Σάββατο 7 Ιουνίου 2008
Νιουκήουσαουτεου! Μπραουβόου!
Νικήσατε! Μπράβο!Νικήσατε στο όλα ή τίποτα. Σας ζόρισε λίγο στο τέλος, αλλά υπήρξατε βράχος, παίχτης σωστός...αφού το ξέρατε ΔΕΝ το παιδί αυτό...φαινόταν το πράμα, πάνω πάνω φυτεμένο...οι ρίζες του φαινόταν το κακό στη ρίζα του φαίνεται κι εφτά γενιές κρατάει...κι η θκη του η γενιά, φαινόταν κακορίζικη...αλλά και το κεφάλι στόκος κι αυτό φαινόταν, ξανθό κι αλαφρύ...και το ψάρι απ το κεφάλι του βρωμάει κι αυτό το ξέρατε...τι τα θιες, τι να περιμένεις, μπαμ έκανε το πράμα και το ξεμπροστιάσατε το σμπρώξατε να φανεί και ζητήσατε όλα τα ζητήσατε, σαν παιχνίδι το κάνατε για να ταιριάζει του παιδιού, παιχνιδιάρικα ζητήσατε, πες μου του πατε στα φαλαινέζικα...ναι μωρέ στα φαλαινέζικα σαν τη Ντοριν τη γλωσσού από το Νέμο το ψαράκι που μιλούσε φαλαινέζικα για να γελάσουν κι έλεγε θαουλάουσσαού αουρέουσει ουμου πουουλυου και κανείς δεν καταλάβαινε κι όλοι γέλαγαν με τη Ντόριν και τις σαχλαμάρες της...κι έλεγε και γέλαγαν ...και ξεχνούσε το Ντορινάκι για που ξεκίνησε και που θε λα παένει και χανόταν και μιλουσε μιλουσε ακατάπαυστα και γελούσαν όλοι με την τρελλή τη Ντόριν... πες μου πως ακούγεται στα φαλαινέζικα η θάλασσα στο ταξίδι, της είπατε, στα κύματα πες μου και κείνο τα χασε...τι με ρωτάει, μαρέσει αυτό που με ρωτάει για θάλασσα με λέει και για ταξίδι...μα στα φαλαινέζικα;αστείο θα γίνει...να γελάσει θέλει, στα κύματα; στο ταξίδι; πως να το πεις πως ακούγεται...διαφορετικό είναι κάθε φορά άλλο, αλλιώς ακούγεται μέσα στο νερό, αλλιώς έξω, αλλιώς με φουρτούνα αλλιώς με μπουνάτσα, ακούγεται...άστα άστα τρελοντόριν δικαιολόγίες, άστα πες δε ξέρω της είπατε...οούχιου είπε η Ντόριν ξεουρωου...στα φαλαινέζικα που σας άρεσαν το πε μπας και γελάσετε, αλλά εσείς εκεί...πες το Ντορινάκι,αν το ξέρεις πέστο...δεν το χεις μικρό σαι Ντορινάκι και φανφαρόζικο μοναχά, δεν το χεις το ταξίδι...μα ναου σαςου πωου γιαου τουςου γλαουρουςου γιαυτούς να σας πω είναι πιο εύκολο,για τον ήλιο, για την αρμύρα να σας πω... για τον ήχο πως...δε χωράει σε μια λέξη δε χωράει ο ήχος η θαουλαουσσαου μουου δε χωράει, θέλει...άστα άστο Ντόριν δε θέλεις δε ξέρεις δεν μπορείς να τον ακούσεις τον ήχο της θάλασσας,δεν τον ενιώθεις της είπατε...μα θέλει να κοουλυουμπάςου καιου ναου αουκουους τηου, μόνο έτσι μπορώ να σας πω...αηδίες Ντόριν δε ξέρεις, δε νιώθεις τη θάλασσα, αλλιώς θα ξερες,θα το λεγες για τίποτα δεν είσαι Ντορινάκι και σταμάτα να μιλάς...αστεία γίνεσαι, τρελοντόριν...σε νίκησα, άμαθη είσαι...σου δωσα μια ευκαιρία... άξια δεν είσαι να μου το πεις, σε ξεμπρόστιασα
Παρασκευή 6 Ιουνίου 2008
Γεμιστά με μπόλικο κρεμμύδι
Ορέχτηκε βρε τζάνεμ, γεμιστά με κρεμμύδι μπόλικο και δυόσμο απ τη γλάστρα φρέσκο ψιλοκομμένο και αλατάκι και πιπεράκι μπόλικο... τσιμπημένο αν δεν είναι σταλάτι το φαί...χόρτο, όλα τα φαγιά ίδια γέννουνται.
Ντομάτες γλυκές και πιπέρια πράσινα στυφά μα και κόκκινα, τα κέρατα...πως τα λέτε, πιπεριές Φλωρίνης πιστημονικά δεν τα λιέτε...τέλως πάντων όπως και ναναι και πιπέρια κόκκινα στα γεμιστά να βάνετε και θα τα γλυφετε ένα, ένα τα δαχτυλάκια σας.Κι όχι κιμάδες κι αηδίες στα γεμιστά... είν ανάλαφρα αυτά, γιαλαντζί καλοκαιρινά μην τα βαραίνετε για θα σας κάτσουν στο στομάχι...είν που ναι βαριές οι στυφές άμα τα παραγιομίσεις και με τον κιμά, γκιουλ μπαχτσες φορτωμένος μαγκάθια θα γενεί το στομαχάκι σας...μη μωρέ μη το παιδεύετε κι ένα το χουμε κι ευαισθητούλη.
Μα το κρεμμύδι μην το λυπάστε, μπόλικο, βαλά μπόλικο και χοντροκομένο, στο ρεντέ το κρεμμύδι να το πιάνει το δόντι, με το χέρι το κρεμμύδι και το παράθυρο ανοιχτό να παίρνει την αψάδα και να στεγνώνει τα δάκρυα και τον ιδρώτα. Και να τρίβεις και να κλαις και ναλαφρώνεις, από πάνω... ταμ από πάνω απ το ρεντε συγκεντρωμένη απόλυτα στο κρεμμύδι, μη φάμε και κανα δάχτυλο κι άμα στάξει και δάκρυ και ιδρώτας αρμυρός στη γέμιση, τότενες να δγιεις νοστιμιά, με φροντίδα μαγάπη νοστιμεύει το φαί...κάντε το θα με θυμηθείτε,ειν από σίγουρη πηγή η συνταγή, η Λωξάντρα το λεγε... λεζετλί ταμ λεζετλί θα γενεί το γεμιστό σας.
