καρφάκια και άσπρα τα μαλλιά της Ρούλας και για τη μάνα, τη βασίλισσα, που δεν κοίταξε, μέσα της… το δικό της παιδί, το στερημένο από χάδια και πήρε το ρίσκο και τη γέννησε.
Πέρασε το πιο ανέμελο καλοκαίρι, ως τότε. Με τον ξανθό της άγγελο στην παραλία να προσπαθεί να την πείσει να ξαναβάψει τα μαλλιά της. Όχι κόκκινα αυτή τη φορά. Ξανθά! Ένοχα…Δεν το’ξερε το λεξικό ο ξανθός άγγελος, πού να το δει; Δεν κυκλοφορούσε στο εμπόριο. Από χέρι σε χέρι και από γιάφκα σε γιάφκα, μόνο, αν ήσουν τυχερός, το ‘βρισκες.
Η εξήγηση του λήμματος ήταν λακωνική, χωρίς περιστροφές. Δεν χωρούσε δεύτερες ερμηνείες.
Ξανθό μαλλί: Κιτς-κατινίστικο. Ψεύτικο. Ένοχο.
Όλα τα κιτς- κατινίστικα ήταν καταχωρημένα στην ίδια σελίδα με τον υπέρτιτλο ΑΠΑΓΟΡΕΥΜΕΝΑ.
Κόκκινο νύχι: Κιτς-κατινίστικο. Κραυγαλέο. Προκαλεί απαξιωτικά σχόλια, διανθισμένα με τιμωρητική διάθεση .
Μυτερό παπούτσι: Κιτς- κατινίστικο. Υποκατάστατο…του κατσαριδοκτόνου, για τις γωνίες του σπιτιού.
Ψηλά τακούνια: Κιτς-κατινίστικο. Άβολα. Έχουν πεταχτεί στον κάλαθο των αχρήστων, παλαιόθεν, μαζί με τα σουτιέν μας. Προκαλούν το γέλωτα, όταν βλέπουμε τις ξανθιές που τα φοράνε να ταλαιπωρούνται.
Beaute: Κιτς- κατινίστικο. Ελαφρύ. Υπερβολική πολυτέλεια και προκλητικό χάσιμο χρόνου, μέσα σ’ έναν πλανήτη που καταστρέφεται.
Περιοδικά μόδας: Κιτς- κατινίστικο. Χάσιμο χρόνου και χρήματος. Φορείς υποκουλτούρας και υπερκατανάλωσης. Στοχοποιούν και χαϊδεύουν τη θηλυκή ανοησία πουλώντας φύκια για μεταξωτές κορδέλες.
Αποτρίχωση: Κιτς- κατινίστικο. Διαστροφική εφεύρεση της ανδροκρατούμενης κοινωνίας, στην οποία γεννηθήκαμε, που προκαλεί πολύ πόνο. Δεν θα τους χαριστούμε! Ένα ξύρισμα κι αυτό μόνο τους καλοκαιρινούς μήνες, συντρόφισσες.
Η αποτρίχωση τελευταίο λήμμα στα απαγορευμένα που προέτρεπε στην επιλογή του ξυρίσματος, μόνο, κατά τους καλοκαιρινούς μήνες ένωνε τα απαγορευμένα με τα must της γιάφκας.
Κοτλέ ή τζιν παντελόνια, με φαρδιά φούτερ και μπουφάν αθλητικά ή στρατιωτικά αμπέχωνα, για το χειμώνα. Άνοιξη και φθινόπωρο, τζιν παντελόνια με, φορεμένα απ’έξω, ανδρικά πουκάμισα. Καλοκαίρι, ινδικά φουστάνια σάκους, σε γραμμή αμπίρ ή ινδικές φούστες, μέχρι τον αστράγαλο και μακό μπλουζάκια φαρδιά με λαιμόκοψη, φορεμένα μόνο, έξω από τη φούστα. Παπούτσια, μπλε ή μαύρα, πάντα φλατ, μποτάκια, αθλητικά και κινέζικες μπαλαρίνες με τόκα, ή εσπαντρίγιες για τις αντίστοιχες εποχές. Κομμωτήριο, αυστηρά, μια φορά το μήνα για κούρεμα.
