Θα ντον εχάς ντο νου’ μ, θα ντον εχάσω
με γκούρσα σμπαραλία θα χαράξω
τώρα που το σαλιώσαμε το μέλι
και το περίλυπο το κουταλάκι
στραβό στο δόντι ξύνει το φαρμάκι
με καταπιώνα ξάφνου στενεμένη
κουφιά τσατσά η τέως εστεμμένη
κι ο σβέρκος αμετάπιστος χαμέ
ωιμέ τι μου λαχε ωιμέ
κάποτε μάρμαρο τώρα πατάτα
άλλοτε λόρδος και σίμντι
σόρυ, μα τζούφιος πόρδος
μιζάνθρωπος σακάτης
αφιόνης εργολάβος
σπουδαίος δικολάβος
αεριτζής τεμπελχανάς
ελλάδα ν’ αποσώνεις να χαλνάς
κάποτε…φτάνει πια δεν ωφελεί
δόξα χριστόν νονών διαόλων
διάλεξε πώς,μα επτωχεύσαμεν ρωμιέ
κι είναι καιρόν πολύ
τώρα εμείς τα νύχια και τα μύχια
μπιτέ που λένε κι οι γειτόνοι
μπιτέ μόνο ο θόρυβος να ενώνει
φτύσε και μαύρισε και βρίσε
βγες και περπάτα κι είναι άλληνε η στράτα
με χίλιους κι άλλους χίλιους κι άλλους κι άλλους
ήλιους μικρούς μικρούς μικρούς μεγάλους
αγριοξενύχτες χολωμένους παρλιακούς
να εκληρώνουν, άκου τον ρωμιάκι
ξανά μέσα σε δίνη ανθρωπάκι
έναν γδοντάρη γραφικό
αναμαλλιάρη χορευτό
που χει χαμένονε ντο νου’ τ
σε μουσικές κι αλλοτινά τραγούδια
σκαμμένα με σκαρπέλο και ματσόλα
σε ταμπλάδες, κούτσικα πουλούδια
που φέρνουν πόρτες,μιας θεράπουσας
πλατέας εκκλησιάς
για θυμήσου,μιαν όμορφη πόλη πριν
του αχταρμά τη νίκη
θυμήσου και μικυχαρής εγδύσου την
τραγουδιστά, τη φρίκη ανθρωπάκο
Άιντε και καλή ίδια βδομάδα
μεγάλη όπως πολλές ως τα τώρα
και πολλές ως τα μέλλοντα
και καλή άλλη μωρέ πασχαλιά,συνκολυμβητές :)
Πέμπτη 14 Απριλίου 2011
Δευτέρα 11 Απριλίου 2011
σε μας δικά, τους βατραχούς του βάλτου
Άιντε και ξάσου θολωμένη μοναξιά
πατρίδα διάλεε μεριά ν’αφήεις
πνιχτά στην άμμονε κεριά
μονοιάσματα μιλήματα με τους αποθαμένους
μα αδακά εκειές που λιώσαντε σταξιές,
αγιοκεριού που φώταε στον πλάστη
χαλάσματα στο μαλακό της απαλάμης
σε μας δικά,τους βατραχούς του βάλτου
αδακά που κάνανε χωριό
λάμιες ζαριές μ’ αγγελικές πετριές
λάσπη να μας εφτιάσουνε, βουρλιά
παιδιά που φτούνε μοίρα
σ’αέρανε και σε φωτιά, γιαβριά
σπορά σε γλιτωμό απ το βάλτο
Άιντε και φύσαγε και κάψε μοναξιά
τόπο ν ’ανοίξεις μου για ταίρι
να επανωτίζει βελονιά με δυων,
θεών και δαίμονων αντέρι
πατρίδα διάλεε μεριά ν’αφήεις
πνιχτά στην άμμονε κεριά
μονοιάσματα μιλήματα με τους αποθαμένους
μα αδακά εκειές που λιώσαντε σταξιές,
αγιοκεριού που φώταε στον πλάστη
χαλάσματα στο μαλακό της απαλάμης
