Καθόταν στο κατώφλι και χτενίζονταν.
Ένα πουλί της κράταε τον καθρέφτη.
Άσπρα και κόκκινα τριαντάφυλλα της μίλαγαν.
Οι σουσουράδες στη ροδακινιά την πείραζαν.
Κι αυτή όλο να χτενίζεται κι όλο να τραγουδάει:
"αχ τρέλα,τρελή τρέλα μου, τρελή μου τρέλα, τρέλα"
Κι ο κήπος την αγκάλιαζε με δυο χιλιάδες άνθη.
...................................................
Καρέκλα η βάρκα του-ταξίδευε. Πώς κάθονταν
επάνω στ' ανοιχτό νερό χωρίς να τραμπαλίζεται;
Πάνω στο γόνα του έγραφε, και τίποτα δεν κοίταζε.
Γύρω του χτύπαγαν τα κύματα και τα χαρτιά του δε βρεχόντανε.
Μεγάλος ήταν σαν τη μοναξιά, μόνο δυο μέτρα πιο γαλάζιος.
....................................................
Αντιγράφω απ την Αγγελική που κάλεσε σε εαρινή μάζωξη
Δεν μπορώ να δεχτώ πως έχουμε Ετος Ρίτσου και η μητριά- πατρίδα ακόμα κοιμάαααααται. Και μάλιστα, έναν ύπνο του αδίκου. Επομένως, ας πάρουμε τα πράγματα στα χέρια μας. Οσο μπορούμε.
«ω τι όμορφα σαν σμίγουνε, σαν αγαπιούνται οι ανθρώποι»
Πέμπτη 30 Απριλίου 2009
Δευτέρα 27 Απριλίου 2009
Δικαίωμά μου... και να σε ζηλεύω!!!
Εγώ πάλι από τα χτε που είδα την ανάρτηση στο ποιείν
ζω εν πρασίνω...απ τη ζήλεια Γεράσιμε!
Δικαίωμά μου βρε παιδί,άμαν πια!
Αλλά ευτυχώς ξέρεις εσύ...να κλέβεις.Στη γεια σου :)
Εν Λευκώ
Γεράσιμος Ευαγγελάτος
Νατάσσα Μποφίλιου
Θέμης Καραμουρατίδης
ζω εν πρασίνω...απ τη ζήλεια Γεράσιμε!
Δικαίωμά μου βρε παιδί,άμαν πια!
Αλλά ευτυχώς ξέρεις εσύ...να κλέβεις.Στη γεια σου :)
Εν Λευκώ
Γεράσιμος Ευαγγελάτος
Νατάσσα Μποφίλιου
Θέμης Καραμουρατίδης
Μια μουρμουρίτσα
Μια μικρή μια μουρμουρίτσα
μια θαλάσσια τιγρίτσα
άφηκε βρε το κοπάδι
στην Αρκίτσα ένα βράδυ
Πέρα δώθε πέρα δώθε
εβαρέθηκε η Μαρίτσα
εμονόλεγε στον πάτο
γλείφοντας την άμμουδίτσα
Κι άρχισε τα πάνω κάτω
απ το κύμα στην αμμούδα
ήθελε λέει λίγο ήλιο
να τον βάνει ‘κει στον πάτο
Κι ένα γλάρο να γνωρίσει
να του στέλνει μπουρμπουλήθρες
που να φτιάχνουνε τσουλήθρες
να τσουλάει να μην πεινάει
Να τσουλάει να ξεχνάει
αχ, την άδική του πείνα
και ν’ αφήσει τα ψαράκια
να χουνε εννιά στο μήνα
το βραδάκι όμως βάνει
κουφολιάς το πυροφάνι
ρίχνει κι ένα δυναμίτη
π έσυντάραξε τα ύψη
και που λες ανερωτήθη
αν ηκούσθη ο ηλίας
ενώ όλο το χωριό
είχε βγει στην παραλία
να εδεί την κυρα λίτσα
μιαν αβτζού σωστό θερίο
που ‘χενε καταπιμένη
τη Μαρίτσα την καημένη
Αχ Μαρίτσα, μουρμουρίτσα
κι αν πετάει κι αν κολυμπάει
κι αν γαβγίζει κι αν δαγκώνει
'κείνη η πείνα κάπου σώνει
Αχ Μαρίτσα μουρμουρίτσα
φαταούλες να φοβάσαι
άνθρωποι ξελιγωμένοι
σου την έχουνε στημένη
μια θαλάσσια τιγρίτσα
άφηκε βρε το κοπάδι
στην Αρκίτσα ένα βράδυ
Πέρα δώθε πέρα δώθε
εβαρέθηκε η Μαρίτσα
εμονόλεγε στον πάτο
γλείφοντας την άμμουδίτσα
Κι άρχισε τα πάνω κάτω
απ το κύμα στην αμμούδα
ήθελε λέει λίγο ήλιο
