Τετάρτη 30 Απριλίου 2008

Στρατιώτης τεθωρακισμένων, Καραμήτρου Ρούλα...

...ειδικότητα πυροβολητής-ασυρματιστής, μέσου άρματος Leopard 1V
Παρουσιάζομαι στην απογευματινή αναφορά της επιλαρχίας, για να σας αναφέρω ότι:

Οι Τσιτσάνιοι σκοποί τραγουδιούνται στη νοτιοδυτική μπάντα της Καυκασίας...με τους Ζαμπέτιους, την Οντέσα και το Κογκό, μη με μπερδεύετε...αρκεστέιτε στην είδηση...ναι έχει συννεφιασμένες Κυριακές και απέναντι...να μα το Θεό σας λιέω!


Get your own playlist at snapdrive.net!



μον' που τις λένε Bullutlu Pazar,αλλά τις τραγουδάνε το ίδιο...ή σχεδόν το ίδιο, κάπως έτσι...


Σκεπασμένη με σύννεφα η Κυριακή, ίδια με την καρδιά μου

Θε μου, μη μας στερήσεις την ελπίδα, μη μας τη στερήσεις,
για έχουμε σύννεφα μες στην καρδιά μας (δις)

Μου τελείωσε εμένα η χαρά, μια τέτοια βροχερή μέρα
Αγάπη μου, από τότε που έχεις φύγει, ίδια είν'η βροχή μέσα μου
κι ακόμα πιο βαθιά

Κλαίνε σήμερα τη μοίρα μου, τα βρεγμένα τα σοκάκια
Όταν αναπολώ τόνομά σου... το κάνω συνέχεια...
για νακούσει ο Θεός το παράπονό μου, που σήμερα είναι Κυριακή


Υ.Γ. Ο τούρκος ξέρει ότι έχει πέσει σε ατόπημα που τραγουδάει Τσιτσάνη, γιαυτό λέει δις το "Θε μου μη μου στερήσεις την ελπίδα"


αλλά και το Μανολάκι τραγουδάν απέναντι



Get your own playlist at snapdrive.net!







και το τέλι, τέλι, τέλι...yalan κι απα κει ο ντουνιάς



Get your own playlist at snapdrive.net!





Τα τραγούδια, αδέρφια τα χρωστάμε στο μπομποτζίνγκο μάστορα.
Yasa, be Cingo

Τρίτη 29 Απριλίου 2008

Ακούω;

Ο Θρασύβουλάς που προχτές έδωσε την απάντηση στο γρίφο τα μάτα κίτεράνε, είπε και για μια γυναίκα, ενήλικη τυφλοκωφή με ελαφρρά κινητική αναπηρία. Τη ρώτησαν κάποια στιγμή... με τα δάχτυλα στο εσωτερικό της παλάμης της, τι σου λείπει πιο πολύ...τι θα θελες;
Και κείνη απάντησε...νακούω

Υ.Γ.
Επειδή, αρκετά χλουχουριάσαμε στο καζάνι χτες
Ευχαριστώ εσάς που ήρθατε, αντάμα...όσο για τους άλλους(όπως το ορίζει ο άλλος, ρε!) θα υπάρξουν, πάμπολλες ευκαιρίες...μον'ναμαστε γεροί να βράζουμε αδέρφια!

Δευτέρα 28 Απριλίου 2008

Βόρειοι και Νότιοι





"Πάλι εκεί;" ρώτησε ο Θοδωράκης "Σαν τα κοτοπουλάκια στην ταϊστρα" είπε το βλαχούλι που το 'χε καμάρι, πως κι αυτός σαν το Χότζα όλα τα ξερε...μον'πότε θαποθάνει δεν ήξερε.

"Εδώ, εδώ πατέρα" είπε το κοτοπουλάκι και τον φίλησε σταυρωτά.
"Χρόνια πολλά και του χρόνου στα ποδάρια μας θυγατέρα...έλα να φάμε να σου πω και για ταυγά"

"Για πε, ρε πατέρα ποιανού αυγό ήταν το πιο γιρό, φέτος;", ρώτησε το κοτοπουλάκι, αφού τσούλησε ως την κουζίνα
"Άντε, άντε βλακείες" πετάχτηκε η μάνα "ένα λάθος κάναμε θα τακούμε μέχρι του χρόνου, πατέρας και κόρη μαζί"
"Πες πες, βρε πατέρα, ποιος κέρδισε;"
"Το δικό μου, πάντως όχι...ήταν το δέκατοπέμπτο"
"Και τα δικά μας, και τα δικά μας, όλοι φέτος το δέκατο πέμπτο τραβήξαμε" είπαν μένα στόμα οι υπόλοιποι τρεις του τραπεζιού.