σε μας δικά,τους βατραχούς του βάλτου
αδακά που κάνανε χωριό
λάμιες ζαριές μ’ αγγελικές πετριές
λάσπη να μας εφτιάσουνε, βουρλιά
παιδιά που φτούνε μοίρα
σ’αέρανε και σε φωτιά, γιαβριά
σπορά σε γλιτωμό απ το βάλτο
Άιντε και φύσαγε και κάψε μοναξιά
τόπο ν ’ανοίξεις μου για ταίρι
να επανωτίζει βελονιά με δυων,
θεών και δαίμονων αντέρι
Δευτέρα 4 Απριλίου 2011
Ρελάκι σακουλένιο
Επικινδύνως ημιπερατή
ωσμώνει στα μουγκά, κραχτή
για να ν μεμβράνη φυσική
μετά από τόσα χρόνια
ρελάκι σακουλένιο, νιμμένο ναι
σα ‘πο στιγμούλα φυλαγμένο
π’ αναθαρρεύει εωθινό
καθώς τσιγκέλι αποσπερινό
χρωμάτη κουρελού το πλέχτει
με χέρι κόνας που διαλέχτει
και μουρμουράει και θορυβιάζει
και τσαλακώνει κάθε τι που το μαγκώνει
ριγμένο πια να ενοχληθεί απτό
κόνα βασώ, κυράννα, ανεττώ
σε παραλλήλους λεγκωκόρες
που ετσιμπλιάζει, χτικιό τ’ανήλιαγο
το φολιασμένο στο γραφτό
και πνίχτει πνίχτει με θαμμένο
αγάντα κάνετε κυράδες
και συ σταμάτα να κυλάς και να κολλάς με
μυξιάρικο να γαργαλάς συμπόνια
τρέξε και γδάρε μου ρυτίδες χαρακιές
γι αχόρταστες πο φρέσκο κοπελιές
χάσκες επεριμένουν χρόνια
στόματα π’ανησυχάζουνε τα χώματα
για μυρωδιά εγγόνας και τσακιού
ουρές παθήτη κόπρου κολοβού
που ξαναβγαίνουν,για μιαν ακόμα βόλτα
βόλτα ανοιξιάτικη για χόρτα
ωσμώνει στα μουγκά, κραχτή
για να ν μεμβράνη φυσική
μετά από τόσα χρόνια
ρελάκι σακουλένιο, νιμμένο ναι
σα ‘πο στιγμούλα φυλαγμένο
π’ αναθαρρεύει εωθινό
καθώς τσιγκέλι αποσπερινό
χρωμάτη κουρελού το πλέχτει
με χέρι κόνας που διαλέχτει
και μουρμουράει και θορυβιάζει
και τσαλακώνει κάθε τι που το μαγκώνει
ριγμένο πια να ενοχληθεί απτό
κόνα βασώ, κυράννα, ανεττώ
σε παραλλήλους λεγκωκόρες
που ετσιμπλιάζει, χτικιό τ’ανήλιαγο
το φολιασμένο στο γραφτό
και πνίχτει πνίχτει με θαμμένο
αγάντα κάνετε κυράδες
και συ σταμάτα να κυλάς και να κολλάς με
μυξιάρικο να γαργαλάς συμπόνια
τρέξε και γδάρε μου ρυτίδες χαρακιές
γι αχόρταστες πο φρέσκο κοπελιές
χάσκες επεριμένουν χρόνια
στόματα π’ανησυχάζουνε τα χώματα
για μυρωδιά εγγόνας και τσακιού
ουρές παθήτη κόπρου κολοβού
που ξαναβγαίνουν,για μιαν ακόμα βόλτα
βόλτα ανοιξιάτικη για χόρτα
Τρίτη 8 Μαρτίου 2011
Φάλτσα να άδει εν αχρηστία
μιάνε ζωντόχηρου συμβία
πόρτα εχρήσθη ασφαλείας
εις τον γιαλάν τον κόσμο άνω
κάθε π’ αλήθεια καίγαν κάτω
κι ως θύρα έτσι δεδομένη
εκορδονόταν η καρού
καπού την είπενε καπού