Κι αφού ορέχτηκε το Χρυσουλιώ και το πε δε της χαλνάμε χατήρι κι ειν και ταλαιπωρημένο και μας τρόμαξε ψες, πολύ μας τρόμαξε και πρώτη φορά είπε πως τρόμαξε κι αυτό το ατρόμητο...πόσο σε ζόρισες και μας ζόρισες ρε μάνα μαυτό το ατρόμητο το ακλόνητο το σωστό, που να τον χωρέσουμε το φόβο μας, νέρντε κι είμασταν μικρά και φοβόμασταν και που να τολμήσεις να το πεις, κιμε ανατίρσιν, μπε...πως ξεχνάτε ρε γαμώτο πως ξεχνάτε σεις... ακόμα και τώρα που πήγε να μας φύγει και την έχασα τη γη κάτω απ τα πόδια μου ακόμα τώρα δεν μπορώ να πω άστα πέρασαν... τώρα είναι αλλιώς και φοβάμαι πόσο φοβάμαι μη μου φύγει και δεν προλάβω να της το πω, δεν προλάβω να το νιώσω.
Έλα μου, έλα μου Χρυσουλιώ τα γεμιστά να φκιάσουμε που τα ξέρεις, μαμά μου εσύ θα λες πως κι εγώ θα σακούω κιχ δε θα βγάλω και θα προσποιηθώ σήμερα πως δεν ξέρω παιδάκι θα γίνω ξανά για σένα μαμά μου γιατί εισαι πονεμένη και ταλαιπωρημένη και φοβισμένη και σήμερα μου το πες και μοιάζουμε σήμερα μαμά μου, ίδιες είμαστε
Υ.Γ. Αν και το Χρυσουλιώ ζήτησε το "Γύφτισσα τον εβύζαξε" κι ήξερε και για το δεκάλογο του γύφτου και πως είναι σέρβικο λέει το άσμα...το Ρουλιώ ντιπ δεν ήξευρε ούτε το ήβρε...αν ξεύρει μπρε κανείς σφυράτε!
Ανταυτού συνταγές μαγειρικής...παέννει στο Χρυσουλιώ
Ντομάτες γλυκές και πιπέρια πράσινα στυφά μα και κόκκινα, τα κέρατα...πως τα λέτε, πιπεριές Φλωρίνης πιστημονικά δεν τα λιέτε...τέλως πάντων όπως και ναναι και πιπέρια κόκκινα στα γεμιστά να βάνετε και θα τα γλυφετε ένα, ένα τα δαχτυλάκια σας.Κι όχι κιμάδες κι αηδίες στα γεμιστά... είν ανάλαφρα αυτά, γιαλαντζί καλοκαιρινά μην τα βαραίνετε για θα σας κάτσουν στο στομάχι...είν που ναι βαριές οι στυφές άμα τα παραγιομίσεις και με τον κιμά, γκιουλ μπαχτσες φορτωμένος μαγκάθια θα γενεί το στομαχάκι σας...μη μωρέ μη το παιδεύετε κι ένα το χουμε κι ευαισθητούλη.
Μα το κρεμμύδι μην το λυπάστε, μπόλικο, βαλά μπόλικο και χοντροκομένο, στο ρεντέ το κρεμμύδι να το πιάνει το δόντι, με το χέρι το κρεμμύδι και το παράθυρο ανοιχτό να παίρνει την αψάδα και να στεγνώνει τα δάκρυα και τον ιδρώτα. Και να τρίβεις και να κλαις και ναλαφρώνεις, από πάνω... ταμ από πάνω απ το ρεντε συγκεντρωμένη απόλυτα στο κρεμμύδι, μη φάμε και κανα δάχτυλο κι άμα στάξει και δάκρυ και ιδρώτας αρμυρός στη γέμιση, τότενες να δγιεις νοστιμιά, με φροντίδα μαγάπη νοστιμεύει το φαί...κάντε το θα με θυμηθείτε,ειν από σίγουρη πηγή η συνταγή, η Λωξάντρα το λεγε... λεζετλί ταμ λεζετλί θα γενεί το γεμιστό σας.
Κι αφού ορέχτηκε το Χρυσουλιώ και το πε δε της χαλνάμε χατήρι κι ειν και ταλαιπωρημένο και μας τρόμαξε ψες, πολύ μας τρόμαξε και πρώτη φορά είπε πως τρόμαξε κι αυτό το ατρόμητο...πόσο σε ζόρισες και μας ζόρισες ρε μάνα μαυτό το ατρόμητο το ακλόνητο το σωστό, που να τον χωρέσουμε το φόβο μας, νέρντε κι είμασταν μικρά και φοβόμασταν και που να τολμήσεις να το πεις, κιμε ανατίρσιν, μπε...πως ξεχνάτε ρε γαμώτο πως ξεχνάτε σεις... ακόμα και τώρα που πήγε να μας φύγει και την έχασα τη γη κάτω απ τα πόδια μου ακόμα τώρα δεν μπορώ να πω άστα πέρασαν... τώρα είναι αλλιώς και φοβάμαι πόσο φοβάμαι μη μου φύγει και δεν προλάβω να της το πω, δεν προλάβω να το νιώσω.
Έλα μου, έλα μου Χρυσουλιώ τα γεμιστά να φκιάσουμε που τα ξέρεις, μαμά μου εσύ θα λες πως κι εγώ θα σακούω κιχ δε θα βγάλω και θα προσποιηθώ σήμερα πως δεν ξέρω παιδάκι θα γίνω ξανά για σένα μαμά μου γιατί εισαι πονεμένη και ταλαιπωρημένη και φοβισμένη και σήμερα μου το πες και μοιάζουμε σήμερα μαμά μου, ίδιες είμαστε
Υ.Γ. Αν και το Χρυσουλιώ ζήτησε το "Γύφτισσα τον εβύζαξε" κι ήξερε και για το δεκάλογο του γύφτου και πως είναι σέρβικο λέει το άσμα...το Ρουλιώ ντιπ δεν ήξευρε ούτε το ήβρε...αν ξεύρει μπρε κανείς σφυράτε!