Η μάνα λύθηκε στα γέλια!
"Πες πες θόδωρε!" του πε
"Κοίτα, βρε παιδί μου...η μαμά φέτος ήθελε να βράσει πολλά αυγά για ναχουμε και μετά την Πασχαλιά που μας αρέσουν. Ήθελε να τα κάνει και καϊσια,ούτε πολύ σφιχτά να σου κάθεται στο λαιμό ταυγό, ούτε και μελάτα...δεν της πάει της πασχαλιάς το μελάτο ταυγό, χρόνια τώρα"
Γέλια διακόπτουν τη διήγηση
Το Χρυσουλιώ σουφρώνει τα μούτρα και επαναλαμβάνει το "χρόνια τώρα" κολλώντας το..."όλα τα ξέρει ο πατέρας σου, χρόνια τώρα"

"Οπότε για να το πετύχει το σκέδιο η μαμά τα βρασε δεκαπέντε- δεκαπέντε στην κατσαρόλα για να χωρέσουν και ταφησε 12 λεπτά με το ρολόι την κάθε βρασιά για να το πετύχει το καϊσι
"Και που λιες θυγατέρα λέει ο παπάς το Χριστός Ανέστη, κάνουμε το σταυρό μας, φιλιόμαστε και βγάζω ταυγό απ την τσέπη. Έρχεται το Λενιώ, πρώτο να τσουγκρίσουμε. Κάθομαι εγώ από κάτω σαν μεγαλύτερος και ταφήνω να χτυπήσει το μικρό...και χτυπάει... όχι πολύ δυνατά, ξέρεις είναι κιευγενικό το μικρό...κι αντι για τσακ έκανε κλατς ταυγό μου και πετάχτηκε, ολούθε σαν συντριβάνι...ίσα που πρόλαβα να το ρουφήξω πιδί μου, ταυγό μου. Άντε και του χρόνου σφιχτά ταυγά Χρυσουλιώ...ρουφηχτά δεν παέννει της πασχαλιάς"

Γέλια, μέχρι δακρύων το πατεριτσοφόρο κοτοπουλάκι, την ήξερε την ιστορία...τοχε ρουφήξει και κείνη ταυγό της απ΄το πρωί.
Κι αφού έφαγαν, είπαν , γέλασαν ήπιε και το Ρουλιώ την κοκα κόλα της, σχόλασε το τραπέζι

"Άντε, τσούλα Ρούλα. Ρούλα τσούλα, πίσω στην ταϊστρα", μονολόγησε η κουτσή, ενώ οι όλοι,οι υπόλοιποι, πλην του Θοδωράκη που την έκανε με ελαφρά, χαμογελαστά πηδηματάκια έπλεναν τα πιάτα.

Έτσι συνέβη με ταυγά, φέτος στο Βορρά.
Λίγα τα λόγια στο Βορρά σαν ναταν ακριβά. Λίγα... τα σοβαρά, περιτριγυρισμένα με μασλάτια πολλά.Λίγα ξελίγα έτσι ήταν οι βόρειοι κι ήταν πάντα εδώ, όπως ήξερε ο καθένας.
Τους ήξερε τους βόρειους το Ρουλιώ δεν μιλούσαν πολύ κι όταν μιλούσαν τα λέγαν απλά...τώρα με τους νότιους,που τοχαν το σπικάρισμα... νε ζναμ, που λέει κι ο κύριος Πετεφρής, δεν ξέρω κι είναι και πολλοί και μερικούς, μόνο με λεξικό τους καταλαβαίνει το Ρουλιώ.
Γιαυτό βρε αδέρφια, ντικατλίολ λουτφεν...προσέχετε...πολύ, σας παρακαλώ τι λιέτε και πως το λιέτε, γιατί τα πιστεύει το κοτοπουλάκι...κι είναι μην του υποσχεθείς του παιδιού και του τρελλού, δε θα μπορέσει να πει...έλα, μωρέ δεν πειράζει






Κυριακή 27 Απριλίου 2008

Καλή Πάσχα, αδέρφια!

Επειδή ο κύριος Πετεφρής το ευχήθηκε, χθες

"Αννέ,…αυγά κόκκινα και τσουρέκ’, γιαπατζάσμ άννετζιμ;"

Κάθε χρόνο το ίδιο βιολί… εκεί κατά τη Μεγάλη Τρίτη με Τετάρτη έπεφτε η ερώτηση, ανάλογα τι νέα φέρναν τ’αλλά παιδούδια στο πάρκο… απ΄την πόρτα της αυλής και με ένταση τόση, ώστε το ναι να είναι σίγουρο.

"Εβέτ τσοτζούμ, γιαπατζάζ" του ‘λεγε η Χατιτζέ…τι να κάνει, ήξερε ότι δεν γλίτωνε εύκολα απ’ το μεγάλο της… το ‘ξερε απ’ τις τηγανητές πατάτες και το γκίρι γκίρι του, το ασταμάτητο, στο κατώι της κουζίνας.

Έβαζε, λοιπόν την ποδιά η Χατιτζέ και τη μεγάλη κατσαρόλα με το νερόξυδο στη μασίνα κι έπιανε να καθαρίσει τα κρεμμύδια.
Μπογιά δεν έπαιρνε…μην τους πάρει χαμπάρι κι η γειτονιά…τα ‘βαφε με τα κρεμμυδότσουφλα τ’αυγά. Ο κανακάρης της τα ήθελε κατακόκκινα τα άυγά σαν της κυρά Τασούλας, της γειτόνισσας. Η Χατιτζέ όμως που ‘θελε και το χατήρι του τσοτζούκ να κάνει και τη συνείδησή της να έχει ήσυχη, επέμενε σθεναρά στα κρεμμυδότσουφλα και στα σαν κόκκινα... πορτοκαλί αυγά.

Μόλις τ’αυγά άρχιζαν να σιγοβράζουν η Χατιτζέ σήκωνε τα μανίκια για να πιάσει τη μαγιά, για τα τσουρέκια.