χρήση της έδωκε σωσμού
και σώνε σώνε η συμβία
εχρήσθη εκ νέου πια, ρομβία
φάλτσα να άδει εν αχρηστία
να γρατζουνάει στα παλιοπωλεία
ξεκούρντητου ονείρου απορία
πόρτα εχρήσθη ασφαλείας
εις τον γιαλάν τον κόσμο άνω
κάθε π’ αλήθεια καίγαν κάτω
κι ως θύρα έτσι δεδομένη
εκορδονόταν η καρού
καπού την είπενε καπού
χρήση της έδωκε σωσμού
και σώνε σώνε η συμβία
εχρήσθη εκ νέου πια, ρομβία
φάλτσα να άδει εν αχρηστία
να γρατζουνάει στα παλιοπωλεία
ξεκούρντητου ονείρου απορία
Κυριακή 6 Μαρτίου 2011
Απόψε λέω
Απόψε λέω να κάνουμε ένα χάρτη
χάρτη μ’ασκό και λαγκαδά
χάρτη με ξάνθη και με κοζάνη
φουρφούρι στην κακομοιριά
με ορεινή χαλκιδική και παλιακη μπρε πάτρα
ψυχούλας γκρέκας χωριάτας λάτρα
κορδέλ’ να πιάνει από γαϊτάνι
και να χορεύει να γιομίζει το μεϊντάνι
Ναι ένα χάρτη μαρτιάτη γδάρτη
ίδιο σαν ξύρισμα ξερό
επά σε άρμα σφαγείο τάμα
που να θυμίζει στον γαμπρό
γαμπρό πολύφερνο και νιο
με ιερόνε της απόδοσης σκοπό
την κόρη ν’αποκαταστήσει
με όργανο εκκλησιαστικό
που να θυμίζει μπρε, βλαχιά βαρβάτη
να τα ζουλάει τα φραγκούδια τ’ αχαμνά
μπρε ζουρνατζού κοράκλα, μαύρη ελάτη
ν’ακούει ω τζι και τζι και τζι και να δοξάζει
μπρε και μπρε καρνάβαλο αρχιδαρά
χάρτη σε κόκκινα σοκάκια για κάτι άεργα σωστάκια
που δεν την ξέρουν του γαϊδάρου την ουρά
πως είνι μπρε πίτα στην τρίχα, αχού χοντρή μελετημένη
για μπρε λεπτόλιγνα μπρε μπρε και μπρε
γαμπριάτικα λαιμάκια διψασμένη
χάρτη μ’ασκό και λαγκαδά
χάρτη με ξάνθη και με κοζάνη
φουρφούρι στην κακομοιριά
με ορεινή χαλκιδική και παλιακη μπρε πάτρα
ψυχούλας γκρέκας χωριάτας λάτρα
κορδέλ’ να πιάνει από γαϊτάνι
και να χορεύει να γιομίζει το μεϊντάνι
Ναι ένα χάρτη μαρτιάτη γδάρτη
ίδιο σαν ξύρισμα ξερό
επά σε άρμα σφαγείο τάμα
που να θυμίζει στον γαμπρό
γαμπρό πολύφερνο και νιο
με ιερόνε της απόδοσης σκοπό
την κόρη ν’αποκαταστήσει
με όργανο εκκλησιαστικό
που να θυμίζει μπρε, βλαχιά βαρβάτη
να τα ζουλάει τα φραγκούδια τ’ αχαμνά
μπρε ζουρνατζού κοράκλα, μαύρη ελάτη
ν’ακούει ω τζι και τζι και τζι και να δοξάζει
μπρε και μπρε καρνάβαλο αρχιδαρά
χάρτη σε κόκκινα σοκάκια για κάτι άεργα σωστάκια
που δεν την ξέρουν του γαϊδάρου την ουρά
πως είνι μπρε πίτα στην τρίχα, αχού χοντρή μελετημένη
για μπρε λεπτόλιγνα μπρε μπρε και μπρε
γαμπριάτικα λαιμάκια διψασμένη
Πέμπτη 10 Φεβρουαρίου 2011
Μία, του φόβου φτέρα