Ανταυτού συνταγές μαγειρικής...παέννει στο Χρυσουλιώ
Κι είπε η αλεπού να πάει στο παζάρι κι έτυχε μέρα Σάββατο...έτυχε, το φτιαξε από συνήθεια για δε ντοξερε το παζάρι η αλούπω, το σκοτάδι ήξερε και ναγοράζει κλεφτά, πάντως Σαββάτο χειμωνιάτικο, κρύο και την κουλουριάστηκε την ουρά της μπας και ζεσταθεί, Σαββάτο κι η ουρά δεν έφτανε και γύρα γύρα την ουρά η Κυρα Μάρω...μπας και της φτάσει και ζεσταθεί, γιοκ... και κοίτα συνετίσου γαμωουρά της είπε, μάκρυνε όσο είναι καιρός για θα σε κόψω και γύρα γύρα ξανά απειλητικά και Σαββάτο ακόμη, και ζβάπα ζβούπα πέρν η αλούπω τη φαλτσέτα και πάρτην κάτω την ουρά, με τη μία και την έβλεπε να σπαρταράει η Κυρά Μάρω και το φχαριστιότανε...καλά να πάθεις δε μακουσες δεν μου φτασες, κρυώνω σου λεγα και συ, γιοκ... και χτυπιόταν η ουρά και γελούσε η κυρα Μάρω,και της άρεζε να τη βλέπει σαν να μην ήταν θκια της την έβλεπε, μπορώ και χωρίς εσένα, άχρηστη είσαι, κοντή και μικρή, μόνο για κόψιμο και κοκκίνησε η κυρα Μάρω απ το θυμό κι απ τον πόνο κοκκίνησε κι απ το αίμα που κύλαγε και μύριζε, πόσο άσχημα μύριζε και σπαρταρούσε, λιγότερο τώρα, η ουρά μα το αίμα ήταν πολύ και την πιτσιλούσε την κυρα Μάρω κι ήρθε στο στόμα της και στα μάτια της και σταυτιά της στάλες πολλές και πηχτές... και μύριζε, δεν ήξερε ότι μυρίζει το αίμα και δεν το μπόραγε η αλούπω και την πάτησε με το πόδι της την ουρά, σαν να μην ήταν θκια της...ΚΑΙ ΣΤΑΜΑΤΑ ΝΑ ΚΟΠΑΝΙΕΣΑΙ ΚΡΑΥΓΑΣΕ και πατα πατα πατ ακόμη λίγο η ουρά, στα τελευταία της και δεν το δε η κυρα Μάρω το τέλος, σαν να μην ήταν θκια της η ουρά κι έχωσε τη μουσούδα της και τη δάγκασε μπας και σταματήσει και χώθηκε στο αίμα κι αυτό στο στόμα της πολύ και πηχτό και στα ρουθούνια της και στααυτιά της, γιόμισε η κυρά Μάρω αίμα και μύριζε κι έφτυνε και η ουρά σταμάτησε
Τρίτη 3 Ιουνίου 2008
Έχω, έχω!
Και καπέλο έχω, και μπδατσάκια και ομπδέλα και κοδέλα και τδέλα κι αντηλιακό και...ντανταντα ΝΤΑ!...ΚΑΙ ΔΑΚΈΤΕς
Θα φύγω βδε και θα το ψάχνετε το Ρουλιώ...καλά μη συγκινείστε θα ξανάδθω το πε και το Μαριλενάκι, θεραπευτικό το μπλόγκινγκ...διαβάστε βδε το κορίτσι να μαθαίνετε, όχι μόμο για το μπλόγκινγκ για τη ζωή να μαθαίνετε!
και την Ευτυχία αδέρφια παένετε...έχει ένα παραμύθι...όχι βδε για παιδιά, για μεγάλους είναι...ωδαίο θα σας αδέσει, ειδικά εσάς τσι άντρηδες...για μια γυναίκα χρυσόψαρο λέει, αντέστε όσο είναι καιρός
Έχω , έχω το λοιπόν και κέφια έχω και περιοδικά έχω και θα πάρω κι άλλα...ότι ποιο χαζό και ποιο ελαφρύ και ποιο girly...άτσα και το αγγλικό το Ρουλιώ, φουλ της σαχλαμάρας σας λιέω...α και το καρεκλάκι μου να θυμηθώ να πάρω γιατί πονάει η μεσούλα μου με την πετσέτα κατάχαμα...σαν εκείνο τον ελληνογάλλο που μου την είχε πει...α, φέρατε και το σαλονάκι σας μανδάμ...νε βδε και το σαλονάκι και το καφεδάκι και το μοχιτάκι κιόλα τα θέλει σμπαραλία το Ρουλιώ...είπαμε φωκια μα αρχόντισσα, με τίτλο.
Και θα μπει παίδες η φώκια στο νερό κι όλα θα φύγουν όλα τα διαβόλια και τα τριβόλια και δε θα μπει στο νερό, θα μπει μέσα στο νερό...έχετε δει βδε φώκια να λούετε...μον τα μουστάκια της και τα ματούδια της αφήνει έξω και παένει και παένει και παένει αργά σαν να κυλάει...αλήθεια βδε...τι μουρθε τώρα, λέτε να κλαίνε οι φώκιες βδε τσακαλάκια, λέτε... γιατί αν κλαίνε δε θα το καταλαβαίνουν, τα παίρνει τα δάκρυα ή θάλασσα τα παίρνει και πάνε.
Έλα βδε, μη μου στεναχωριέστε δεν ειν μόνο από λύπη τα δάκρυα μπορεί κι από χαρά ναναι κι από αγαλλίαση...θεραπευτικό το κλάμα αδέρφια, σαν το μπλόγκινγκ ένα πράμα
Είδες βδε Ανννντώνη που σου λεγα για τη λίστα, ούτε αυτό δε σου πα
Θα φύγω βδε και θα το ψάχνετε το Ρουλιώ...καλά μη συγκινείστε θα ξανάδθω το πε και το Μαριλενάκι, θεραπευτικό το μπλόγκινγκ...διαβάστε βδε το κορίτσι να μαθαίνετε, όχι μόμο για το μπλόγκινγκ για τη ζωή να μαθαίνετε!