Η διαδικασία ίδια…μα με μυρωδιά, αλλιώτικη. Έπιανε τη μαγιά στη μεγάλη μπακιρένια ζυμώστρα, την κουκούλωνε με μια κουβέρτα και την έβαζε στο σκαμνάκι, δίπλα στη μασίνα να φουσκώσει… ν’ αφρατέψει η ζύμη. Τρία τέσσερα κοιτάγματα, μετά κι όταν το ζυμάρι άρχιζε να ξεχυλίζει, έλεγε η Χατιτζε: "Ταμάμ, τσοτζούμ, χίζιρ γκελντί!" κι έπαιρνε τη ζυμώτρα απ’ το σκαμνάκι. Το τσουρέκι ήταν σε καλό δρόμο.

Ρωτούσε, ο Τζίνγκο απ’ τα σκαλοπάτια, μπάστακας σ’όλη τη διαδικασία, μην τυχόν και μετανιώσει η αννέ και δεν κάνει τα τσουρέκια… «Όλντού μου αννετζίμ;»… «Ταμάμ γιαβρούμ, ταμάμ» τον καθυσήχαζε η αννέ.

Μετέφερε η Χατιτζέ, τη ζύμώτρα στο σοφρά, μαζί με τα μυρωδικά κι έβαζε το βούτυρο στη φωτιά, φρέσκο βούτυρο, βουβαλίσιο να μυρίσει το τσουρέκι. Γονάτιζε η Χατιτζέ κι έριχνε πρώτα τα μυρωδικά στη ζύμη. Όχι κακκουλέ και μαχλέπι δεν τ’άρεζε… με βανίλια τα ‘θελε τα τσουρέκια. Φρέσκια βανίλια απ΄την Πόλη φερμένη, να την ανοίγεις και να σου ανοίγει την ψυχή, η μυρωδιά της… να σε κάνει να χαμογελάς.

Ρουχούμ ατσιλσίν, μπε τζανίμ… πως το λένε!
Ν’ανοίξει η έρημη ψυχή μου, βρε παιδί μου…ν’άνοίξει!

Και άνοιγε η ψυχή, μόλις άρχισε να φουρνίζει η Χατιτζέ και το τσοτζούκ απ' τα σκαλοπάτια άρχιζε να μυρίζει, παίρνοντας βαθιές ανάσες...όλο και βαθύτερες

"Ταμάμ αννετζίμ, ολντού μου;" τη ρωτούσε κάθε τόσο...

"Ολντού πασα 'μ, ολντού, αμά γκελ ιτσερντέ...καπί, καπαίμ...γιατί θ'ακούσει η γειτονιά τη μυρωδιά


Get your own playlist at snapdrive.net!




"Αμέτ, τούρκτσε κονούς, λούτφεν… μίλα τούρκικα σε παρακαλώ!"

Ο παππά Γιάννης τελείωσε την πρώτη ανάσταση του Σαββάτου, φόρεσε το καλιμάφκι του και πήρε το δρόμο για την αγορά.

Κουρασμένος ξεκουρασμένος το πράμα δε σήκωνε αναβολή. Έπρεπε να πάει να κανονίσει τα έπιπλα για τη Μαριώ του, το κορίτσι του, που θα το πάντρευε το Μάη. Τ’ασπρόρουχα και τα κεντήματα τα ‘χε έτοιμα η πρεσβυτέρα, το σπίτι το’χε κουτσοβολέψει με το δάνειο ο πάτερ… τα έπιπλα έμεναν για να είναι όλα έτοιμα για το Μαριώ.

Μπαίνει λοιπόν, ο παππα Γιάννης στο μαραγκούδικο.

-Καλώς ήρτες, παππά, λέει ο Αμέτ.
-Χος μπουλντούκ Αμέτ, λέει ο πάππα Γιάννης.
-Παππά-Γιάννη καφέ τα πιούμε;
-Τσοκ σεκερλί ολσούν, Αμέτ.
-Παίδί, ασλάν! Κάνε δυο τσοκ σεκερλί.
Το τσιράκι πήγε να ετοιμάσει τους καφέδες κάτω απ΄το άγρυπνο βλέμμα του κάλφα του μαραγκούδικου.

-Αμέτ ουστά, μουστερί βαρ’μ, ισλερ νάσιλ;
-Δόξα το Θεό παππά ντουλειά πολύ, λεφτά γιοκ.

-Ξέρω, ξέρω Αμέτ και σε μας το ίδιο είναι, είπε ο παπά Γιάννης. Μουστερή τσοκ άμα, παρά γιοκ!

-Τι τέλεις παππά, ρώτησε ο Αμέτ αφού γελάσαν και οι δυο.
-Αμέτ ουστά, μπενίμ Μαριώ εβλενετζέκ.
-Μπράβο παππά…πότε ο γάμος;
- Γιακιντά Αμέτ, το Μάη, ντολάπ, γιατάκ και σαλόν ιστίορουμ.
- Μπορώ τα σου κάνω παππά, και ντουλάπα και κρεβάτι… και σαλόνι, μπορώ.
-Μπιλίορουμ Αμέτ ουστά, άμα γκιουζέλ ιστίορουμ για τη μπενίμ Μαριώ!
-Έντάξει παππά, ωραίο τα το κάνω, μη στεναχωριέσαι τα’ρτώ τα πάρω μέτρα…τη Τρίτη, μετά τη Πάσχα

-Αμέτ ουστά, ντικατλί ολ… μπενίμ Μαριώ τσοκ γκιουζέλ έπιπλα, ιστίορουμ… καλή δουλειά, Αμέτ,ιστίορουμ... μπιλίορσουν!

- Εντάξει παππά, μη στεναχωριέσαι…εγώ μια φορά τα κανονίσω τη κόρη σου…τα το τυμάται όλη τη ζωή!

