Τετάρτη, 30 Δεκεμβρίου 2009

Ρε συ Μπάμπη

Κάπου βαθιά στο γαλανό ορίζοντα που παιχνιδιάρες αχτίδες τον έλουζαν σκάει μύτη πελαργός παράξενος που μπαλαντζάρει επικίνδυνα. Τσίτα τα γκάζια στροφές με τις μπάντες σταματοξεκινήματα άγαρμπα. Το ζεμπίλι του γεμάτο μα κεφαλάκι δε φαίνεται. Σε μια όπισθεν ξαφνική πετάγεται κεφάλα φαλακρή ξεδοντιασμένη με μούσι δάσος ασπροκιτρινογκρι μύτη κόκκινη και την τραγιάσκα στα δόντια. Κοιτάει το λοιπόν με ελαφριά απορία τον πιλότο ο μωροπάππους και τον ρωτάει...ρε συ Μπάμπη μπας κι όντως τον εχάσαμε το δρόμο;



'Αντε καλό καινούριο δρόμο συνκολυμβητές :)

Δευτέρα, 21 Δεκεμβρίου 2009

Προσφάι γι’ ανήμερα καθημερνά

πλήρωσέ με νανοίξω
τα κιτάπια του θεού μου
που περιμένει ψαλμό χρωστούμενο
για να ξανάρθει στη γιορτή
φτερό φτερό δουλεμένα ψυχέρματα αδερφέ
ταληράκια γινωμένα στη στυφάδα, στο κιβούρι της ανάγκης
γιαρίμια σκαλισμένα ένωση γεμάτο
παράδες γιοκ, μπικτίμ από παράδες
αυτές την αγοράζουν δεν την επληρώνουν τη γιορτή



Καλές γιορτές ναχουμε συνκολημβητές :)

Κυριακή, 20 Δεκεμβρίου 2009

Βόλτα στο χιόνι

Μέχρι να ρθει να στάξει μάτι δάσκαλε και να βήξει σπλάχνο η νύχτα χάρη θεού για το σχόλασμα στο δρόμο για τους κήπους κι είθε να μας ακούει και να χιονίζει κρύο καθαρό στροφούλα στροφούλα κάψα να καζαντίζει και τα χνώτα να μη χαμπαριάζουν από τζάμια ν’ αφρίζουν γινάτι σφυρι άνοιγμα να γκρεμίζει για το ρογχούδι… τη φωνή ν’ απολνάει… ξόδιο σκοπό για το μαραγκιασμένο το κεφάλι ν’ αφήσει τα χέρια να τραγουδήσουνε θάλασσα λυμμένη κι αγαρινή σιωπή κερασιά στο φάρο της Αλεξανδρούπολης να βάνει τον αέρα ξάγναντο να μπουγιουρντίζει