Μιαν ιστορία θα σας πω
για τον με το στανιό πατρόν
που να κινά με το λοιπόν
και για το τέλος θα φυλά
ένα… για δυο… φιλιά πεπόν
και το λοιπόν…
Μια, που ποδέχτηκάν τη με ευκές, κορούα
να ζήσει, να μας εζήσει η κοπελούα
μια στέλα μια μπέλα
μια της μαμάς κοπέλα
μια που ποδέχτηκάν τη με ευκές κορούα
σ’ ένα δρομί καθόντουνε θλιμμένη
απ ‘ άκρη σ’ άκρη μπερδεμένη
και κοίταγε μιαν άλλη, μία του φόβου φτέρα
μιαν ακριβή, μια φιλενάδα του αγέρα
σ’ ένα δρομί καθόντουνε θλιμμένη
εκοίταγέν τη και εφώναζε
και έκλαιγε και μέριαζε
με το θυμό φοβιό
απ την εικόνα μερτικό
εκοίταγέν τη και εφώναζε
τη φτέρα που ελυσσούσε
και τ’αγεριού χιμούσε
τη φτέρα που φοβότανε
μη δεν εζήσει και ριχνότανε
τη φτέρα που ελυσσούσε
κουνί κουνί κουνίτσα
πάρε και με μπίνα μανίτσα
και πε του φιλενάδου σου τ’αγέρα
να με κεράσει και εμέ φοβέρα
κουνί κουνί κουνίτσα
να πίνει το φοβιό, να σπάζει
να δίνει στο φευγιό, ν’ αδειάζει
δρόμος να μου γενεί
τρελογυριό θεριό, φωνή
να πίνει το φοβιό, να σπάζει
η πεθυμιά σου προσταγή λέει η κούνια φτέρα
κι αρπάχτει της μαμάς της, τη θλιμμένη θυγατέρα
που εμπερδεύτηκε κι εγέλασε
σαν... μάνα φτέρα την εστέναξε
μα εντρεπόταν και πως κόμπιαζε!
λες και τη ρίζα της ξελόγιαζε
η πεθυμιά σου προσταγή λέει η κούνια φτέρα
έτσι τα φρύδια ρίχτει τ’ αγέρι και γρυλίζει
κορούες έφταξα κι εγώ να παίξουμε σφυρίζει
δεξά λαβώνω και ζερβά γιατρειές σας εσκορπάω
σβουράω και σιμώνω σας, τον πόνο σας ζητάω
έτσι τα φρύδια ρίχτει τ’ αγέρι και γρυλίζει
κράτα με κράτα με μάνα φτερούα
κράτα με να ξεφύγω η κοπελούα
μη με αφήσεις να σου φύγω
και τις ευκές της κούνιας μου να πνίγω
κράτα με κράτα με μάνα φτερούα
και πέμψε μεν της, γκρεμνολούλουδη κούνια φτερούα
πέμψε με ανεμώνα πεισμωμένη κοπελούα
να με φοβάται, μην απ το στανιό φοβιό, δε ζήσω
να με φοβάται, μην κι αυτή τη ζήση της χαρίσω
πέμψε με, της μάνας μου κούνια φτερούα
να μην φοβάται άλλο, μην της αποθάνω
μα να φοβάται μην εφοβιασμένη της μαράνω
πέμψε με της μάνας μου κούνια φτερούα
κρουνών ροή, του φόβου φτέρα
άλλη της ρίζας μου, ίδια μύχια μέρα
να χει θεριό νερό να πίνει
το φόβιο τέρας να μικρύνει
κρουνών ροή, του φόβου φτέρα
Έτσι τελεύει ως εδώ η ιστορία
μα μην του τάξεις του παιδιού
και δη φιλί, μόν’ από χρεία
ένα…για δυο;
φιλιά πεπόν…ε γαλαρία ;)
Το post αυτό γράφτηκε για την “Ημέρα ενάντια στο φόβο”.