Άφωνος ο παπά Γιάννης…ξεροκατάπιε, κοκκίνισε και πήρε το νερό του.

-Τι έπατες παπά; ρώτησε ανήσυχος ο Αμέτ.
-Αμέτ ουστά…τουρκτσε κονούς, λούτφεν…μίλα τούρκικα να συνεννοούμαστε καλύτερα, είπε ο παππά Γιάννης σφίγγοντας δόντια και χέρια.

-Ταμάμ παππά, ταμάμ…κίζμα, μπε τζανίμ…Τρίτη γκελετζέμ…μέτρα αλατζάμ
- Αφερίμ Αμέτ ουστά…τώρα συνεννογιόμαστε! είπε ο παπά Γιάννης κι έσφιξε το χέρι του Αμέτ.

-Εντάξει, πάπά…ολντού και Καλή Πάσχα! του 'πε ο Αμέτ και τον ξεπροβόδισε, τον παπά Γιάννη,



Σάββατο 26 Απριλίου 2008

Μεγάλη Παρασκευή στη Σαρκοζί


Get your own playlist at snapdrive.net!



Γύρισε ο βιομηχανικός εργάτης του παλατιού...κατάκοπος τη Μεγάλη Πέμπτη με το αρνί του στον ώμο...είπαμε γενναιόδωρος και θρήσκος ο αφεντικός πλήρωσε για τις τελευταίες του αμαρτίες
Έλα , μωρέ τι'ναι 15 ωρίτσες παραγωγή, 7 μέρες τη βδομάδα για τρεις βδομάδες...αυτό το τελευταίο κάνε και μετά...θα σταματήσεις...θα καααθεσαι... Παρασκευή...(ευτυχώς το χει γρουσουζιά ο πιγκουίνος ο αφεντικός να δουλεύει το στρουμφοχώρι τη μεγάλη Παρασκευή)Σάββατο Κυριακή ΚΑΙ ΔΕΥΤΕΡΑ θα κάθεσαι σκλάβε και θα το τρως τ'αρνί μου
Καλή ανάσταση βρε κορίτσια τους είπε...έδωσε και το κάτιτις του για τις υπερωρίες (μη του τρώμε και το δίκιο) και ευχήθηκε στο επαναδουλεύειν από Τρίτη και μετά
χτυπώντας χαρωπά τις φτερούγες του

Γύρισε, λοιπόν ο βιομηχανικός εργάτης μη ξέροντας που να ακουμπήσει το κουρασμένο του κορμάκι. Χτύπησε κανα τρίωρο βαθύ ύπνου και σηκώθηκε φρέσκια φρέσκια(φτου σκόρδα νιάτο μου).Ανέβηκε στο αναρρωτήριο του δεύτερου για τον απογευματινοβραδυνό καφέ.
Εκεί που τα λέγανε με την κουτσή σκάει μύτη το Ευγενάκι το έττερο κορίτσι σκλάβα και προσκαλεί για τσίπουρα.
Την πέταξε τη σκούφια το καμάρι!
"Ποιοι θα μαστε;"
"Τέσσερα άτομα, παρεάκι...μη ρωτάς πολλά πολλά, ντύσου κι έλα να με πάρεις"
"Που λες να πάμε;"
"Κάτω, κάτω μπροστά στη θάλασσα...να φύγει η μυρωδιά της βιομηχανικής ζώνης...αδακά στο λαιμό μου την έχω" είπε το Ευγενάκι και το καμάρι συμφώνησε και η κουτσή ξερογλύφτηκε

"Καλά να περάσετε μωδό μου...ένα και για μένα" είπε η κουτσή και τσούλησε στη γραφείο
"Αχου μωδέ ΤΟ ΠΑΔΑΠΟΝΙΑΔΙΚΟ...πολλά βρε, πολλά θα πιουμε για σένα...και θα σε δώσω στο παρεάκι...θα πω για τη ζαρτιέρα και τη νέα μόδα "στηρίζω τον επίδεσμο".Έλα μωδε να του δώσω ένα φιλάκι...μον' τράβα τη γκαγκάνα σου, γιατί θα μου κάνεις κανένα σημάδι και πρέπει να μαι όμορφη σήμερα, πολύ όμορφη..."
"Όπα όπα, μικρό...τι γένιται...γκομενάκι μου μυρίζεται μεγαλοπεμπτιάτικα;"
"Δεν ξέρω...δεν ξέρω...θα φανεί" είπε με μυστήριο το καμάρι και αποχώρησε χαρωπή.¨

"Όπα του. όπα του... του παιδιού" μονολόγησε η κουτσή και ξανατσούλησε στην τρύπα της.

Μεγάλη Παρασκευή, βοήθειά μας ανέβηκε το καμάρι για τον πρωινό τον καφέ.
Η κουτσή άρχισε να ρωτάει για τους μεζέδες...τι άλλο και το καμάρι ναπαντάει για τον καιρό και το θαλασσινό αεράκι.
"Έλα μικρό...λέγε, πες τα όλα στη θεία Ρούλα...μη σε πιάσω στα χέρια μου"
"Τι να σου πω ρε αδέρφι...δε ξέρω...αλλά νομίζω ότι...ξαναερωτεύτηκα χτες το βράδυ...τον είδα και στον ύπνο μου το βράδυ, όνειρο καθαρό,μεγάλο...το θυμάμαι να εδώ το χω σου λέω" κι έβαλε το χέρι της στο πρόσωπό της μπροστά, το καμάρι

Βουρ βρε Λενιώ βουρ, καμάρι μου δεν τον είδες μπήκε...μπήκε στονειρο σου καμάρι μου
Αμήν γιαβρί μου...αμήν

Η γιαγιά, η Λέγκω


Get your own playlist at snapdrive.net!