Παρασκευή, 18 Δεκεμβρίου 2009

Κατεβαίνοντας την ακροπόλεως

Την έβγαλε σπρώχνοντάς την απ το ψιλικατζίδικο.
Εκείνη παραπάτησε προς στιγμή μα τα φουστάνια της και τα χρυσαφικά της τη στήσαν πάραυτα φάτσα στα σικάτα αναπαλαιωμένα νεοκλασσικά…φευ… αισθητικό παραλήρημα σαλεμένης αρχιτεκτόνισσας. Άρχισε να απομακρύνεται κλείνοντας το μάτι στα καπούλια της να εκδικηθούν μ’όλη τη γύφτικη τους άπλα τη μαγαζατόρισσα με το ξυσμένο ξανθό μαλλί το σφιχτό ροζ χείλι και το κινητό στο χέρι που την άδειασε .
Τώρα θα σε φτιάξω μωρή δίπλα είναι το τμήμα τώρα τους παίρνω ο διοικητής είναι φίλος μου θα σε χώσω μέσα παλιοπουτάνα να σαπίσεις άρχισε να ουρλιέται από πίσω της η ψιλικατζού σφράγιζοντας μόλα τα πρέποντα χαρτόσημα την καταγγελία για το αγέρωχο βάδην
Δε ξέρω ποια να ΄ταν που τη γύρισε … το πηλίκιό του στην καρέκλα και τα σάλια του που μαγάρισαν τα δάκρυά της το μαυρισμένο μάτι ο εμετός και τα δόντια τα φτυσμένα στο σοκάκι το τρελάδικο που θελε δήλωση μόνιμης κατοικίας θαρρείς τοίχους θα γιάτρευε το βρεφούδι της που το παράχωσε στα γρήγορα… μέσα μέσα τους γύρισε να καταπιεί τα κόκαλά του και να της φτύσει τα χώματα με τα χύσια του στους μαρμαρινους καλογυαλισμένους τάφους της χοντρέμπορους γαρύφαλλων για το βραδυνό της μεροκάματο …τ’ άντρωσε τ’ άντρωσε με μιας το βρεφούδι της να τη δικαιώσει που δεν μπόρεσε να τ΄ασπροντύσει…ανίερη και ανόσια μάνα γενιάς λασπωμένης απ το μαύρο της πανήγυρης…δεν ξέρω ποια…μια γύφτισσα ήταν…ίδιες όλες τους αδακά τις έχω να μου στραπατσάρουν τη φάτσα όχι με τα λόγια τους όχι μα με κείνον τον ταυρίσιο αέρα που σηκώνουνν σε κάθε τους κοίταγμα

Κυριακή, 13 Δεκεμβρίου 2009

Αμεα ποίηση

Μακρύς ο διάδρομος και γέμισε ως το ταβάνι με το δε θέλεις δε θέλεις δε θέλεις του. Αυτός να πισωπατά, σπρώχνοντας με τα χέρια του τον τρόμο του να ξεσκίσει το τεράστιο σάπιο στήθος της κι αυτή με τις παλάμες της ανοιχτές να εκλιπαρεί απ’ ότι ανθρωπιά της ξέφυγε με λήθη να το κάνει, παίρνοντας μαζί και τον καρκίνο της. Για πρώτη κι ίσως μοναδική στιγμή ανταμωμένοι με το ίδιο έντρομο χαμόγελο που παίρνει μπάλα τα πρόσωπα και κάνει τον αυτισμό να σε ξηλώνει, παύλα ποιητή δάσκαλε.

Σάββατο, 12 Δεκεμβρίου 2009

Άκαυτος

το πρόβλημά είναι πώς δε σου μυρίζω ρε παιδί δε σου μυρίζω καμένο μόνο σαν σου φτύσω τα σημάδια μου στα μούτρα σου έρχεσαι όπως σου 'παν κάνουν τα ανθρωπόσκυλα όταν τους έχουν κόψει τη γλώσσα...να τα γλύψεις... κι ενώ καίγονται τα χέρια μου γλύφεις τα πόδια μου που καίγονταν όταν έγλυφες τα μαλλιά μου που καίγονταν όταν έγλυφες τα δάχτυλά μου που καίγονταν όταν έγλυφες τα νώτα μου που κάηκαν όταν με πήρε παραμάζωμα ο γκρεμός να σώσω το παραμύθι μου που μου το κλώτσησες. Φύγε φλόγες γλύφεις καίγομαι , φύγε κι άκαυτος θα πας απ την τσίκνα μαζί με τα υπερφίαλά μας ξόανα και το Μεβλανά στο βάζο , πυρίμαχο τσιτατοφόρο νερωνάκιο

Πέμπτη, 10 Δεκεμβρίου 2009

Όσο να ‘ρθεις

Τόσο μακριά όσο κοντά ήταν πάντα εκείνη και τόσα λόγια όσα ποτέ δεν του ‘πε.
Παλεύομαι την τρύπα στο ζιπούνι του να ράψω να γυρίσω θυμό κι ευγνωμοσύνη
ξέφτια να μην αφήσουν, γρέκι να στρώσουν, φουσκωμένο μπουμπούκι σφιχτό αποδοχής να μπορέσω να μας κεντήσω μ’ίδρο μ’ αγκαλιασμένη μ’ αγάπη μ’ να σκάσει στο γιακά της ζακέτας μου χαμαμιού μυρωδιά στα δάχτυλά μου, θεια Παραμυθιά στα ρουθούνια μου όσο να ΄ρθεις να με βοηθήσεις να τη βγάλω