Θηλυκά αξεσουάρ που συγχωρούνται, πιστολάκι ελαφρύ στο κομμωτήριο, μόνο, κατά τη μηνιαία επίσκεψη, κολώνιες ξινόπικρες, επ’ουδενί όχι γλυκές λουλουδάτες, σκουλαρίκια παραπάνω από ένα αλλά, μόνο πάνω στο λοβό, μακιγιάζ διακριτικό σε μια γκάμα από ροζ, παλ έως σάπιο μήλο, επ’ουδενί όχι κόκκινο.
Και όπως έγινε αντιληπτό, άντε να βρεις άντρα…ειδικά, αν, ως βασιλικότερη του αρχηγού και όλων των μελών της γιάφκας, έχεις υιοθετήσει και τη συμπεριφορά του πιστολά και σε λεν και Ζαχαρούλα.
Τρίτη 1 Απριλίου 2008
(12)
Δεν πήγε στο γιατρό. Σαν να έβλεπε και ν’ άκουγε καλύτερα απ’ την επομένη. Αποφάσισε, αντ’ αυτού να πάει σε διαιτολόγο, μικρός, γιατρός ήταν κι αυτός. Είχε χτυπήσει high skor, εκείνη την περίοδο, ακόμα και για τις συντρόφισσες τις μυημένες, στο παιχνίδι της τάβλας.
Ήθελε να χάσει κιλά και ν’αρχίσει να περπατάει. Το πρώτο, μαζί με το τσιγάρο έκαναν κακό στα πάντα και το δεύτερο καλό στα πάντα, έτσι δεν της είχαν φάει τ’ αυτιά, όλοι από μικρή;
Τα δροσερά κορίτσια ήταν του αντικαπνιστικού και της υγιεινής, είπαν κάτι και για το νερό σε σχέση με τις ρυτίδες και για το σύνολο του σχεδίου στην αναπτέρωση της libido. Η Ρούλα ήταν μαύρα τα μαντάτα και στον τομέα αυτό, την αποφράδα, εκείνη, περίοδο , της καλάρεσε το σχέδιο. Μπορεί όλα αυτά να ‘κάναν κάτι… και στα μάτια και στα αυτιά. Έστω παράπλευρα, πού ξέρεις;
Έφεραν τα κορίτσια, την επαύριο, ντάνα τις πληροφορίες. Για υγιεινή διατροφή, για ήπια άσκηση, για τα υγρά και την επίδρασή τους στο σώμα μας, για sex. Είχε παίξει και το παρά πέντε την προηγούμενη με την αμίμητη ατάκα της Θεοπούλας «Αχ, ξεχνιέται το sex,βρε κορίτσια;» το κόπιαρε η Ρούλα έδεσε το γλυκό. Γέλασαν πολύ. Με όλο το σχεδιασμό.
Η αναστύλωση άρχισε. Αργή κοπιαστική και επίμονη. Με τα κορίτσια από δίπλα… Τον Σπάνιο αγαπημένο να μετράει και να μαγειρεύει με ευλάβεια όλα τα διαιτητικά και τη γιάφκα να αναγνωρίζει τις αλλαγές, με συγκρατημένο χαμόγελο, μιλώντας, κάπου, κάπου για υποκατάστατα. Να’ναι καλά όλοι οι παλιοί και νέοι αγαπημένοι. Τη βοήθησαν ν’ αντέξει τη Ρούλα. Με ότι ήξερε ο καθένας.
Και κάπου εκεί στον ιδρώτα στην πείνα στην προσπάθεια και στην ικανοποίηση, άρχισε να βλέπει λιγότερο θολά και είδε τις τρεις κόρες μέσα της να λιάζονται νωχελικά στον ήλιο, δίπλα, στο απόλυτό τους πάθος, τη θάλασσα. Τις είδε και τις άκουσε να ευχαριστούν τη ζωή, που είναι ωραία.
