Πέμπτη 11 Νοεμβρίου 2010

στο καθρεφτάκι μου, για το καινούριο φορεμένο τσίτι

νύχτες με πώμα αντρικό
νύχτες με πτώμα θηλυκό
νύχτες με πιώμα π’ αντηχεί
στόμα μωρουδιακό


νύχτες με κουκούλι τη μετάφραση
νύχτες πλατύσκαλα με θέα στην πρασιά
νύχτες με ρούχα λόγια δόντια νύχια δανεικά
θηλυκών επίορκων που άλλο δεν αντέχουνε γυμνές
νύχτες με άπνοιες νύμφες ονείρωξης σε αρπαγές

έρμη ψυχούλα μου πόσο για λίγο αγκαλιές
νυχτες με χνάρια βάλσαμο επίθεμα
σε φρέσκα δαγκωμένα μύχια παιδικά
γριές μου κουρασμένες εκπνοές, όσο περίλυπες γραφές

απαντοχής λαχανιασμένης συντροφιές
να γλείψει η ανάσα μου αέρα δυο ριχτιές
να ξαναπαίξει στην άδεια τη μεριά σου
ίσως απ ’αύριο ξανά το χτες σε δυο ζαριές

με φαγωμένα νύχια μαστοράκι
μπορεί και χρώμα να ξανοίξει μου
απ τις παραχωμένες μου κηρομπογιές
και γω να του φωνάζω είπες λαφάκι
είπες μυρούδια είπες για άνοιξες τραγούδια
ποταμάκι είπες είπες και τι δεν είπες μάτια μου
όσες ψευτιές τόσες σκαφτιές


για ηχόχρωμες λαλιές λίγο πιο κάτω πόσο ακόμα χώμα
πόσο ακόμ’ αρούρια τύφλα σε στοές, πόσο ακόμα ίδιες αντοχές
όσες γενιές δεν είπες μάτια μου τόσες οργιές, τόσες ψυχές

Δευτέρα 8 Νοεμβρίου 2010

Και του πρέπει ανήμερη του αγεριού μας η ζωή

Wild is the wind


Love me, love me, love me, love me
say you do
Let me fly away with you
For my love is like the wind
And wild is the wind
Wild is the wind

Give me more than one caress
Satisfy this hungriness
Let the wind blow through your heart
Oh wild is the wind, wild is the wind

You touch me, I hear the sound of mandolins
You kiss me
With your kiss my life begins
You are spring to me, all things to me
Don't you know you're life itself!

Like the leaf clings to the tree
Oh my darling cling to me
For we’re like creatures in the wind
And wild is the wind
Wild is the wind
Wild is the wind
Wild is the wind
Wild is the wind

Nina Simon




Και του πρέπει ανήμερη του αγεριού μας η ζωή

Να μ’ αγαπάς κι άλλο να μ’αγαπάς
πουλούδι μου και να μου λες το
κι ας μακριά φτεροκοπήσουμε μαζί το τάμμα
αφού ειν’ η αγάπή μου για σε ρούσα δρυάδα
που θυσιάζει στο βωμό του τα μαλλιά της, βάμμα
στου αγεριού του λυτρωτή την αγριάδα
στου αγεριού του λυτρωτή την αγριάδα


που λυσσομανάει δως μου, δως μου ψυχή μου, όσης
ζωής καθημερνά μου χάνω, τα προδομένα θέλω
την πείνα πλήρωσε της πρώτης μου μ’ανάσα νοιώσης
και είθε η ανάγκη να τρυπήσει σαν το βέλος
από τα μέσα την καρδιά σου
του αγεριού η αγριά σου
του αγεριού η αγριά σου


Κάποτε που με δάχτυλα ζητιάνικα με βλέπεις
μαντολίνα ω, σά να μου αγάπη μουρμουράνε
κάθε όμως που χιμάς στα δυο τα κόκκινα μου χείλια
λιονταρίνας φίλημα με μιας ζωή ξαναβαστάνε
κείσαι σ’ όλα μου εσύ, άνοιξη καθημερνή στα πόδια μου
πάγοι κλαφτοί, σε ρέμβη υγρή που εγκυμονεί τα ξόδια μου