Λέγκω τη λέγαν τη γιαγιά και κείνο και πολλά βράδια , πριν, αποκοιμιόταν σκεφτόμενοι τους άντρες της και κείνους που είχε και κείνους που έχασε, γιατί είχε γίνει ένα μαζί τους. Απ’ ανάγκη.

Γύρω στα εβδομήντα της κοιμήθηκε. Στα χέρια του ξανθού της.

Δεν ήξερε να παραπονιέται η Λέγκω, είχε κάτι πόνους τους είπε μετά, αλλά τα παιδιά είχαν τα δικά τους τις σκοτούρες τους, που να τους φορτώσει και με τους πόνους της, θα περνούσαν. Φορούσε και μαύρες κάλτσες χειμώνα καλοκαίρι τους γιατρούς δεν τους μπόραγε, όταν την πήγαν το κακό είχε προχωρήσει, πολύ.
«Λίγο νωρίτερα να τη φέρνατε θα το γλιτώναμε. Λυπάμαι.» τους είπε ο γιατρός
«Ντιπ, άχρηστη έγινα, σακάτισσα. Άντε να με πάρει να γλυτώσω και ‘γω και ‘σεις.» έλεγε του πατέρα.

Και κείνος για να ξεχάσουν και οι δυο το πόδι, της ξετύλιξε τη ζωή της, εκείνο το βράδυ.
«Πια να πάρει, ρε μάνα; Και τι θα τις κάνει τις βλάχες, αν σε πάρει, που θα γεμίσουν τον τόπο κουρίτσια;»

Είχε ειδικότητα η Λέγκω στις βλάχες.
Δεν τους τράταρε τον καφέ, μόνο τον έλεγε.
Ερχόταν οι βλάχες του μαχαλά με το φλυτζάνι κρυμμένο, κάτω απ’ το πεστιμάλι και το πεσκέσι τους φανερό, για τα ορφανά.
Όλα εν τάξει…και η Λέγκω πρόσφερε υπηρεσίες, περήφανα και οι βλάχες κάναν το καλό και το πουστοχώρι δεν ήξερε τίποτα.
Μετά το μεσημέρι, ο πατέρας χωνόταν στο κατώι, κάτω απ’ τον καλό τον οντά και απ’ τις σχισμές των σανιδιών, παρακολουθούσε την ιεροτελεστία.
Έμπαινε η βλάχα κι άφηνε το κάτιτις της, χωρίς μιλιά, μη θυμώσει η Λέγκω και σταματήσει να της λέει τα μελλούμενα.
Κι άρχισε και’λεγε η Λέγκω για τα κοπάδια και τα λιβάδια και τα τυριά. Για το τέλος άφηνε τις οδηγίες για τη γέννηση «πιδιού», στις φρεσκοπαντρεμένες.
«Με γεμάτο φεγγάρι και με παπούτσια, τα καλά όχι τα τσουράπια» ήταν οι οδηγίες και κρυφογελούσαν οι κόρες κι ο πατέρας απ’ το κατώι απορούσε.

«Αχ, πάν οι βλάχες, πάει και το ποδάρι, παιδί μου, άστα να με πάρει να κάτσω και ‘γω μια φορά ψηλά.»

Και με το ψηλά ο πατέρας θυμήθηκε τον παππα-Γόλη.
«Κι ο αξάδερφος σου, μάνα ο παπα-Γόλης, άμα ορεχτεί κανά μεζέ από ποιον θα τον ζητήσει;»

Τα κατάφερε ο πατέρας, γέλασε η Λέγκω.
«Α, τον αθεόφοβο που ‘θελε να το κόψω ζωντανό το γουρούνι…να από δω Λέγκω, λίγο, απ’ τα μπόσκα θα κόψουμε, θα την κάνουμε την τηγανιά. Ζωντανό είναι, δεν καταλαβαίνουν αυτά. Μες στο σπίτι το μεγαλώναμε…δεν καταλαβαίνουν αυτά…γίνεται βρε, τράγο…Θε μου σχώρα με.»

Συννέφιασε η Λέγκω.
«Κακό πράμα η πείνα, τι τραβήξαμε . Γι’ αυτό σου λέω…»
«Κι ο νοματάρχης, ρε μάνα; Αν έρθει και ρωτήσει γιατί δε βάλαμε σημαία τι θα του πούμε;»

Τα κατάφερε ξανά. Δεν ήταν πρώτη φορά που ήταν ανταριασμένη η Λέγκω.
«Να του πεις ότι δε βάλαμε σημαία, για δεν είχαμε. Ρούχα δεν είχαμε τι σημαίες και πράσιν’ άλογα κυρ- νοματάρχη μου, παντελονάκια για τα παιδιά την έκανα τη σημαία. Ντροπή κυρ- νοματάρχη μου, αλλά τι να κάνουμε, για τα παιδιά.»
« Άσε, τώρα ξανθό μου και το νοματάρχη και τον παππα-Γόλη και τις βλάχες, περσινά ξινά σταφύλια. Σύρε και φέρε μου την τσάντα της πεθεράς σου, της δασκάλας, που μου ‘στειλες. Κάτι έχετε ξεχάσει μέσα να στο δώσω, μην το’χω βάρος.»