(11)
Άκουγαν καλύτερα, τώρα, σίγουρα, μέχρι το απόγευμα. Τα προβλήματα όρασης, όμως δεν φαίνονταν διαθέσιμα να υποχωρήσουν.
Το τοπίο παρέμενε θολό. Και γινόταν και βουβό τα βράδια στο σπίτι με τον Σπάνιο Διάδοχο. Η Ρούλα, αν και «πολιτικώς ορθή» με τις ειδικές ανάγκες, δεν τις άντεχε στην πόρτα της. Ειδικά, αυτές, τις άρτι συνειδητοποιημένες, αισθητηριακές. Έπρεπε κάτι να κάνει. Να τις αντιμετωπίσει. Έστω και με ιατρική παρακολούθηση. Με φαρμακευτική αγωγή, βρε αδερφέ.
Είπε να πάει στη γιάφκα να τους ρωτήσει. Το μετάνιωσε. Ήταν τόσο ενθουσιασμένη με το νέο παιχνίδι, μόλις είχε κάνει και το πρώτο της μανικιούρ…διάφανο, μόνο να γυαλίζει το νύχι, μην πέσουμε και στην υπερβολή…Όχι, δε θα πήγαινε. Φοβόταν μην καταλάβουν… μην τις ξεφύγει τίποτα, για το νέο παιχνίδι. Δεν ήθελε να μιλήσει, ακόμα. Οι κανόνες της γιάφκας ήταν αυστηροί και αδιαπραγμάτευτοι. Θα το κρατούσε μυστικό, με τα κορίτσια.
Μια μέρα που δεν άκουγε, τίποτα απ’ το τιτίβισμά τους και σχεδόν δεν τα ‘βλεπε τα κορίτσια στο καφέ του σχολείου, αποφάσισε να ρωτήσει.
«Κανά γιατρό, βρε κορίτσια; Κανά γιατρό, γνωστό; Καλό, με δυο ειδικότητες και για γκαβούς και για κφούς, που λέει κι ο μπαμπάς μου. Σας χάνω. Μήτε σας βλέπω, μήτε σας ακούω», είπε σαν το Βασιλάκη Καϊλα η Ρούλα.
Γέλασαν τα κορίτσια. Ξεθόλωσε, λίγο το τοπίο. Μαγικό χάπι το χουμόρ!
Σοβάρεψε, ξανά η Ρούλα. «Κορίτσια, αλήθεια, ένα γιατρό, γιατί χανόμαστε.».
Βρέθηκε γιατρός, σοβαρός σπουδαγμένος στα εξωτερικά και με τις δυο ειδικότητες, με περγαμηνές…πανάκριβος.
«Ογδόντα ευρώ την επίσκεψη;» Παραλίγο να καταπιεί τη γλώσσα της η Ρούλα.
Τον είχε το Σκρουτζ, μέσα της η Ρούλα. Κληρονομιά από τη βασίλισσα, μαζί με την πίεση και το θυρεοειδή. Το παλάτι βρισκόταν, μονίμως στα πρόθυρα οικονομικής κατάρρευσης. Ένα βήμα πριν τη φτώχεια. Της το ‘λεγε η βασίλισσα, από παιδί. Στα μικρά στον, κατά δυόμισι χρόνια μικρότερο, έττερο πρίγκιπα και στο στερνοπούλι, δε φαινόταν να λέει, πολλά η βασίλισσα. Μικρά ήταν μη τα κοροϊδεύουν για τη φτώχεια τους. Η μεγάλη, όμως έπρεπε να ξέρει. Την πίστευε τη βασίλισσα, η Ρούλα, και τη φοβόταν τη φτώχεια, όπως ακριβώς κι αυτή.
