Τρίτη, 10 Νοεμβρίου 2009

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ Γρηγορόπουλος (ο Gregory μας)

απ τον έφηβο




"Πλησιάζει η ημέρα που κλείνει ένα χρόνο απο τη δολοφονία του από την ελληνική αστυνομία, την ώρα που διασκέδαζε στα Εξάρχεια, του συμμαθητή μου Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου.
Σας παρακαλώ όλους σας

αν γράψετε κάτι για αυτόν, οτιδήποτε,

ή μιλήσετε με την παρέα σας για αυτόν,

να γνωρίζετε οτι το όνομά του ήταν

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ Γρηγορόπουλος και όχι Αλέξης Γρηγορόπουλος.



ΑΛΕΞΑΝΔΡΟ τον φωνάζανε οι φίλοι του, η μητέρα του, οι συγγενείς του. Οι συμμαθητές του αν δεν τον φωνάζαμε Gregory, παραφράζοντας το επώνυμό του, πάντα ΑΛΕΞΑΝΔΡΟ τον φωνάζαμε. Κανένας, μα κανένας, δεν τον αποκαλούσε, ποτέ, Αλέξη.

Μόνο μετά τον θάνατό του κάποιοι δημοσιογράφοι που δεν κάνουν καλά την δουλειά τους και μας παραπληροφορούν καθημερινά και κάποιοι πολιτικοί που ποτέ δεν είναι καλά ενημερωμένοι και συνήθως παίρνουν αποφάσεις μέσα στην άγνοιά τους, κατάφεραν τελικά να του αλλάξουν το όνομα. Μην τους αφήσετε να σας κάνουν, για μια ακόμη φορά, ο,τι αυτοί θέλουν.



ΣΑΣ ΠΑΡΑΚΑΛΩ ΟΛΟΥΣ, ΟΣΟΥΣ ΔΙΑΒΑΖΕΤΕ ΑΥΤΟ ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ :



- Αν μιλήσετε με τους φίλους σας για αυτόν, ΑΛΕΞΑΝΔΡΟ να τον προσφωνήσετε.

- Αν κάποιος από την παρέα σας τον ονομάζει με άλλο όνομα, διορθώστε τον, πες τε του οτι το σωστό είναι ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ.

- Αν κάποιος δημοσιογράφος τον προσφωνεί αλλιώς, στείλτε του e-mail και πες τε του ότι κάνει λάθος και ότι το σωστό είναι ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ.

- Αν ακούσετε κάποιο πολιτικό σε κάποιο μέσο να τον προσφωνεί αλλιώς, τηλεφωνήστε στο μέσο και πείτε ότι ο φιλοξενούμενός τους κάνει λάθος και ότι το σωστό είναι ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ.

Αυτό που του έχει μείνει πλέον είναι η μνήμη των κοντινών του στο ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ που είναι ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΓΡΗΓΟΡΟΠΟΥΛΟΣ, ας μην αφήσουμε να του το πάρουν και αυτό!!!"





Ευχαριστώ



Έφηβος

Σάββατο, 17 Οκτωβρίου 2009

Δόνα Διαφανή

Μήνες τώρα γυρίζω κάλτσες
Να καταφέρω να χώσω το χέρι μου στο μουνί μου
μέχρι να πιάσω πρόσωπο απ τα μούτρα να με τραβήξω μέσα
σφιχτά κρατώντας με απ τη μέση για να με σταματήσω
στην πόρτα να με βρεις έτοιμη να φορεθώ
Ξανά και ξανά γκρεμνισμένη μονεμβασιά στις μελανές ομίχλες της κούνιας μου
και στα σκοτεινά ιδρωμένα μεσημεριανά κρεβάτια της εφηβαίας αγωνίας μου
που ήξερε πώς γλιτωμό δεν έχει απ το λιόγερμα και θα το πνίξει
σε μύξες δάκρυα αίμα και βλέννες κοριτσιών που αμμούδα τις προίκισαν.
Πρόβες τοκετού μ’ανεμογκάστρια της κεφαλής, με μια ελπίδα μοναχά
όντως να νοιώθω τις στάλες να τρέχουν στον αγκώνα μου
και να λεκιάζουν σήψη το πατάκι μου κάθε που το χέρι μου ξαναγεννώ
ζητιανεύοντας πίσω τη δόνα Διαφανή μάνα στέρφα των παιδιών γύρω απ το φούρνο
αννέ της γειτονιάς με τα μπόσκα της λυμμένα να τρατάρει τ’άναποδιασμένα
ψαθουράκι γεμισμένο με μαστίχα βροχή μυρωδιά ν’ άλλάξουν τα μέσα τους
να σ'αφήσουν να τα χαϊδέψεις