και την Ευτυχία αδέρφια παένετε...έχει ένα παραμύθι...όχι βδε για παιδιά, για μεγάλους είναι...ωδαίο θα σας αδέσει, ειδικά εσάς τσι άντρηδες...για μια γυναίκα χρυσόψαρο λέει, αντέστε όσο είναι καιρός
Έχω , έχω το λοιπόν και κέφια έχω και περιοδικά έχω και θα πάρω κι άλλα...ότι ποιο χαζό και ποιο ελαφρύ και ποιο girly...άτσα και το αγγλικό το Ρουλιώ, φουλ της σαχλαμάρας σας λιέω...α και το καρεκλάκι μου να θυμηθώ να πάρω γιατί πονάει η μεσούλα μου με την πετσέτα κατάχαμα...σαν εκείνο τον ελληνογάλλο που μου την είχε πει...α, φέρατε και το σαλονάκι σας μανδάμ...νε βδε και το σαλονάκι και το καφεδάκι και το μοχιτάκι κιόλα τα θέλει σμπαραλία το Ρουλιώ...είπαμε φωκια μα αρχόντισσα, με τίτλο.
Και θα μπει παίδες η φώκια στο νερό κι όλα θα φύγουν όλα τα διαβόλια και τα τριβόλια και δε θα μπει στο νερό, θα μπει μέσα στο νερό...έχετε δει βδε φώκια να λούετε...μον τα μουστάκια της και τα ματούδια της αφήνει έξω και παένει και παένει και παένει αργά σαν να κυλάει...αλήθεια βδε...τι μουρθε τώρα, λέτε να κλαίνε οι φώκιες βδε τσακαλάκια, λέτε... γιατί αν κλαίνε δε θα το καταλαβαίνουν, τα παίρνει τα δάκρυα ή θάλασσα τα παίρνει και πάνε.
Έλα βδε, μη μου στεναχωριέστε δεν ειν μόνο από λύπη τα δάκρυα μπορεί κι από χαρά ναναι κι από αγαλλίαση...θεραπευτικό το κλάμα αδέρφια, σαν το μπλόγκινγκ ένα πράμα
Είδες βδε Ανννντώνη που σου λεγα για τη λίστα, ούτε αυτό δε σου πα
Δευτέρα 2 Ιουνίου 2008
Το Ρουλιώ παρέδωσε!
Όλα αδέρφια, παρέδωσε διορθώσεις, μάζεψε δικαιολογητικά που αποδεικνύουν ότι όχι μόνο δεν είναι ελέφαντας, αλλά δεν είναι και Ντρίλιγκερ ελέφαντας, κατέθεσε αιτήσεις και ενστάσεις εξήγεισαι ότι μπορεί να είναι λιιιιγο διαφορετικό απ το έιωθός αυτό που ζητάει, αλλά δεν είναι κι ο ουρανός με τάστρα...γίνεται κι αλλιώς ρε καρεκλοκενταύρισσα, αρκεί να δεις αρκεί νακούσεις αρκεί να με πιστέψεις να μη μου το παίξεις μαμά, δασκάλα που βάζει το παιδί της να κάνει το β...ναι μωρέ το βήτα που λέγαμε παλαιόθεν, τώρα λέει οι μοντέρνοι η δασκάλοι β το λένε, να το βάζεις λοιπόν να το κάνει με το κυκλάκι κάτω και το φυλλαράκι από πάνω...γιατί ΜΟΝΟ ΕΤΣΙ ΛΕΕΙ γίνεται το β και δε γίνεται να το κάνεις με μια γραμμή και δυο μισοκυκλάκια και να ξεμπερδεύεις με το γαμωβού...γιατί αν τολμήσεις και το κάνεις αλλιώς θα σε τσακίσω αγαπημένο μου και θα στο σκίσω το βου σου, γιατί δε μακουσες και πρέπει να πονέσεις είπε η καρεκλοκενταυρισσα και χασες τις ημερομηνίες...μα ήμουν κλινίρης χρυσή μου και με βούλα, χαρτί από νοσοκομείο σε φέρνω και βεβαίωση απ το μεγάλο σχολειό...και που ξέρω ότι είναι έγκυρα αυτά που μου δίνεις κι άντε το χαρτί του νοσοκομείου έχει τις σφραγίδες του τις υπογραφές του πολλές και μεγάλες...αυτή η βεβαίωση...μόνο μια υπογραφούλα...που ναι η σφραγίδα της και που ξέρω εγώ ότι είναι αληθινή η υπογραφή;
Τι αλλο να κανω μωρή μαλάκω, τι άλλο να κάνω για να σε πείσω πως δεν είμαι απατεώνας ούτε εγώ ούτε όσοι μιλούν για μένα...δεν είμαστε όλοι σαν και του λόγου σου τι άλλο από το να υπογράψω αυτά που γράφω, τι γαμωσφραγίδα θες; Τι να λέει η γαμωσφραγίδα δε σας κοροίδευω...δεν είμαι απατεώνας...δεν είμαι σαν και σένα...καθρέφτης σου είμαι...εσένα βλέπεις σε μένα καρεκλοκενταύρισσα αυτό πρέπει να λέει η σφραγίδα που ζητάς.
...Και επειδή πιστοποιήθηκε αδέρφια δεν είναι Ντίλιγκερ ελέφαντας το Ρουλιώ...μόνο μια κότα στρουμπουλή είναι, μια όμορφη πουλάδα...πάρτε και το άσμα να το γιορτάσουμε...να ναι καλά το Ματινάκι που το κερνάει γιατί το Ρουλιώ εδώ και καμπόσο το ψάχνει και ντιπ τίποτα ...και χει γνωρίσει εντωμεταξύ όλες τις συναδέλφους του γιουτούμπεως, γι αυτό μπράβο ρε Ματινάκι τη γλύτωσες τη Ρουλίτα και φοβάται και την παροιμία με τις κότες και τα πίτουρα.
Α, παραλίγο να το σεάσει το Ρουλιώ βρε Ματινάκι, σου γραψε και ποιματάκι για το ευχαριστώ...ΠΟΙΜΑΤΑΚΙ ΤΟ ΡΟΥΛΙΩ;)...γιατί βρε κουλτουριάρηδες, μόνο εσείς θα γράφετε...άφκετε και το Ρουλιώ, μπορεί να χει οίστρο σήμερις.
Ματινάκι, Ματινάκι
αχ, τσαχπίνικο πουλλλλάκι
το φτιαξες βρε το Ρουλάκι
με το τραγουδάκιαυτό!
Ματινάκι Ματινάκι
αχ τσαχπίνικο πουλλλλάκι
τσακαλάκι μοναχό!
Ματινάκι Ματινάκι
αχ τσαχπίνικο πουλλλακι
τσάκωσε και το φιλάκι
που σου στέλνει το ρουλιώ!