Πήγε ο πατέρας. Το’χε αποφασίσει η Λέγκω να φύγει.

Άνοιξε την τσάντα και την επέστρεψε.
«Χαλάλι, βρε μάνα δικιά σου είναι. Να τη δώσεις στο πρώτο εγγόνι σου που θα στεφανωθεί, να τη δώσεις χαλάλι, εμένα με το στανιό μου την έδωσε η συγχωρεμένη. Δικιά σου είναι, μαζί με την τσάντα, να πιάσουν τόπο.»

Του χαμογέλασε η Λέγκω και του κράτησε το χέρι.
«Να κοιμηθώ τώρα μπιοκ μο, καλό. Να ξεκουραστώ.» του ‘πε η μάνα.

Παρασκευή 25 Απριλίου 2008

Η μάνα





Γιατί, η μαμά ετών 37, έδειξε το δρόμο και την άλλη πλευρά του νομίσματος
Για σας όλες κόρες, που δε φοβηθήκατε τους κακούς...και για όσες φορές βιάστηκα να μιλήσω


-Είναι… κανένας εύκαιρος να μου βάλει…… κανένα χέρι;
- (σιγή απ’ την άλλη μεριά του τηλεφώνου)… Εύκαιρος; Να… Σου… ΒΑΛΕΙ ΚΑΝΕΝΑ ΧΕΡΙ;… επαναλαμβάνει το στερνοπούλι και κοιταζόμαστε, γελώντας, πνιχτά και οι τρεις.
Καμία ανταπόκριση, αναμονή και σιγή.
- Μαμά… μάλλον εννοείς… αν μπορεί, κάποιος από τους τρεις μας… να σε βοηθήσει, λέει η μικρή, κάνοντας νόημα σε μας να σταματήσουμε τα γέλια και προσπαθώντας και η ίδια να συγκρατήσει τα δικά της.
- Ναι, ναι μωρέ, εξυπνάδες! 100 η αλεπού τα αλεπουδάκια 105 και θα μας μάθουν κι ελληνικά, τώρα στα γεράματα. Ας έρθει κάποιος να βοηθήσει και πνίγομαι.
Η στιχομυθία τελειώνει με το σύνηθες «γκρακ» του τηλεφώνου και τα αποτυπώματά του, στη μάπα τού, ως πριν, λίγο, συνομιλητή.

Μάνα σε κατάσταση, αλλοίμονο, εν δυνάμει εξάρτησης. Λύκος….μοναχός, από παιδί, με σβέρκο παχύ, όπως όλοι οι λύκοι που τη δλειά τους την κάνουν, μονάχοι. Και την ώρα της δυνητικής εξάρτησης, πανικός. Χάνουμε το σβέρκο και τον έλεγχο και τον μπούσουλα μαζί. Και τα ελληνικά μας και το χιούμορ μας και τα αυγά και τα πασχάλια!
Γέλια τραντάζουν τον πρώτο του πύργου. Γέλια, μέχρι δακρύων συνοδευμένα από την πολλαπλή επανάληψη της φράσης κλειδί.
«Χέρι, χέρι…αμέσως, εγώ στην αγάπη μου. Εγώ ο άντρας του σπιτιού», λέει ο αδερφός μας και ανεβαίνει στις πολεμίστρες.
… Χέρια ανεμιστήρες, απ’ την άλλη, με φρύδια σε ανοδική τάση και χείλια σφιγμένα να απορούν… οι εναπομένουσες αδερφές «Τατά».
-Τι ακούμε οι γυναίκες;
- Έλα, μωρέ, χιούμορ, χιούμορ…έκανε
Απλά, ήμασταν «γελαδεροί» στον πύργο, που λένε και στο πουστοχώρι. Τον Οιδίποδα, ούτε ακουστά δεν τον είχαμε…

Λύκος, λοιπόν η μάνα. Γερόλυκος πια, αρματωμένος, με την «Μπρέντα» στο χέρι, έτοιμη να κλείσει όλες τις παλιές πληγές. Έτοιμη να το τελειώσει το κακό. Το παλιό κακό… αυτό που έφερε και το νέο.

Λύκος από παιδί, μονάχη από τα τρία.
Στο σπίτι του νονού της, ένα σπίτι στα προσφυγικά, δίπλα στο σπίτι των, για λίγο, γονιών της και των τριών αδερφών της. Κάτι σαν όλοι μαζί κι ο ψωριάρης χώρια. Τον πήρε, το παιδί το μουτζούρη, από τα τρία… Και νόμιζε, παιχνίδι ήταν… Για λίγο θα ΄ναι. Θα με ξαναπάρουν. Δίπλα είναι, μια πόρτα δεν έφυγαν. Τους έβλεπε, τους άκουγε…
«Αυτοί, όμως δε με βλέπουν, δε μ’ακούν; Τους φωνάζω. Όχι, όχι, μονάχη το παιχνίδι, μαζί, είμαι μικρή… Είμαι μικρή. Πρέπει να φωνάξω πιο δυνατά, πιο δυνατά…ΓΙΑΤΙ;»
Κι όσο προσπαθούσε να φωνάξει πιο δυνατά το λυκάκι, τόσο η φωνή του δεν έβγαινε, πνιγόταν και το ‘πιάναν τα κλάματα.
Και κουράστηκε να προσπαθεί να φωνάξει πιο δυνατά και κατάλαβε ότι, οι άλλοι, δεν παίζουν. Δεν παίζουν τον μουτζούρη. Τη βάφτισαν, χωρίς να τη ρωτήσουν και τα φοβήθηκε τα χαρτιά και το παιχνίδι.