Δείτε περισσότερα
http://grfear.blogspot.com/
για τον με το στανιό πατρόν
που να κινά με το λοιπόν
και για το τέλος θα φυλά
ένα… για δυο… φιλιά πεπόν
και το λοιπόν…
Μια, που ποδέχτηκάν τη με ευκές, κορούα
να ζήσει, να μας εζήσει η κοπελούα
μια στέλα μια μπέλα
μια της μαμάς κοπέλα
μια που ποδέχτηκάν τη με ευκές κορούα
σ’ ένα δρομί καθόντουνε θλιμμένη
απ ‘ άκρη σ’ άκρη μπερδεμένη
και κοίταγε μιαν άλλη, μία του φόβου φτέρα
μιαν ακριβή, μια φιλενάδα του αγέρα
σ’ ένα δρομί καθόντουνε θλιμμένη
εκοίταγέν τη και εφώναζε
και έκλαιγε και μέριαζε
με το θυμό φοβιό
απ την εικόνα μερτικό
εκοίταγέν τη και εφώναζε
τη φτέρα που ελυσσούσε
και τ’αγεριού χιμούσε
τη φτέρα που φοβότανε
μη δεν εζήσει και ριχνότανε
τη φτέρα που ελυσσούσε
κουνί κουνί κουνίτσα
πάρε και με μπίνα μανίτσα
και πε του φιλενάδου σου τ’αγέρα
να με κεράσει και εμέ φοβέρα
κουνί κουνί κουνίτσα
να πίνει το φοβιό, να σπάζει
να δίνει στο φευγιό, ν’ αδειάζει
δρόμος να μου γενεί
τρελογυριό θεριό, φωνή
να πίνει το φοβιό, να σπάζει
η πεθυμιά σου προσταγή λέει η κούνια φτέρα
κι αρπάχτει της μαμάς της, τη θλιμμένη θυγατέρα
που εμπερδεύτηκε κι εγέλασε
σαν... μάνα φτέρα την εστέναξε
μα εντρεπόταν και πως κόμπιαζε!
λες και τη ρίζα της ξελόγιαζε
η πεθυμιά σου προσταγή λέει η κούνια φτέρα
έτσι τα φρύδια ρίχτει τ’ αγέρι και γρυλίζει
κορούες έφταξα κι εγώ να παίξουμε σφυρίζει
δεξά λαβώνω και ζερβά γιατρειές σας εσκορπάω
σβουράω και σιμώνω σας, τον πόνο σας ζητάω
έτσι τα φρύδια ρίχτει τ’ αγέρι και γρυλίζει
κράτα με κράτα με μάνα φτερούα
κράτα με να ξεφύγω η κοπελούα
μη με αφήσεις να σου φύγω
και τις ευκές της κούνιας μου να πνίγω
κράτα με κράτα με μάνα φτερούα
και πέμψε μεν της, γκρεμνολούλουδη κούνια φτερούα
πέμψε με ανεμώνα πεισμωμένη κοπελούα
να με φοβάται, μην απ το στανιό φοβιό, δε ζήσω
να με φοβάται, μην κι αυτή τη ζήση της χαρίσω
πέμψε με, της μάνας μου κούνια φτερούα
να μην φοβάται άλλο, μην της αποθάνω
μα να φοβάται μην εφοβιασμένη της μαράνω
πέμψε με της μάνας μου κούνια φτερούα
κρουνών ροή, του φόβου φτέρα
άλλη της ρίζας μου, ίδια μύχια μέρα
να χει θεριό νερό να πίνει
το φόβιο τέρας να μικρύνει
κρουνών ροή, του φόβου φτέρα
Έτσι τελεύει ως εδώ η ιστορία
μα μην του τάξεις του παιδιού
και δη φιλί, μόν’ από χρεία
ένα…για δυο;
φιλιά πεπόν…ε γαλαρία ;)
Το post αυτό γράφτηκε για την “Ημέρα ενάντια στο φόβο”.
Δείτε περισσότερα
http://grfear.blogspot.com/
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)