Τι αλλο να κανω μωρή μαλάκω, τι άλλο να κάνω για να σε πείσω πως δεν είμαι απατεώνας ούτε εγώ ούτε όσοι μιλούν για μένα...δεν είμαστε όλοι σαν και του λόγου σου τι άλλο από το να υπογράψω αυτά που γράφω, τι γαμωσφραγίδα θες; Τι να λέει η γαμωσφραγίδα δε σας κοροίδευω...δεν είμαι απατεώνας...δεν είμαι σαν και σένα...καθρέφτης σου είμαι...εσένα βλέπεις σε μένα καρεκλοκενταύρισσα αυτό πρέπει να λέει η σφραγίδα που ζητάς.
...Και επειδή πιστοποιήθηκε αδέρφια δεν είναι Ντίλιγκερ ελέφαντας το Ρουλιώ...μόνο μια κότα στρουμπουλή είναι, μια όμορφη πουλάδα...πάρτε και το άσμα να το γιορτάσουμε...να ναι καλά το Ματινάκι που το κερνάει γιατί το Ρουλιώ εδώ και καμπόσο το ψάχνει και ντιπ τίποτα ...και χει γνωρίσει εντωμεταξύ όλες τις συναδέλφους του γιουτούμπεως, γι αυτό μπράβο ρε Ματινάκι τη γλύτωσες τη Ρουλίτα και φοβάται και την παροιμία με τις κότες και τα πίτουρα.
Α, παραλίγο να το σεάσει το Ρουλιώ βρε Ματινάκι, σου γραψε και ποιματάκι για το ευχαριστώ...ΠΟΙΜΑΤΑΚΙ ΤΟ ΡΟΥΛΙΩ;)...γιατί βρε κουλτουριάρηδες, μόνο εσείς θα γράφετε...άφκετε και το Ρουλιώ, μπορεί να χει οίστρο σήμερις.
Ματινάκι, Ματινάκι
αχ, τσαχπίνικο πουλλλλάκι
το φτιαξες βρε το Ρουλάκι
με το τραγουδάκιαυτό!
Ματινάκι Ματινάκι
αχ τσαχπίνικο πουλλλλάκι
τσακαλάκι μοναχό!
Ματινάκι Ματινάκι
αχ τσαχπίνικο πουλλλακι
τσάκωσε και το φιλάκι
που σου στέλνει το ρουλιώ!
Κυριακή 1 Ιουνίου 2008
Τρεις λύκοι αδέσποτοι
Κοιμόταν με τα παντζούρια ανοιχτά η Γραμμάτω, για να μη χάσει το ραντεβού. Ξυπνητήρι δεν είχε βάλει ποτέ στη ζωή της, δεν μπόραγε το χτύπημά του, την τάραζε. Η κρεβατοκάμαρή της έβλεπε την ανατολή, οι πρώτες αχτίδες την έβρισκαν στο πρόσωπο και δε τοχανε με τίποτα το ραντεβού με τα λουλούδια της.
Καφέ δεν έπινε απ το κρεβάτι στο νιπτήρα κι από κει στο λάστιχο...άνοιγε πολύ το νερό και κατάβρεχε για ώρα. Πρώτα το χώμα του δρόμου, να κατακάτσει... για δεν την μπόραε τη σκόνη, χωνότουνε παντού η άτιμη, μέχρι και στο λαιμό της και σαν άρχισε να βήχει η Γραμμάτω ξεχνούσε να σταματήσει. Μετά είχαν σειρά τα τσιμέντα, η σκάλα οι καρέκλες και το τραπέζι του κήπου... και το σκαμπουδάκι της, οι καρέκλες ήταν για τους μουσαφιραίους... η Γραμμάτω είχε δεν είχε κόσμο στο σκαμπουδάκι της τον έπινε τον καφέ της.
Συνήθεια από τότε που ζούσε ο άντρας της και το σπίτι της δεν άδειαζε από μουστερήδες. Γιατί μουστερήδες ήταν οι μουσαφιραίοι της Γραμμάτως μουστερήδες απαιτητικοί, όποιον έβρισκε στο δρόμο ο σχωρεμένος στο σπίτι τον κουβάλαγε...και σαν στο σπίτι σου, του λεγε. Μπαχτσές ο σχωρεμένος, όλο μασλάτια και γέλια και πειράγματα ατελείωτα... δεν τα κατάφερνε χωρίς παρέα, χωρίς ούζο και μεζέ. Κι η Γραμμάτω απ το μεσημέρι και μετά που γύρναγε απ τη δουλειά του... στη λάντζα...και μέσα όξω στον κήπο να σερβίρει και να συμπληρώνει να κερνάει και να βογγάει η Γραμμάτω...και να παρακαλάει να χει παρέα ο σχωρεμένος...μόνος όταν ήτανε δεν τον έκανε ζάπι, τίποτα δεν ταρεζε, όλα του βρωμούσαν κι όλα του ξινίζανε, δύσκολος άνθρωπος...Θε μου σχώρα με και σχώρεσέ τον... μονολογούσε κι έκανε το σταυρό της, όποτε τα θυμότανε.
Και τελευταία από τότε που τους είπαν για τον καινούριο δρόμο και για το σπίτι τον είχε στο μυαλό της μέσα, συνέχεια το σχωρεμένο. Που ναι τος να τη συντρέξει να τους τα πει...που πάτε ωρε κατσαπλιάδες που θα μου πάρετε το σπίτι κοψοχρονιά για να φτιάξετε το δρόμο σας, ουστ απα δα κοράκια μονο αν λύσω τον άλσο θα το πάρετε ρε απατεώνες, την υπογραφή μου δε θα τη δείτε... τρία χρόνια το πάλεψε ο σχωρεμένος κι ένα ένα αδειάζαν τα σπίτια στη γειτονιά, όλοι υπέγραφαν και μείναν μόνοι τους με τη τρελοβασίλω από παραπάνω, τα παιδιά φευγάτα από χρόνια...την άφησε κι αυτός μονάχη, έμεινε η Γραμμάτω στο σκαμπουδάκι της με το τελεσίγραφο στο χέρι να κοιτά τις γλάστρες της, τα κορίτσια της...και μόνο αυτές σκεφτόταν...πού θα τις έβαζε στο μπαλκόνι;
Μόλις τελείωνε το λοιπόν και το κατάβρεγμα του τραπεζιού, τοκλεινε το λάστιχο κι έπαιρνε το σφουγγάρι της και ανάσα βαθιά. Έριχνε και μια ματιά στα κορίτσια της... κι υπομονή τους έλεγε, έρχεται κι η σειρά σας κοκκόνες μου θα σας περιποιηθώ και θα σας πω τα μαντάτα τα τελευταία να ετοιμάζεστε κορίτσια θα φύγουμε μας διωχνουνε...αλλά έννοια σας θα βρω μεγάλο μπαλκόνι και θα σας βολέψω, μον μη μου στεναχωριέστε και μου πάθετε τίποτα κορτσούδια μου γιατί την κλεισούρα δίχως τη μυρωδιά σας δεν θα την αντέξω τσούπρες, έλεγε στα τριαντάφυλλα και στη γαρδένια της το καμάρι της και στο φούλλι το τσαχπίνικο και στο γιασεμί της το ντροπαλό. Και τα μιλούσε τα κορίτσια και τα ελευθέρωνε απ τα χορτάρια και τους χάιδευε τα φύλλα κι έσκυβε και τα μύριζε, τα μύριζε συνέχεια.Κι αφού τελείωνε τη γύρα γέμιζε τον κουβά με το λάστιχο κι έπαιρνε το μπρίκι και τα πότιζε λίγο, λίγο κι άφηνε το νερό να το ρουφήξει το χώμα πρώτα και συμπλήρωνε κι άλλο, λιγο λίγο τη φορά μέχρι να της πουν τα κορίτσια πως δροσίστηκαν και ξεδίψασαν.