Κι άρχισε να κάθεται με το σοφό, μεγάλο νονό της και να τον ακούει. Μόνο να τον ακούει, μιλιά ντιπ. Να τον ακούει, να της λέει παραμύθια. Για τον Οδυσσέα, για τον Ηρακλή, για την Τροία, για θεριά, για τέρατα, για μάχες, για θάρρος, για νοσταλγία, για αγάπη. Δίπλα στη σόμπα, άκουγε και σώπαινε… και φανταζόταν το παιχνίδι.
Μόνο καμιά φορά, όταν τους έβλεπε από το παράθυρο να περνούν έξω απ’ την αυλή, θυμόταν το παιχνίδι κι εκείνο το ΓΙΑΤΙ;, ξαναπεταγόταν, ανέβαινε στο λαιμό και το ‘πνιγε το λυκάκι. Και προσπαθούσε να το καταπιεί, μα αυτό εκεί. Ξανανέβαινε…Και ήταν στυφό. Στυφό και πικρό.

Και άρχισε να τρώει, το λυκάκι, για να το σπρώξει να πάει παρακάτω. Γλυκά για να το γλυκάνει. Κοιτούσε απ’ το παράθυρο, έτρωγε, γλυκά κι άκουγε.

Και μαζί με τα παραμύθια του νονού, άκουγε και τα «εξ αμάξης», απ’ τη δασκαλίτσα την πεθερά του.
Δεν τη φώναζε, ποτέ με το βαφτιστικό της. Ή ανώνυμη κλήση ή με το πατρικό της επίθετο και τη γλυκιά, της εποχής, κατάληξη «-αινα». Με «μωρή» ή χωρίς «μωρή», ανάλογα τα κέφια.

Λαλίστατη η γιαγιά, γεμάτη η ίδια, σκασμένη από τη δασκαλίστικη σοφία της, ταγμένη να σκάει κόσμο. Ταγμένη στον καβγά.
Τι «Όποιος, τη νύχτα περπατεί ή μοιχεύει ή πορνεύει ή σκοτωμό γυρεύει», τι «Εμ, σε πήραμε, εμ, ζαχαροπλαστείο πρέπει ν’ ανοίξουμε, το φαί μας σου ξινίζει, μωρή –αινα;», τι «Παστρικιές τις έλεγε η μάνα μου όσες ζητάν συνέχεια να κάνουν μπάνιο», τι «άρμεγε και κούρευε, χέζε και δεμάτιαζε», ακούραστη η δασκαλίτσα και ευφάνταστη.

Όλους τους έπαιρνε η μπάλα και πρώτη απ’ όλους, μαζί με το λυκάκι και την κόρη της.
Όμορφη και τσαχπίνα η κόρη, εν αντιθέσει με τη δασκαλίτσα, μικρότερη κατά, πάρα, πολύ από τον νουνό. Φευγάτη, μονίμως στις γειτονιές. Ήθελε η κόρη… ήθελε να κάνει πολλά. Ένα φουστάνι ήθελε να πάρει, ποιος είδε το θεό και δεν το φοβήθηκε, τα μαλλιά της ήθελε να βάψει, ποιος είδε τη δασκαλίτσα και δε τη φοβήθηκε, ένα καφέ να πάει να πιει…Ποιος είδε το νουνό; Άφαντος, Θεός σχωρές τον, ο νουνός, από τις συρράξεις και εν γένει από τις πράξεις. Χωμένος στα βιβλία του…και το λυκάκι στο παράθυρο.

Να κοιτάει έξω για να μη βλέπει τα μέσα. Τη θόλωναν οι καβγάδες, την εξαφάνιζαν κι ήταν καλύτερα. Δεν έβλεπε, ούτε άκουγε, μόνο κοιτούσε έξω. Μα δεν έβγαινε. Έξω είχε κρύο. Από μικρή είχε πόδια και χέρια παγωμένα, μονίμως. Δεν τ’ άντεχε το κρύο. Κρύο και συναπαντήματα έξω. Πάλι θα φώναζε και δε θα την άκουγαν. Το ‘χε πάρει απόφαση πια.

Ώσπου μια μέρα, Τετάρτη δημοτικού το λυκάκι, γυρνώντας από το σχολείο, έβγαλε τα ρούχα του να βάλει το νυχτικό του. Σήκωσε τη μπλούζα του και είδε τη στρουμπουλή κοιλιά του…Ριγέ, ασπρόμαυρη. Το άσπρο το ήξερε, σαν το πρόσωπο της, σαν το χέρι της, σαν το μπράτσο της, σαν τη μασχάλη…όχι και ‘κει αυτό το μαύρο πράγμα… και ανάμεσα στα δάχτυλα… και στον αφαλό… και στο λαιμό της. Άρχισε να τρίβετε το λυκάκι, δυνατά να φύγει αυτό το μαύρο πράμα. Και πονούσε και κοκκίνιζε κι έτριβε. Κι αυτό μύριζε.

«Δες πώς είμαι. Δες πως έγινα. Είμαι βρώμικη. Πολύ βρώμικη. Άσε με να κάνω μπάνιο. Θέλω να καθαρίσω. Θέλω να κάνω μπάνιο. Θέλω να ‘μαι παστρικιά.» κραύγασε το λυκάκι, δείχνοντας πρώτη φορά νύχια και δόντια στη δασκαλίτσα, σαν λύκος σωστός.