Κι όσο η Ρούλα φοβόταν και πίστευε τη βασίλισσα κι όχι τον Σπάνιο, αγαπημένο της διάδοχο, τόσο, αυτός έκαιγε το πάπλωμα, παριστάνοντας τον αδιάφορο.
Δευτέρα 31 Μαρτίου 2008
(10)
Πρώτα στην, περήφανα θλιμμένη, ωραία κυρία απ’ την πρωτεύουσα και μετά στον ξανθό άγγελο που ήρθε, ανάλαφρα, κουνώντας τις φτερούγες της στο παγκάκι.
Άρχισαν να τιτιβίζουν και οι δυο χαρούμενες. Να μιλάν για μόδα, για beaute, για περιοδικά, για τα μαλλιά τους τα νύχια τους.
Του πιστολά του σηκώθηκαν τα καρφάκια κάγκελο…έκανε να φύγει, μα τον παραμάζεψε, η Ρούλα και του κατέβασε την κουπ.
Της άρεσε, που τις άκουγε να συζητούν για όλα τα απαγορευμένα στη γιάφκα. Είχε άγνωστες λέξεις. Πολλές. Ήθελε να ακούσει τα νέα. Να μάθει. Να τα πει, ίσως, σιγά σιγά… και στη γιάφκα. Να φέρει δροσιά, αέρα στο αυστηρό στρατιωτικό προφίλ της . Και τον είχαν τον αέρα και τη δροσιά τα κορίτσια, και τα δυο! Μύριζε, όμορφα στο παγκάκι.
Ξεκίνησε να παίζει το «Εκπαιδεύοντας τη Ρούλα», κάνοντας απίστευτα πολλά εισιτήρια. Με πρωϊνές παραστάσεις για το παλιό, σοβαρό παιχνίδι και απογευματινές και, που και που, βραδινές για το νέο. Το ελαφρό!
Ενθουσιασμός στο φιλοθεάμον κοινό. Με μάτια ορθάνοιχτα το παιδί και η επαναστάτρια και η Ρούλα. Κατάπιναν αχόρταγα τις πληροφορίες, μάθαιναν τις πηγές και ρωτούσαν ακατάπαυστα, ζητώντας λεπτομέρειες, ανατριχιαστικά χαζές τις περισσότερες φορές.
Υπομονετικά τα κορίτσια! Εξηγούσαν, βήμα βήμα με χαμόγελο και ενθάρρυνση μην τους φύγει το ζαβό και ξαναγυρίσει στα βουνά, απ’ όπου κατέβηκε.
Άκουγαν, άκουγαν οι θορυβώδεις, άγαρμπες εκπαιδεύσιμες κόρες. Ενωμένες! Ένα τεράστιο αυτί και οι τρεις.
(9)
Έκατσε μόνη της ο πιστολάς να τα σκεφτεί, μπας και τα ξεθολώσει, τα τακτοποιήσει. Τζίφος, χειρότερα, τα παράτησε γρήγορα και κοίταξε κατ’ αλλού…βολικό, όπως πάντα, και κάποιες φορές αποτελεσματικό!
Στη γωνία στη βιβλιοθήκη, χωμένο, κάτω απ΄τα βιβλία του Σπάνιου είδε το παιχνίδι της και το άνοιξε. Άρχισε να ξαναδιαβάζει τις οδηγίες. Ξανά και ξανά, μπας και θυμηθεί. Κάτι γινόταν. Το αποφάσισε. Θα πήγαινε. Έστω, μόνο με τις οδηγίες, χωρίς εξάσκηση. Κι ας μου βγει και σε κακό σιγοτραγούδησε σε μια κρίση ελαφρότητας, ασυνήθιστη για τον σοβαρό πιστολά… « Μια μπούφλα , βρε παιδί μου, δε θα’ ναι και γάζωμα! Επιστήμονες είναι οι άνθρωποι. Δεν είναι killers!»