Τώρα ήταν έτοιμη να πιει τον καφέ της η Γραμμάτω και το τσιγαράκι της, ο θεός να τον αναπάυσει το σχωρεμένο ποτέ δεν της είπε να το κόψει και την κρυφοκοίταζε όταν το πινε και κείνη ντρεπότανε και κατέβαζε το κεφάλι...α, ρε Γραμμάτω θεριακλού της έλεγε και γέλαγε, ούτε όταν το κοψε ο ίδιος ένα χρόνο πριν πεθάνει που του παν οι γιατροί να διαλέξει, ούτε τότες τη ζόρισε τη Γραμμάτω και την κοίταγε και γέλαγε.
Και πάνω στην ώρα που βαζε το φλυτζάνι της στο τραπέζι και το μπρίκι από δίπλα εμφανιζόταν κι η τρελοβασίλω από παραπάνω που βγαινε για την πρωινή της την τσάρκα.
Καλημέρα Τούλα, φώναζε η Βασίλω και πιανόταν από τα κάγκελα του κήπου. Τι φκιάνς Τούλα μου με το τσιγαράκι σου και το καφεδάκι σου...τον έστειλες τον κύρη σου και μια χαρά αρχόντισσα είσαι Γραμμάτω... και γέλαγε η Γραμμάτω και ζέστα ζέστα Τούλα μου, συμπλήρωνε η Βασίλω. Από το Μάη και μέχρι το Σεπτέμβρη είτε ρωτούσε είτε απαντούσε η Βασίλω...ζέστα ζέστα έλεγε στο τέλος και σκουπιζόταν με το μαντήλι της.
Έλα μέσα να σε κεράσω έναν καφέ να πιεις και να νερό να δροσιστείς της έλεγε η Γραμμάτω.
Όι μωρε, είπχα είπχα γιόμισε η κοιλιά μου Τούλα μου, τάνισε το μέσα μου... και καφέδες και νερά κι ο διάολος στον πατέρα μ' είπχα, μέχρι εδώ είμι...κι έδειχνε τη μύτη της η Βασίλω... ξημέρωσα πάλε σήμερα στο τραπέζι Τούλα μ'...ζέστα, ζέστα πάλε.
Υπομονή Βασίλω θα περάσει... και που θε λα παένς, τώρα; τη ρώταγε η Γραμμάτω κάνοντας την ανήξερη.
Α σιακάτ στη θάλασσα να δω τι γένινται οι κερατάδες Τούλα μ' να πιάσω και μπουγάζι να πάρω φρέσκο Τούλα μ' γιατί ζέστα, ζέστα πάλε σήμερα.
Γέλαγε η Γραμμάτω και μη λες έτσι Βασίλω της έλεγε κι είναι και της Αγιά Παρασκευής Βασίλω ...κάθε μέρα κάποιον γιόρταζε η Γραμμάτω και σταυροκοπιόταν μα άγιο μα παράγιο μα όσιο μα μάρτυρα όλους τους γιόρταζε...τους έβλεπε στο ημερολόγιο και το λεγε της Βασίλως, μπας και τη συνετίσει, γιατί την ήξερε τη συνέχεια η Γραμμάτω κι όσο προσπαθούσε να την αποφύγει τόσο τη φούντωνε τη Βασίλω.
Άιντε στο καλό Βασίλω και καλό φρέσκο της έλεγε η Γραμμάτω για να κλείσει την κουβέντα.
Τι στο καλό μωρ Τούλα με λες, δε θα με ρωτήσεις πουτάνα...κανείς πούστης δε με ρώτησε σήμερα, ούλοι φύγανε κιότεψαν οι γαμημένοι Τούλα μ',μόναχες μείναμε δε θα με ρωτήσεις...ζεστα ζέστα Τούλα μ' άρχισε να βρίζει η Βασίλω και θύμωνε κι αγρίευε κι ίδρωνε και δώστου σκουπιζότανε.
Εντάξει εντάξει της έλεγε η Γραμμάτω που τη φοβότανε τη Βασίλω όταν άρχιζε να θυμώνει...να σε ρωτήσω Βασίλω να πας στο καλό...τα παράθυρα δεν τανοιξες ψες το βράδυ που χε ζέστα να δροσιστείς και να κοιμηθείς Βασίλω;
Έπαιρνε τότε το σκανταλιάρικο χαμόγελο η Βασίλω κι έλεγε... αχ, Τούλα μ' τάνοιξα και τα παράθυρα άνοιξα και τις πόρτες μ' άνοιξα... και σας συμβαίνει εσάς Τούλα μ'...σας συμβαίνει όταν ανοίγετε τα παραθυρα και τις πόρτες να μπαίνουν τρεις λύκοι, μαύροι, αδέσποτοι και να σας γαμάνε Τούλα μ'...ζέστα ζέστα πολύ σήμερα Τουλα μ' έλεγε η Βασίλω και ξεραίνονταν στα γέλια και δεν περίμενε απάντηση, ούτε χαιρέταγε...το λεγε κι έπαιρνε τον κατήφορο για τη θάλασσα η Βασίλω, γελώντας.
Πες ρε Παπάζογλου, γκαρντάση... πες το τρεις λύκοι αδέσποτοι για την τρελοβασίλω να γουστάρουμε!