Τετάρτη, 14 Οκτωβρίου 2009

Ερωδιορίζοντας Τρίτη και 13

Παραχώνοντας τον καθρέφτη του νοτιά κλαις
και με δίνεις κρυφογελώντας στα, που τα πέθανα χτες
Και γιομίζει η πόλη καφεδιά έϊ κοριτσάκι κι αγάντα κίτρινα
πεταλούδες π’αγγέλουν μπρούσκα κόκκινη γιορτή
και χώνονται στους αγκώνες στα γόνατα στους αστραγάλους μου
τραβάνε τη μπλούζα τη φούστα μου απαιτώντας άσπρες μπαλαρίνες αρθρώσεις
Γελάς γελάς με δάκρυα και φυσάς μου συλλείτουργο
τον άδειο χθεσινό κάδο στη μέση του δρόμου μου
να βγω να ψάξω ουρανό
να σου πω τι χρώμα τον όρισες
βαρδάρη μου φεγγάρι

Δευτέρα, 12 Οκτωβρίου 2009

Κι άλλα φύλλα

μηχανευόμαστε μήτρες δέντρων
να δώσουν γέννα στα χέρια με χέρια κι άλλα
άλληλα χέρια χέρια τριχιές ροζιασμένες νεράιδες
να ξεφλουδίζουν τον αέρα τριζόνι να μυρίσει
και φύλλα κι άλλα φύλλα άλαλα φύλλα ξύλα φύλλα
χίλια στο τάληρο φύλλα στάμπες ενος στοκ φθινόπωρου
που την πισίνα γέμισε να πλατσουρίσουμε
αποσωσμένοι βουτηχτάδες
ηττημένοι μιας χεριάς
του Αυγούστου θάλασσας

Σάββατο, 10 Οκτωβρίου 2009

Προσκλητήριο

Κεφάλι… παρών… μπροστά και παράλληλα, εκτός να προχωρεί
γερμένο μ’ όλες τις γυναίκες του σογιού στο πλάι αριστερά
που ψώνια κουβαλούσαν με ώμους άντρες… παρόντες εδώ…
με το μπολερό να υποστηρίζει, κληρονομώντας ευχή για ένα φύσηγμα
στο ίσο της σαπουνόφουσκας, λουλούδι ανασασμού να γλιστράει στην κούρμπα
κλέβοντας τη ματιά σου για λίγο απ τα στήθια… παρόντα, εδώ…
μαζί με την ασπρόμαυρη φωτογραφία τσαλακωμένη, απ’ αγκαλιά κλεφτή στη βρύση
γωνιά και θυμησιά στη ρώγα μου με το βλάμη κόκκινο από ντροπή
για τ’ άδεια χέρια… εδώ κι αυτά…
που παλεύουν με το τραπεζομάντηλο ν’ αρθρώσει πόνο αμήχανων δαχτύλων
με νύχια μαλακά, ανάγκη γεμάτα
σύντροφοι των ποδιών… πρησμένα και πονούντα… εδώ…
να ψάχνουν την τραβέρσα της καρέκλας σου, γι’ αποσταμό και να γκρεμίζονται ξανά και ξανά στο μωσαϊκο
δυο χειλιών σκασμένων… δεδομένα αδακά…
που ρετάρουν για νερό και λέξη για κεια τα μπούτια τα σταυρωμένα…εδώ…και το μουνί…εδώ…
ν’αχνίζουν ιδρώτα
για ποίηση να τα χωρέσει σε δυο μάτια…εδώ γαμώτο, εδώ…κοίτα με την κραγμένα διαθέσιμη

Κάλιο λαμόγιο

3,5 και περήφανος που κατάφερε να κυνηγήσει

μαμά, μαμά χτες σκότωσα μια πεταλούδα

γιατί βρε παιδί μου… και τι θα κάνουν τώρα ο μπαμπάκας της κι η μανούλα της;

Θα κλαίνε μαμά;

Θα κλαίνε βρε γιε μου και θα ψάχνουν παντού να βρουν τις βουλίτσες και τα χρωματάκια που είχε στα φτερά της και δε θα τα βρίσκουν πουθενά

Θα κλαίνε και ταδερφάκια της μαμά…και θα ψάχνουν μαζί με τον μπαμπάκα και τη μαμάκα της;

Ναι μωρέ όλη η οικογένεια της πεταλούδας θα κλαίει και θα την ψάχνει

Κι ο παππούκας μαμά;

Ναι μωρό μου κι ο παππούκας κι η γιαγιάκα της

…Αποχωρεί ο κυνηγός…ένα με το χώμα…κι επιστρέφει μετά από λίγο…

Θυμήθηκα, θυμήθηκα μαμά δεν ήταν πεταλούδα…μια βρωμόμυγα ήταν που σκότωσα!!!

Πέμπτη, 08 Οκτωβρίου 2009

Μαζί

με νυχιασμένα μιάου
σφήνα στις ρόδες μας
έγλειφες τα σπλάχνα της
αδιάφορος αν θα προλάβεις
μνήμη να εγχειρήσεις μας