Λες κι είσαι φύλλο μάτια μου που ετρώθει
απαρχής σαν το παιδί να αρπαχτεί απ το κλαδί του
σταθερή να κλέψει του ζωή από δρόμο προς τις ρίζες
κι είμαι κλαδί που φυλλωσιά επόθησε σ’ανασαιμιά
με χρώμα και λαφράδα να κρυφτεί ,να αρπαχτεί
σαν χέρι απ’ απαλάμη, ζωή να πάρει του χουφτιές
να τις επερασύρει σε θάλασσες και σε στεριές
μ’ αγέρα να τις σπείρει μ’αγέρα να τις σπείρει

γιατ’ είμαστε πλασμένοι απ’ αγέρικη πνοή
και του πρέπει ανήμερη του αγεριού μας η ζωή
και του πρέπει ανήμερη του αγεριού μας η ζωή

Σάββατο 6 Νοεμβρίου 2010

Πχίου πχίου








Έξι εκείνος, πέντε εγώ
σκούπας ξύλα τ’ άλογά μας
μαύρα εκείνος, άσπρα εγώ
αεί νικηφορής στο πάλεμά μας

πχίου-πχίου μου έριξε
πχίου-πχίου με γκρέμισε
πχίου-πχίου το γκντουπ φριχτό
πχίου-πχίου το γκντουπ για δυο
πχίου-πχίου ταίρι μου συ με σκότωνες γι αυτό

περάσανε τα χρόνια κι οι τρόποι άλλαξαν
τον έλεγα δικό μου σαν μεγάλωσα
γελούσε κι έλεγε θυμήσου
τότε που έπαιζα μαζί σου

πχίου-πχίου σου έριξα
πχίου-πχίου σε γκρέμισα
πχίου-πχίου το γκντουπ φριχτό
πχίου-πχίου το γκντουπ για δυο
πχίου-πχίου ταίρι μου συ σε σκότωνα γι αυτό


μουσική ακουγόταν
άνδρες γυναίκες τραγουδούσαν
μόνο για μένα οι καμπάνες χτυπούσαν

έφυγε πια να πάει μακριά
γιατί δικό του δεν έχω να λέω
κάποιες ημέρες,ακόμα συχνά
και τώρα,μωρό μου,μας κλαίω

δεν ένευσέ μου, ένα γεια
δεν χάρισέ μου, μια ψευτιά


πχίου-πχίου μου έριξε
πχίου-πχίου με γκρέμισε
πχίου-πχίου το γκντουπ φριχτό
πχίου-πχίου το γκντουπ εγώ
πχίου-πχίου κοιτάζοντας με σκότωσε
το βλέμμα του,που έσταζε στο πλάι
πχίου-πχίου αδειάζοντας με σκότωσε
το βλέμμα του,που απόμεινε στο πλάι

Δευτέρα 11 Οκτωβρίου 2010

Και κείνος λάγιεψε σαν άδης

Μας πήρε στο κυνήγι μάτια να μας ενδώσει
τρύπωσε όνειρο κακό στις δανεικές μας τις φωλιές
με υγρό θυμό, ξέρει πια πώς θα μας ελιώσει
που ένα καλοκαίρι δεν μας έφτασε για δυο ματιές


στο γαλανό του, που με καημό τσαλάκωσε
παιδιού μονάχου να κοιτάει τη ζωγραφιά του
αφού το ίδιο θολωμένο μπράβο ξανατσάκωσε
δεμένο σ'ένα χαρτομάνι που χρωστά του


στο πίσω κάθισμα αντικριστή λαλιά
και χνώτα να γροικούν και να χαϊδεύουν
ήλιον τε και πουλιά και σύννεφακια στη σειρά
που ψάχνουνε καιρούς να τα χορεύουν


ξοδέψαμεν τους και μην κλαις, πάλι δε θά δεις
λακίσαμε απ τ’ ουρανού το θες
και κείνος λάγιεψε σαν άδης


ξοδέψαμεν μας και μην λες, πάλι δε θά βρεις
ξαπλώσαμε επά στις σκαλωσιές
και κείνες σκούριασαν οι αυθάδεις


ξοδιάσαμεν τη, τι τα θες πάλη τσακνού σακάτη
που τι δε θα δινε ζωές για μάνα, μπλιο σ'αγάπη

Σάββατο 9 Οκτωβρίου 2010

Εχ βρε τέλη το κουνέλι!