Καφέ δεν έπινε απ το κρεβάτι στο νιπτήρα κι από κει στο λάστιχο...άνοιγε πολύ το νερό και κατάβρεχε για ώρα. Πρώτα το χώμα του δρόμου, να κατακάτσει... για δεν την μπόραε τη σκόνη, χωνότουνε παντού η άτιμη, μέχρι και στο λαιμό της και σαν άρχισε να βήχει η Γραμμάτω ξεχνούσε να σταματήσει. Μετά είχαν σειρά τα τσιμέντα, η σκάλα οι καρέκλες και το τραπέζι του κήπου... και το σκαμπουδάκι της, οι καρέκλες ήταν για τους μουσαφιραίους... η Γραμμάτω είχε δεν είχε κόσμο στο σκαμπουδάκι της τον έπινε τον καφέ της.
Συνήθεια από τότε που ζούσε ο άντρας της και το σπίτι της δεν άδειαζε από μουστερήδες. Γιατί μουστερήδες ήταν οι μουσαφιραίοι της Γραμμάτως μουστερήδες απαιτητικοί, όποιον έβρισκε στο δρόμο ο σχωρεμένος στο σπίτι τον κουβάλαγε...και σαν στο σπίτι σου, του λεγε. Μπαχτσές ο σχωρεμένος, όλο μασλάτια και γέλια και πειράγματα ατελείωτα... δεν τα κατάφερνε χωρίς παρέα, χωρίς ούζο και μεζέ. Κι η Γραμμάτω απ το μεσημέρι και μετά που γύρναγε απ τη δουλειά του... στη λάντζα...και μέσα όξω στον κήπο να σερβίρει και να συμπληρώνει να κερνάει και να βογγάει η Γραμμάτω...και να παρακαλάει να χει παρέα ο σχωρεμένος...μόνος όταν ήτανε δεν τον έκανε ζάπι, τίποτα δεν ταρεζε, όλα του βρωμούσαν κι όλα του ξινίζανε, δύσκολος άνθρωπος...Θε μου σχώρα με και σχώρεσέ τον... μονολογούσε κι έκανε το σταυρό της, όποτε τα θυμότανε.
Και τελευταία από τότε που τους είπαν για τον καινούριο δρόμο και για το σπίτι τον είχε στο μυαλό της μέσα, συνέχεια το σχωρεμένο. Που ναι τος να τη συντρέξει να τους τα πει...που πάτε ωρε κατσαπλιάδες που θα μου πάρετε το σπίτι κοψοχρονιά για να φτιάξετε το δρόμο σας, ουστ απα δα κοράκια μονο αν λύσω τον άλσο θα το πάρετε ρε απατεώνες, την υπογραφή μου δε θα τη δείτε... τρία χρόνια το πάλεψε ο σχωρεμένος κι ένα ένα αδειάζαν τα σπίτια στη γειτονιά, όλοι υπέγραφαν και μείναν μόνοι τους με τη τρελοβασίλω από παραπάνω, τα παιδιά φευγάτα από χρόνια...την άφησε κι αυτός μονάχη, έμεινε η Γραμμάτω στο σκαμπουδάκι της με το τελεσίγραφο στο χέρι να κοιτά τις γλάστρες της, τα κορίτσια της...και μόνο αυτές σκεφτόταν...πού θα τις έβαζε στο μπαλκόνι;
Μόλις τελείωνε το λοιπόν και το κατάβρεγμα του τραπεζιού, τοκλεινε το λάστιχο κι έπαιρνε το σφουγγάρι της και ανάσα βαθιά. Έριχνε και μια ματιά στα κορίτσια της... κι υπομονή τους έλεγε, έρχεται κι η σειρά σας κοκκόνες μου θα σας περιποιηθώ και θα σας πω τα μαντάτα τα τελευταία να ετοιμάζεστε κορίτσια θα φύγουμε μας διωχνουνε...αλλά έννοια σας θα βρω μεγάλο μπαλκόνι και θα σας βολέψω, μον μη μου στεναχωριέστε και μου πάθετε τίποτα κορτσούδια μου γιατί την κλεισούρα δίχως τη μυρωδιά σας δεν θα την αντέξω τσούπρες, έλεγε στα τριαντάφυλλα και στη γαρδένια της το καμάρι της και στο φούλλι το τσαχπίνικο και στο γιασεμί της το ντροπαλό. Και τα μιλούσε τα κορίτσια και τα ελευθέρωνε απ τα χορτάρια και τους χάιδευε τα φύλλα κι έσκυβε και τα μύριζε, τα μύριζε συνέχεια.Κι αφού τελείωνε τη γύρα γέμιζε τον κουβά με το λάστιχο κι έπαιρνε το μπρίκι και τα πότιζε λίγο, λίγο κι άφηνε το νερό να το ρουφήξει το χώμα πρώτα και συμπλήρωνε κι άλλο, λιγο λίγο τη φορά μέχρι να της πουν τα κορίτσια πως δροσίστηκαν και ξεδίψασαν.
Τώρα ήταν έτοιμη να πιει τον καφέ της η Γραμμάτω και το τσιγαράκι της, ο θεός να τον αναπάυσει το σχωρεμένο ποτέ δεν της είπε να το κόψει και την κρυφοκοίταζε όταν το πινε και κείνη ντρεπότανε και κατέβαζε το κεφάλι...α, ρε Γραμμάτω θεριακλού της έλεγε και γέλαγε, ούτε όταν το κοψε ο ίδιος ένα χρόνο πριν πεθάνει που του παν οι γιατροί να διαλέξει, ούτε τότες τη ζόρισε τη Γραμμάτω και την κοίταγε και γέλαγε.
Και πάνω στην ώρα που βαζε το φλυτζάνι της στο τραπέζι και το μπρίκι από δίπλα εμφανιζόταν κι η τρελοβασίλω από παραπάνω που βγαινε για την πρωινή της την τσάρκα.
Καλημέρα Τούλα, φώναζε η Βασίλω και πιανόταν από τα κάγκελα του κήπου. Τι φκιάνς Τούλα μου με το τσιγαράκι σου και το καφεδάκι σου...τον έστειλες τον κύρη σου και μια χαρά αρχόντισσα είσαι Γραμμάτω... και γέλαγε η Γραμμάτω και ζέστα ζέστα Τούλα μου, συμπλήρωνε η Βασίλω. Από το Μάη και μέχρι το Σεπτέμβρη είτε ρωτούσε είτε απαντούσε η Βασίλω...ζέστα ζέστα έλεγε στο τέλος και σκουπιζόταν με το μαντήλι της.