Πήγε, καταϊδρωμένη στην εξεταστική επιτροπή των παλιών αγαπημένων παιχνιδιών. Τους τα ’πε όλα ότι ήξερε κι ότι καταλάβαινε από διαίσθηση. Την πίστεψαν. Μπήκε στο καινούριο σχολείο.
Ξανά μαθήτρια. Θα το έδινε το παλιό, χαμένο, στοίχημα…
Συστήθηκε ως Ρούλα, χωρίς σκέψη, αυθόρμητα.
Κυριακή 30 Μαρτίου 2008
(8)
Επείγουσα κλίση στη γιάφκα! Πίσω, Γιάννη, τα καράβια, για θα μπατάρουμε. Σιγή η γιάφκα…Ξανά…Σιγή…
Απάντησαν στην τρίτη κλίση μ ’ένα «Μπα μας θυμήθηκες βλαμμένο;», αρκούντως θυμωμένο. Του κόπηκαν τα πόδια του πιστολά.
Η μαύρη αλήθεια ήταν ότι επί αγαπημένου Σπανίου Διαδόχου, δεν ήταν αυτοκόλλητοι, όπως, πριν στη γιάφκα. Στην αρχή ο έρωτας, στη συνέχεια η ψιλοχοντρο ζήλεια του Σπάνιου με το σωματοφύλακα, μετά η γαμημένη καθημερινότητα…ρόιδο τα ‘κανε η Ζαχαρούλα. Αφέθηκε, την πήρε η μπάλα. Την έστειλε στην περιήγηση για τη μαμά πατρίδα. Αφέθηκε κι άλλο. Έγινε ένα με τη μπάλα. Ολοστρόγγυλη και μαλακιά.
Δεν ερχόταν, συχνά στην πόλη. Κι όταν ερχόταν, δε μίλαγε…μην εκθέσει και το Σπάνιο.
Μόνο γελούσε με τα «Κι εμείς ερωτευτήκαμε, αλλά δεν τρελαθήκαμε», κομψά απαγγελμένα από την αρχηγό και τα θυμωμένα, τριμμένα στη μούρη, κουραστικά, «Τι θέλεις απ’ τη ζωή μας», «Ξεφορτώσου μας επιτέλους» «Ανίατη περίπτωση» του σωματοφύλακα. Γελούσε, όχι καρκαριστά πια, όπως παλιά, συγκρατημένα. Έπρεπε να κρατήσει και δυνάμεις για τον καβγά στο σπίτι με το Σπάνιο. Κι όσο γελούσε ο πιστολάς, τόσο γινόταν Τούρκος ο Σπάνιος. Το χιούμορ της γιάφκας ήταν extreme. Του φαινόταν περίεργο, επικίνδυνο. Το όφειλε ο πιστολάς…
Όφειλε να την προστατέψει τη γιάφκα.
«Πρέπει να σας δω» απάντησε μουδιασμένα στο «Μας θυμήθηκες;»
Θα εξηγούσε, τώρα, θα τον έδινε το Σπάνιο και θα ρωτούσε και για το θυμό δε θα το ‘παιζε, άλλο Αλέκος. Τα πράματα ήταν κρίσιμα. Δεν χωρούσε χιούμορ.
Της άνοιξε ο σωματοφύλακας μ’ ένα γλυκύτερο, μα σουβλερό «Καλώς τηνε κι ας άργησε…πολύ». Η αρχηγός, στην εκ γενετής σοφή μα δύσκολη θέση του Ξαβιέ, τον αγριοκοίταξε και πρότεινε ποτά.
Η Ζαχαρούλα ήπιε μονοκοπανιά το πρώτο και ζήτησε και δεύτερο. Τη σέρβιρε ο άντρας του σπιτιού. Ψιλοχαλάρωσε.