να τον βάνει ‘κει στον πάτο
Κι ένα γλάρο να γνωρίσει
να του στέλνει μπουρμπουλήθρες
που να φτιάχνουνε τσουλήθρες
να τσουλάει να μην πεινάει
Να τσουλάει να ξεχνάει
αχ, την άδική του πείνα
και ν’ αφήσει τα ψαράκια
να χουνε εννιά στο μήνα
το βραδάκι όμως βάνει
κουφολιάς το πυροφάνι
ρίχνει κι ένα δυναμίτη
π έσυντάραξε τα ύψη
και που λες ανερωτήθη
αν ηκούσθη ο ηλίας
ενώ όλο το χωριό
είχε βγει στην παραλία
να εδεί την κυρα λίτσα
μιαν αβτζού σωστό θερίο
που ‘χενε καταπιμένη
τη Μαρίτσα την καημένη
Αχ Μαρίτσα, μουρμουρίτσα
κι αν πετάει κι αν κολυμπάει
κι αν γαβγίζει κι αν δαγκώνει
'κείνη η πείνα κάπου σώνει
Αχ Μαρίτσα μουρμουρίτσα
φαταούλες να φοβάσαι
άνθρωποι ξελιγωμένοι
σου την έχουνε στημένη
Παρασκευή 24 Απριλίου 2009
Περίμενα
Σαν το παιδάκι που του ‘τάξαν εκδρομή
κι όλη τη νύχτα μάλωνε με το κεφάλι του
που ένευσε φοβούμενο να μην κακοκαρδίσει
πώς θε να κάνει υπομονή κι άλλο δε θα ζητήσει
από δαχτυλοχρώματα να χει να ζωγραφίζει
βαρκάκια με πανάκια προσμονής, λησμονημένα αρόδο
να τραγουδούν βιράρουμε, μονάχα εν παρόδω
κι ας είν’ η θάλασσα γυαλί κι ας έχει και φεγγάρι
Όνειρα σε ουρά αναμονής σπαθιά μες στο φηκάρι
που γλύφουνε παλιές πληγές, άφατα παραμύθια.
Σ ’ένα μοιρολόι ατέλειωτο μιας χορωδίας παιδικής
που συντονίζεται μ’ ένα φτερούγισμα στα στήθια
κι όλη τη νύχτα μάλωνε με το κεφάλι του
που ένευσε φοβούμενο να μην κακοκαρδίσει
πώς θε να κάνει υπομονή κι άλλο δε θα ζητήσει
από δαχτυλοχρώματα να χει να ζωγραφίζει
βαρκάκια με πανάκια προσμονής, λησμονημένα αρόδο
να τραγουδούν βιράρουμε, μονάχα εν παρόδω
κι ας είν’ η θάλασσα γυαλί κι ας έχει και φεγγάρι
Όνειρα σε ουρά αναμονής σπαθιά μες στο φηκάρι
που γλύφουνε παλιές πληγές, άφατα παραμύθια.
Σ ’ένα μοιρολόι ατέλειωτο μιας χορωδίας παιδικής
που συντονίζεται μ’ ένα φτερούγισμα στα στήθια
Ένα ποντίκι ήμουν τυχερό
Θέλω να βάλω μια φωνή ο κόσμος να χαλάσει
να ανεβεί στον ουρανό στα σύννεφα να μοιάσει
να ξαναβρέξει ανθρωπιά, μιαν άσπρη καταιγίδα
να πάρει σβάρνα όλα, τα δεν άκουσα δεν είδα
εγώ κοιτάω τη δουλειά μου, προσέχω για να έχω
δε νικατώνω τη σβουνιά, βρωμεί και δεν αντέχω
έχω καλό αφεντικό, χίλια ένα και στο χέρι
μου ‘χει και ράντζο βολικό να βγαίνει το νυχτέρι
εγώ ‘μαι πάλι εργατικός, τρεις δουλειές, πια ανεργία;
και μένα ο μπαμπάς πολιτευτής κι ο μπάρμπας μου στην εφορία
εγώ είχα ορμήνειες έξυπνες, με τους πολλούς, θα βρεις την ευκαιρία
και μες στ’ αυγό άμα χωθείς , δόξα την παναγία
ετρούπωσα λοιπόν, κουράστηκα, από τ ’αυγό στο βάζο
να γλύφω συνεχώς, απ’ άνθρωπος λιγδιάρης ποντικός.
Δεν άκουσα δεν είδα που λες γείτονα, τα μάτια σου που υγρά ‘ναι
Δεν άκουσα δεν είδα σε, τα χνώτα σου βρωμάνε
Μόν’ άκουσα κάποια στιγμή να με πυροβολάνε
τα χέρια σου που μύριζαν χλωρίνη κι υγρασία.