Δεν της είπε τίποτα. Να μην ακούσει η γειτονιά. Της έφταναν τα μουρμουρίσματα για την κόρη της. Όχι και για την …εγγονή, τρόπος του λέγειν. Άναψε το καζάνι και τη σόμπα. Την έλουσε, την έτριψε με μπόλικο νερό και μοσχοσάπουνο, για ώρα πολύ, χωρίς κουβέντα. Την πήγε κοντά στη φωτιά. Τη σκούπισε, την έτριψε με κολόνια, παιδική, λεμόνι. Της χτένισε τα μαλλιά. Χαλάρωσε η μάνα. Κοιμήθηκε, ήσυχα, βαθιά, μέχρι το άλλο πρωί.

Την άλλη μέρα, το απόγευμα, Σαββάτο ήταν, ήρθε η κυρά-Βασιλική, η Αρμένισσα, από δίπλα με τα φρέσκα τα σπόρια να την πάρει, τη μάνα, για το καθιερωμένο τους σινεμά. Μια φορά τις δεκαπέντε που άλλαζε το έργο την έπαιρνε η κυρά- Βασιλική και πήγαιναν. Κοντά ήταν, με τα πόδια. Το διασκέδαζαν και οι δύο.
«Κάθε, Σαββάτο, κοπέλα μου το πρωί, εγώ πάω στο χαμάμ, στην πόλη και κάνω το μπάνιο μου. Να ’ρχεσαι να πηγαίνουμε, μαζί. Θα παίρνουμε το αστικό, θα κατεβαίνουμε κάτω, θα κάνουμε και τη βόλτα μας. Είναι ωραία, σαν εκδρομή, θα δεις.»

Ευτυχώς, η γειτονιά άκουσε και η μάνα άρχισε τις εκδρομές στο κέντρο και τις επισκέψεις στον «παράδεισο».
«Παράδεισος», μας έλεγε, από μικρά, όποτε το θυμόταν. « Άσπρα μάρμαρα, καθαρά, ζεστά νερά, ατμοί, μυρωδιές παντού. Ζεστές πετσέτες, μασάζ, λάδια αρωματικά…αγαλλίαση. Δεν το χωράν τα λόγια. Κρίμα που δεν το ζήσατε.» Κι όταν ξετσουμίσαμε, μπορούσε να μας το περιγράψει, καλύτερα… «Σαν το γλυκό μυστήριο της ζωής κορίτσια. Απόλαυση!»

Χαμάμ στο χαμάμ, σινεμά στο σινεμά, σπόρι στο σπόρι και καυγά στον καυγά μεγάλωσε το λυκάκι. Πήγε στο Γυμνάσιο και από ‘κει στη Σχολή των Λογιστάδων.

Ήταν μανούλα στους αριθμούς. Όσο κακή ήταν στα λόγια, τόσο τα πήγαινε καλά με τους αριθμούς. Ξεκάθαρα ήταν τα πράματα με τους αριθμούς. 1+1 κάνουν 2. Τίποτε άλλο. Όχι, σε άφησα, για λίγο, μπορεί και όχι. Όχι, δε σε έδιωξα…σε άφησα, γιατί δε μπορούσα να σε μεγαλώσω. Όχι, δε σ’ άκουγα, γιατί είχα άλλα τρία ν’ ακούσω. Ένα μόνιμο μπέρδεμα με τις λέξεις. 1+1 δεν ‘κάναν ποτέ 2. Οτιδήποτε άλλο, εκτός από 2 έκαναν. Κι όποιον πάρει ο Χάρος. Κι όποιος κατάλαβε, κατάλαβε.

Τους ξεχώρισε, η μάνα, τους αριθμούς από το δημοτικό, τους έμαθε εύκολα, τους ερωτεύθηκε. Κι αυτοί , ανταποκρίθηκαν. Της δόθηκαν, δεν την πρόδιδαν, τα κατάφερνε. Κι όσο τα κατάφερνε μαζί τους, τόσο την κανάκευαν και τη χάιδευαν. Κι αυτή ανταπέδιδε…έπαιζε.

Κι άρχισαν να την κανακεύουν και στη σχολή. Αριστεία, τιμές… στο σπίτι ο νονός, η κυρά Βασιλική, μέχρι και η δασκαλίτσα.
«Που το ‘χες κρυμμένο τόσο μυαλό, βρε –αινα; Πού να το φανταστώ η δασκάλα, κουβέντα δε μας χάριζες, τόσα χρόνια. Τώρα να δω που θα φτάσει η μύτη σου, που θα μας γίνεις και λογίστρια. Τι έχουν να δουν τα μάτια μου ακόμα;»… σαν κανάκεμα η δασκαλίτσα. Με τον τρόπο του ο καθένας.

Πήρε τα πάνω της η μάνα κι ευχαριστήθηκε το λυκάκι. Ξεθόλωσε γλύκανε, ομόρφυνε. Φεγγάρεψε το πρόσωπό της. Τα κατάφερνε, μονάχη.
Τελείωσε τη σχολή με διάκριση. Της βρήκε, ο διευθυντής της, τη δουλειά. Αμέσως, μετά την αποφοίτηση. 17 χρονών ήταν. Την έστειλε περήφανος.

Εκεί με το σκούρο μπλε της ταγιέρ, το δετό παπούτσι και τον κότσο της έλαβε την πρώτη μπιζουτιέρα της. Με τριαντάφυλλα.