Άρχισε να μιλάει για το μπέρδεμα, τη θολούρα την κρισιμότητα της κατάστασης, να δίνει δειλά, δειλά το Σπάνιο. Την άκουσαν και οι δυο. Με προσοχή, με ενδιαφέρον. Την είδε την αγάπη η Ζαχαρούλα. Χωρίς αγκαλιά, χωρίς κανάκεμα. Είχαν μεγαλώσει όλοι. Ούτε το αγαπημένο της ζευγάρι περνούσε εύκολα, τελευταία. Είκοσι χρόνια δια πυρός και σιδήρου κι αυτοί, γαμώ την πουτάνα μου. Πού κουράγια;
Κάτι είπε η σοφή αρχηγός για τις καταστάσεις που γίνονται κρίσιμες, αν εμείς τις βλέπουμε έτσι…Δεν κατάλαβε η Ζαχαρούλα.
Συνέχισε πιο αποφασιστικά να τον δίνει.
Κάτι για τις προσωπικές μας επιλογές και το τίμημά τους, μονολόγησε κοιτώντας το πάτωμα…Σα να ψιλοκατάλαβε, κάτι ο πιστολάς, αλλά…
Με θάρρος…θα βγει και λάδι ο Σπάνιος.
«Άφησέ τον! Φύγε, αν δεν αντέχεις, άλλο.» της είπε αυτή τη φορά.
Άρχισε να τρέμει η Ζαχαρούλα και μαζί και ο σωματοφύλακάς της που δεν είχε μιλήσει ως τώρα…Για αυτήν, για αυτούς, δεν ήταν σίγουρη.
«Έλα, μωρέ είσαι θυμωμένη. Είναι από καλή πάστα ο Σπάνιος, δικός μας άνθρωπος. Θα το μετανιώσεις. Θυμήσου τον άλλο τον παλιομαλάκα» της είπε, γλυκά, ο σωματοφύλακας.
Όχι, όχι πάλι τα παλιά…για τα τώρα λέμε. Θόλωσε, εντελώς η Ζαχαρούλα, μαύρο σκοτάδι, πίσσα. Τα μάζεψε κι έφυγε.
Είχε στερέψει από επιχειρήματα. Για το θυμό δε ρώτησε. Έπρεπε να κοιτάξει το δικό της.
(7)
Άρχισε να τα φωνάζει, να τα κραυγάζει τότε, ο πιστολάς τα επιχειρήματα του. Και να κουνάει τα πιστόλια του. Είχε αγοράσει καινούρια καιρό τώρα, και τα γυάλιζε εμφανώς, μπας και ταρακουνηθεί ο Σπάνιος.
Την άκουσε, κάπου πάνω στα δέκα χρόνια, επιτέλους , μαζί με τη γειτονιά που είχε βγει στα μπαλκόνια. Έξαλλος! Για τις κραυγές, για τη γειτονιά και για την έκπτωση του τίτλου. Πρώτη φορά τον έλεγε Σπάνιο, σκέτα. Χωρίς το αγαπημένος και χωρίς το διάδοχος. Μόνο Σπάνιος…
«Απάλλαξέ με, επιτέλους απ’ τα κωλοεπιχειρήματά σου» της είπε. «Θες να με σύρεις στη μιζέρια, στην ουρά, μαζί με όλους στη διάβαση, να περιμένω; Δε θα ‘μαι σπάνιος, πια!» και την κλώτσησε τη Ζαχαρούλα… με την ατσαλένια περικνημίδα του. Δεν τον έπιανες στον ύπνο, εύκολα το Σπάνιο. Την είχε τη γκαβάντζα του, καλά φυλαγμένη.
…Στο γκρεμό ο πιστολάς, τελευταία στιγμή πιάστηκε απ’ το μισάνοιχτο αλεξίπτωτό του,. Χωρίς άχνα, με αγωνία, σφιχτά και ένα αίσθημα αυτοσυντήρησης πρωτόγνωρο.
Ολοφάνερα, είχε βρει ο πιστολάς! Έπρεπε να το πάρει αλλιώς…Πώς δεν ήξερε, δεν ήταν σίγουρος. Όλες οι super βεβαιότητες της, μεμιάς κατέρρευσαν. Τίποτα πια ξεκάθαρο. Όλα θολά.