Θε μου τι αδικία, ένα ποντίκι ήμουν τυχερό
δεν έκανα ποτέ καμιά παρανομία
να ανεβεί στον ουρανό στα σύννεφα να μοιάσει
να ξαναβρέξει ανθρωπιά, μιαν άσπρη καταιγίδα
να πάρει σβάρνα όλα, τα δεν άκουσα δεν είδα
εγώ κοιτάω τη δουλειά μου, προσέχω για να έχω
δε νικατώνω τη σβουνιά, βρωμεί και δεν αντέχω
έχω καλό αφεντικό, χίλια ένα και στο χέρι
μου ‘χει και ράντζο βολικό να βγαίνει το νυχτέρι
εγώ ‘μαι πάλι εργατικός, τρεις δουλειές, πια ανεργία;
και μένα ο μπαμπάς πολιτευτής κι ο μπάρμπας μου στην εφορία
εγώ είχα ορμήνειες έξυπνες, με τους πολλούς, θα βρεις την ευκαιρία
και μες στ’ αυγό άμα χωθείς , δόξα την παναγία
ετρούπωσα λοιπόν, κουράστηκα, από τ ’αυγό στο βάζο
να γλύφω συνεχώς, απ’ άνθρωπος λιγδιάρης ποντικός.
Δεν άκουσα δεν είδα που λες γείτονα, τα μάτια σου που υγρά ‘ναι
Δεν άκουσα δεν είδα σε, τα χνώτα σου βρωμάνε
Μόν’ άκουσα κάποια στιγμή να με πυροβολάνε
τα χέρια σου που μύριζαν χλωρίνη κι υγρασία.
Θε μου τι αδικία, ένα ποντίκι ήμουν τυχερό
δεν έκανα ποτέ καμιά παρανομία
Τετάρτη 22 Απριλίου 2009
Δεν την αντέχεις εύκολα την άνοιξη
Στιγμές στιγμές παίρνει η ψυχή το τραγούδι
και λέει για τα μύχια της, να ακουστούν
κει που χορεύεις με το βουνό αντίκρυ
με μάτια-χείλια και πόδια-κιτάπια, να διαβαστούν
Με αλήτη μάχη θα ντην εχάσεις
τα χέρια μου κάνω μαύρα φτερά
όσο κι αν φύγεις δε θα ξεφύγεις
θα 'ρθω πετώντας από ψηλά
Με αλήτη μάχη θα ντην εχάσεις
τα μάτια μου δες, το τραγουδούν
τσιγγάνα μοίρα, με άμμο πλένεις
πόδια στυλιάρια που με πολεμούν
Δευτέρα 20 Απριλίου 2009
Φρου και φρου και τσίμπι, τσίμπι
Μάθαιναν τα χελιδόνια,
μια φορά, ν’ αγαπιούνται
και με πόθο ν' αμολιούνται
πα στα κύματα
Φρου και φρου και τσίμπι,τσίμπι
τυχερά τα ζωντανά,
λέξεις δεν τα κυβερνούσαν
Φτεροκόπημα μπαλάντζο
άνοιξη ‘χαν στο κουμάντο
Φρου και φρου και τσίμπι,τσίμπι
σ’ ένα ατέρμονο παιχνίδι
ερωτoκαπετανάκια, με τιμόνι την ουρά
εστροφίζαν θαρρετά
κι άιντε βουρ για τα βαθιά
Φρου και φρου και τσίμπι,τσίμπι
ατελεύτητο ταξίδι
απ’ το σύννεφο στο κύμα
κι η βουτιά στο κάθε βήμα.
Φόβια μου καρδιά, τι κρίμα
να χεις χέρια για φτερούγες
και να ζεις μ’ ελπίδες φρούδες
πώς μια μέρα θε να πάψεις,
πια να θέλεις να πετάξεις
Φρου και φρου και τσίμπι,τσίμπι
επιμένουν τα θρασίμια
σήκωσαν και μπαϊράκι,
κόκκινο σ’ ένα βαρκάκι
την καρδιά μου δε πιστεύουν
την ψυχή μου εγυρεύουν
μια φορά, ν’ αγαπιούνται
και με πόθο ν' αμολιούνται
πα στα κύματα
Φρου και φρου και τσίμπι,τσίμπι
τυχερά τα ζωντανά,
λέξεις δεν τα κυβερνούσαν
Φτεροκόπημα μπαλάντζο
άνοιξη ‘χαν στο κουμάντο
Φρου και φρου και τσίμπι,τσίμπι
σ’ ένα ατέρμονο παιχνίδι
ερωτoκαπετανάκια, με τιμόνι την ουρά
εστροφίζαν θαρρετά
κι άιντε βουρ για τα βαθιά
Φρου και φρου και τσίμπι,τσίμπι
ατελεύτητο ταξίδι
απ’ το σύννεφο στο κύμα
κι η βουτιά στο κάθε βήμα.
Φόβια μου καρδιά, τι κρίμα
να χεις χέρια για φτερούγες
και να ζεις μ’ ελπίδες φρούδες
πώς μια μέρα θε να πάψεις,
πια να θέλεις να πετάξεις
Φρου και φρου και τσίμπι,τσίμπι
επιμένουν τα θρασίμια
σήκωσαν και μπαϊράκι,
κόκκινο σ’ ένα βαρκάκι
την καρδιά μου δε πιστεύουν
την ψυχή μου εγυρεύουν
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)