Έλα μέσα να σε κεράσω έναν καφέ να πιεις και να νερό να δροσιστείς της έλεγε η Γραμμάτω.
Όι μωρε, είπχα είπχα γιόμισε η κοιλιά μου Τούλα μου, τάνισε το μέσα μου... και καφέδες και νερά κι ο διάολος στον πατέρα μ' είπχα, μέχρι εδώ είμι...κι έδειχνε τη μύτη της η Βασίλω... ξημέρωσα πάλε σήμερα στο τραπέζι Τούλα μ'...ζέστα, ζέστα πάλε.
Υπομονή Βασίλω θα περάσει... και που θε λα παένς, τώρα; τη ρώταγε η Γραμμάτω κάνοντας την ανήξερη.
Α σιακάτ στη θάλασσα να δω τι γένινται οι κερατάδες Τούλα μ' να πιάσω και μπουγάζι να πάρω φρέσκο Τούλα μ' γιατί ζέστα, ζέστα πάλε σήμερα.
Γέλαγε η Γραμμάτω και μη λες έτσι Βασίλω της έλεγε κι είναι και της Αγιά Παρασκευής Βασίλω ...κάθε μέρα κάποιον γιόρταζε η Γραμμάτω και σταυροκοπιόταν μα άγιο μα παράγιο μα όσιο μα μάρτυρα όλους τους γιόρταζε...τους έβλεπε στο ημερολόγιο και το λεγε της Βασίλως, μπας και τη συνετίσει, γιατί την ήξερε τη συνέχεια η Γραμμάτω κι όσο προσπαθούσε να την αποφύγει τόσο τη φούντωνε τη Βασίλω.
Άιντε στο καλό Βασίλω και καλό φρέσκο της έλεγε η Γραμμάτω για να κλείσει την κουβέντα.
Τι στο καλό μωρ Τούλα με λες, δε θα με ρωτήσεις πουτάνα...κανείς πούστης δε με ρώτησε σήμερα, ούλοι φύγανε κιότεψαν οι γαμημένοι Τούλα μ',μόναχες μείναμε δε θα με ρωτήσεις...ζεστα ζέστα Τούλα μ' άρχισε να βρίζει η Βασίλω και θύμωνε κι αγρίευε κι ίδρωνε και δώστου σκουπιζότανε.
Εντάξει εντάξει της έλεγε η Γραμμάτω που τη φοβότανε τη Βασίλω όταν άρχιζε να θυμώνει...να σε ρωτήσω Βασίλω να πας στο καλό...τα παράθυρα δεν τανοιξες ψες το βράδυ που χε ζέστα να δροσιστείς και να κοιμηθείς Βασίλω;
Έπαιρνε τότε το σκανταλιάρικο χαμόγελο η Βασίλω κι έλεγε... αχ, Τούλα μ' τάνοιξα και τα παράθυρα άνοιξα και τις πόρτες μ' άνοιξα... και σας συμβαίνει εσάς Τούλα μ'...σας συμβαίνει όταν ανοίγετε τα παραθυρα και τις πόρτες να μπαίνουν τρεις λύκοι, μαύροι, αδέσποτοι και να σας γαμάνε Τούλα μ'...ζέστα ζέστα πολύ σήμερα Τουλα μ' έλεγε η Βασίλω και ξεραίνονταν στα γέλια και δεν περίμενε απάντηση, ούτε χαιρέταγε...το λεγε κι έπαιρνε τον κατήφορο για τη θάλασσα η Βασίλω, γελώντας.
Πες ρε Παπάζογλου, γκαρντάση... πες το τρεις λύκοι αδέσποτοι για την τρελοβασίλω να γουστάρουμε!
Μαζί
Μαζί θα ξημερώσουμε καμάρι μου. Μαζί γιατί το θέλω. Μαζί γιατί το ζήτησες. Μαζί γιατί στο χρωστάω και μέχρι ναρθω να σε βρω θα μείνει ανοιχτός ο λογαριασμός και θα με βαραίνει.
Γιατί εσύ έφυγες κι εγώ κιχ
Γιατί εσύ τα πλήρωσες τα αλλαζονικά βόδια κι εγώ ταντέγραψα
Γιατί εσύ τη ζωγράφισες κόκκινη τη γραφειοκρατία...θανατηφόρα την είπες κι εγώ την ψήφισα
Γιατί εσύ την ξεμπρόστιασες την πτυχιούχο προστυχιά κι εγώ τη χάιδεψα.
Πες μου, πες καμάρι μου, πες μου για τα μαλλιά τα χαμένα και το ηλίθιο βλέμμα των περαστικών
Πες μου, πες μου κοπέλα μου για το θυμό και το βήχα που έφερνε... και τη φωνή, τη φωνή που κοβόταν
Πες μου, πες μου γιαβρί μου για τις άπειρες ώρες στο κρεβάτι και τα ουρλιαχτά απ τον πόνο
Πες μου, πες μου κορίτσι μου για τον πανικό... για τον επόμενο πόνο
Πες μου, πες μου Αμαλία για τη χαμένη ζωή
Πες μου Αμαλιώ, δως μου... για να αλαφρώνω και να βαραίνω πάλι
Γιατί εσύ έφυγες κι εγώ κιχ
Γιατί εσύ τα πλήρωσες τα αλλαζονικά βόδια κι εγώ ταντέγραψα
Γιατί εσύ τη ζωγράφισες κόκκινη τη γραφειοκρατία...θανατηφόρα την είπες κι εγώ την ψήφισα
Γιατί εσύ την ξεμπρόστιασες την πτυχιούχο προστυχιά κι εγώ τη χάιδεψα.
Πες μου, πες καμάρι μου, πες μου για τα μαλλιά τα χαμένα και το ηλίθιο βλέμμα των περαστικών
Πες μου, πες μου κοπέλα μου για το θυμό και το βήχα που έφερνε... και τη φωνή, τη φωνή που κοβόταν
Πες μου, πες μου γιαβρί μου για τις άπειρες ώρες στο κρεβάτι και τα ουρλιαχτά απ τον πόνο
Πες μου, πες μου κορίτσι μου για τον πανικό... για τον επόμενο πόνο
Πες μου, πες μου Αμαλία για τη χαμένη ζωή
Πες μου Αμαλιώ, δως μου... για να αλαφρώνω και να βαραίνω πάλι
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)