Είχε αρχίσει, τελευταία να καταλαβαίνει ότι βαριάκουγε ήταν και η ηλικία που το δικαιολογούσε, αλλά και προβλήματα όρασης, πόθεν; Μόνη, μπροστά στο γκρεμό και με προβλήματα ακοής και όρασης. Α.Μ.Ε.Α. ΣΤΑ ΞΑΦΝΙΚΑ!... ή από γεννησιμιού;
Θυμήθηκε, ο Killer, τον κάλο, τον εκ γενετής, στον εγκέφαλο, που είχε διαγνώσει ο εφηβικός της σωματοφύλακας.
(6)
Έτρεχε η Ζαχαρούλα, το γούσταρε το extreme, πανάθεμά σε επαναστάτρια, αλλά για λίγο.
Λαχάνιασε, κουράστηκε, ζαλίστηκε από το θόρυβο κι από τον κίνδυνο. Και του ‘πε αγάντα και λίγο από τη διάβαση, σιγουράντζα. Δεν άκουσε ο Σπάνιος διάδοχος, συνέχισε να τρέχει και άρχισε να τη σέρνει.
Πέρασε καιρός, είπε να το ξαναπεί η Ζαχαρούλα, πιο λαχανιασμένη τώρα, «Απ’ τη διάβαση, για λίγο. Κουράστηκα». Λίγο το λαχάνιασμα, λίγο μια σοβαρή παιδική ωτίτιδα του αγαπημένου της, πάλι δεν την άκουσε.
Ξαναπέρασε καιρός…μπάφιασε ο πιστολάς. Κουράστηκε να τρέχει, μόνη πια, ξοπίσω του, να τον κυνηγάει και να περιμένει. Ξέθαψε, πάλι το παιχνίδι της, από το παλιό κάστρο. Προσπάθησε να το ξαναπαίξει. Δε θυμόταν τίποτε. Το παράτησε απογοητευμένη. Δεν ήταν ώρα για μοναχικά παιχνίδια, τώρα.
Ήλπιζε, ακόμα, ήθελε…μαζί… στόκος ο πιστολάς. Άρχισε να εξηγεί στον αγαπημένο της Σπάνιο διάδοχο. Με υπομονή, σοβαρότητα και επιχειρήματα. Ανεξάντλητα!
Τίποτα.
Η γνωστή πόρτα…στη μάπα.
(5)
Θόλωσε πολύ γρήγορα η Ζαχαρούλα, όπως είθισται στις αυτοεκπληρούμενες προφητείες. Το’ δαν οι εφηβικοί σωματοφύλακες να’ ναι καλά. Την πήραν, μαζί. Στην άλλη πόλη, όπου είχαν ξενιτευτεί και οι δυο για το μεροκάματο…Και της βρήκαν και δουλειά, δίπλα, κοντά. Αναθάρρησε η Ζαχαρούλα. Χαμογέλασε…
…Και ‘κει στο κουτούκι ντυμένη καρναβάλι με το μαύρο, πλατύγυρο καπέλο της και τα άσπρα- ροζ φτερά της στο λαιμό, ντυμένη γυναίκα για αλλαγή… της ζήτησε την αγκαλιά της. Ο καλός της.
Κούνησε την ουρά της η Ζαχαρούλα. Στη στολή, δεν ταίριαζε το στρατιωτικό της αμπέχωνο και δεν το φορούσε εκείνη τη μέρα. Η ουρά της φάνηκε…Χάρηκε ο Σπάνιος αγαπημένος, της έβγαλε τα μαύρα γάντια και της φίλησε το χέρι…Λιώμα ο πιστολάς. Αλοιφή δια υποδήματα. Το’ χε το αγόρι, το τρελλό. Το’ χε. Ήξερε να ενώσει δυο μοναξιές.