Εχ βρε τέλη το κουνέλι
τη μουσούδα σαν φρακάρει
και τον μύστακα ντραπάρει
σάμα του κατσε το τέλι

μη και πόλυσάσιρντίζεις
τα κιτάπια μην ανοίγεις
δε τη να την κύρα λένη
που χει την αυλή βρεγμένη


και μαζώχτει τους σαλιάγκους
αχ με κάτι πύγους δάγκους
που το έρμο το κουνέλι
άλλο απ το να πνιχτεί δε θέλει

Τρίτη 5 Οκτωβρίου 2010

Ζεις μωρ’ αννέ με δαγκωνιές

Θα σε λιανίσω δασκαλίτσα
όχι όχι στο μύλο της αναπηρίας
αυτόν σάμα τον ένιωσες να σου τραβά το φουστανάκι
και φλάγεσαι τελευταία απ το στέρφο βέλασμα
ημίμαθης γκιόσας συμπεριφορίστριας
υπο ερώτηση μήπως εξαίρεσης πια, ενσυναισθητική λες σουσουραδίτσα;

Τώρα δασκαλίτσα… αναγνώστρια ακόμη στο μπαλταδάκι της γύμνιας μου;
που άκουσε…ζεις μωρ’ αννέ με δαγκωνιές… τα πρωινά μου χάλκινα
πετρίες να πετσικάρουνε των στομαχιών το γάνωμα
κι άρχισε να θυμάται πως και τα μπλάρια απόλναμαν
κάποτε κι από ντροπή για την ανήλεη ελπίδα
πώς θα φαρδαίνει κάποτε η μάνα και θα το μαζέψει
έστω στο μερί της το κόκαλο που έχασκε
εκεινά που κουτουλούσαμε για χάδι
βρεφούδι’ αφημένα στα χασαπιά των συνόρων
να βυζαίνουν μόνο αίμα απ της μάνας τους τη σπλήνα
και κείνη να τ’ αφήνει να τ’αφήνει να τ’αφήνει
μπαλόνι να τους γίνεται για μάσημα
μ’ επιθυμιά περίσσια για μια όπως όπως χρήση
απ ’του δαγκάματος να τους δίνει τ’ αγάλιαγμα
και της λαστίχας την αντοχή
στο σάλιο τους που ρισπεντάλ μυρίζει
και κάτι υπόκωφα σαθρό από πατέρα
στενό ανήλιαγο στα πλαϊνά του σπιτιού
χορτασμένου κρύο
ορεσίβιον επιβιώσαν μύστην
που ρούχο τη νογάει τη ζωή
μόναχα να το φέρει .

Κι έλα τώρα εσύ δασκαλίτσα έλα να σε ιδρώσω γι’αλλαγή
να μου μάθεις πώς η ζωή σου δίνει κι εκτός από φαί με τη χούφτα
έλα με την τάβλα να με πείσεις να διαλέξω απ’ ένα μενού για όλους
δημοσιουπαλληλίστικης συνεστίασης σερβιτοράκι για το μεροκάματο
που έφτασε να παίζει στο σχόλασμα και τις αφορμές του
τα τελειώματα της αχρηστίας του
τα πρώην παιδιά
τους κάποτε μαθητές
τα νυν υποκείμενα
τα μέλλοντα αντικείμενα
σκουλήκια στης πόλης τα χεσμένα
να ταϊζουν την ανακοίνωσή τους σε βουλιμικές αυτόχειρες
σάντουιτς να πάρουν μαζί στο σπίτι το απόγευμα
πνιγμένη σε μιαν ανέραστη ερωτική αποποίηση σάλτσα

Τετάρτη 29 Σεπτεμβρίου 2010

Σκυλί σε βάφτισε κοπρίτη

νάιλον δοσμένη φτηνή
δεύτερο χέρι φόρμα
σου λαχε τομόρ στενή
στείρα χαντούμη νόρμα
λυπησιάρη αφεντικού
που απ το γκρέμνιο
το αγύρτιο του βουνού
σκυλί σε βάφτισε κοπρίτη

ανάσκελο ν'αναριγάς για σπίτι
τόμυ, στο είπανε του ριπαρού
τ’ αυτιστικού του αλβανού
να σαι γλυκό βρωπαϊκό
πιστό να λές και φχαριστώ
χωρίς μιαν άννιε να γαβγίζει
πως τ’ αποφόριο σου μυρίζει

χωματερής ζαγάρια
σκουπίδια να αδειάζουνε
σ’ αδέσποτα τομάρια
παιδιώνε που σαλιώνουνε
ντουβάρια πλαστικά
παιδιώνε που αρπάζονται
από στήθια δανεικά
παιδιώνε που γρυλίζουνε
παράχωσες τη χάνα
παιδιώνε που δαγκάνουνε
για τη θαμμένη μάνα