Αφέθηκε ο πρώην, τώρα, killer.Τα πούλησε όλα τα όπλα, και ‘κείνη και ‘κείνος τα δικά του. Και τα λεφτά τα’ κάναν γλέντια και νερό που καίει και ταξίδια στη μάνα πόλη και φωτογραφίες πολλές, χαρούμενες, όμορφες, ήρεμες… Όλα, όσα είχαν στερηθεί.
Ξαναζήτησε χρόνο η λιωμένη, πια Ζαχαρούλα, πιο σίγουρη από ποτέ.
Έστησε αυτί, ο Σπάνιος αγαπημένος της και της τον έδωσε. Εκεί ακριβώς που της έπρεπε και την πονούσε. Της πρότεινε παιχνίδι, μαζί. Πάτησε στα πόδια της η Ζαχαρούλα και του τα ‘δωσε όλα. Αυτά που είχε κι αυτά που δεν είχε, τα υποσχέθηκε…
Κι άρχισαν να τρέχουν κι δυο. Στην αρχή, μαζί, την κρατούσε από το χέρι, ακόμα και για να περάσουν το δρόμο απέναντι. Πότε από τη διάβαση.
Μέρες ωραίες!
Σάββατο 29 Μαρτίου 2008
(4)
Τις επόμενες μέρες άρχισε να λέει η Ζαχαρούλα για το παιχνίδι της με περηφάνια, με ικανοποίηση, με βεβαιότητα. Με την παλιά παραδοσιακή σιγουριά, αυτού που βρήκε την κότα με τα χρυσά αυγά.
Μα απ’ τη μια το περιεχόμενο των νέων βεβαιότητων δεν ταίριαζε στο mood της γιάφκας. Απ’ την άλλη το βρώμικό της παρελθόν και το απόλυτο contrast άσπρου μαύρου, των προηγούμενων «εφ’ όρου ζωής» και των τωρινών «εφ’ όρου ζωής» πάλι, νέων επιλογών, δεν έπεισαν τους συντρόφους της. Ίσως είχαν τα δίκια τους. Το παρελθόν του πιστολά, μύριζε, ακόμα… Ήθελε το χρόνο της και η γιάφκα.
Την κοιτούσαν σαν ούφο οι σύντροφοι ή έτσι της φάνηκε της Ζαχαρούλας; Δεν ήταν σίγουρη. Έλαβε, βέβαια τα συγχαρητήρια, τα μπράβο, αλλά μαγκωμένα, τσιγκούνικα τα ένιωσε… Με απλόχερες υπενθυμίσεις για το παραστρατημένο παρελθόν της.
Της θύμισαν τα βασιλικά συγχαρήκια. Οι λέξεις άλλαζαν, μόνο. Η διακύμανση ήταν ίδια, βασιλική. Από το αυστηρό, military στυλ «Ωραία νέα αρχή! Μπροστά, τώρα, για άλλα κάστρα. Πρόσεχε, μην ξαναπέσουμε στα ίδια τα παλιά» έως το γλυκό για τότε, γονεϊκό, του εφηβικού της σωματοφύλακα «Θυμήσου τα πίσω και πρόσεχε! Δεν ξέρω εγώ το βιος μου; Δε θα γλιτώσω εγώ εύκολα από σένα. Προίκα σε πήρα, προίκα μαζί με το μελαχρινάκι μου».
Την αγαπούσαν, μωρέ. Την αγαπούσαν πολύ. Το ‘ξερε. Και τους αγαπούσε κι αυτή… Πολύ. Μόνο αυτή η γιάφκα είχε ένα χιούμορ δηκτικό, ίσως για εξάσκηση. Για τα δύσκολα…Και της άρεζε.
Μα ήταν κουρασμένη. Δεν ήθελε να σχεδιάσει τίποτα, ούτε να σκέφτεται νέα κάστρα. Όσο για τα παλιά τα ‘χε, μαζί. Μπροστά στη μάπα της. Άσε που καθόταν στην ίδια, τη γαμημένη, καρέκλα…Ήθελε μόνο να ξεκουραστεί η Ζαχαρούλα…και μια αγκαλιά. Απλόχερη.