Τρίτη, 8 Δεκεμβρίου 2009

Να ράφτει λίθινα

Με ήλιο ν’ αρχινά κι ακορντεόν απ’ τα στενά
κι ένα δυο τρία φόδρινα μαξιλαρούδια στρογγυλά
χέρι δεξί χέρι ζερβί να ράφτει αλήθινα για να φανεί
γυαλιστερό πολύχρωμο παλιατσοκουκλί

Και πέντε έξι εφτά οχτώ
πόδια να σου φτιάσω προσπαθώ
να κουδουνίζουνε ν ακολουθώ
ένα δυο τρία άνεμο σαν κυνηγάς
πέντε έξι έφτά οχτώ
στη θάλασσα μου σαν βουτώ

Κι ένα δυο τρία πάλι απ την αρχή
πολύχρωμό σου κατρακύλι μου κρατώ
για κυριακάτικο αχτιδοκυνηγητό
νεραυλακιάς αντιγραφτό
και αστραπόβροντου κρυφτό

Και πέντε έξι εφτά οχτώ άμα ζαβώσει ο καιρός
κι όλους τους δράκους ζαλωθεί ο ουρανός
τα μάτια σου όλα στο μαθιό που ‘χει απάγκιο το τειχιό
κουτσοπερίστερο στοιχειό μην τύχει και το παρακούσεις
ένα δυο τρία απ την αρχή χέρι δεξί χέρι ζερβί
να ράφτει λίθινα να καμωθεί την πέτρα τη λειψή
να ράφτει λίθινα να μην κρυφτεί
γυαλιστερό πολύχρωμο παλιατσοκουκλί

Κυριακή, 6 Δεκεμβρίου 2009

2 και 80 με τα μάτια χαμηλωμένα

Δικασμένοι από φτιαξιά για φυλακή ολόκληρη και αποδράσεις μισές, μαχαίρι φίλε
που διψάει μασάτι να γλύψει, τι τα θες γλιτωμό δεν έχουμε απ το κόκκινο φεγγάρι
που κυλάει στα σκέλια μου σταγόνα σταγόνα σαν μήλο το κρασί θα κυνηγάμε, για μιαν αδραξιά κατιφεδένιου πένθους απόδραση, για τη χαμένη ευκαιρία, πολιτισμένα τώρα, φανερά στον πάγκο του ψιλικατζίδικου 2 και 80 μόνο να μου ζητάς με τα μάτια χαμηλωμένα και ‘γω να σε συμπαθώ ακόμα που ψάχνεις εφημερίδα να μου τυλίξεις το λυγμό και σακουλάκι να τον κουβαλήσω, όχι, όχι τώρα, ξέρω έχω καιρό να σ’ακούσω να μου λες πόσο παιδεύτηκες, θα ξανάρθω άλλοτε, πρέπει να βάλω καζάνι σήμερα να βράσω το, να το ξανακάνω άσπρο να μην το ντρέπεσαι που τ’ άφησες οι εφιάλτες σου να το μακελέψουν κι ακόμα το βλέπεις κρεμασμένο στα συρματοπλέγματα ανάμεσα στα φτηνά στραβοπατημένα σου παπούτσια, άλλοτε μόλις μας ξαναφτιάξω άσπρο το φεγγάρι θα ‘ρθω να μπορέσω ν’ ακούσω πόσο, πόσο καημένε μου παιδεύτηκες σε κείνο το φανταρικό στη Λήμνο

Πέμπτη, 3 Δεκεμβρίου 2009

Και το μικρό καράβι τ’αταξίδευτο

Μάτια που τα χει πάρει το ποδοβολητό της πόλης φαλάγγι και τρέχουνε να ξεφύγουν από ευθείες και σταυροδρόμια κουκούλι να ‘βρουν, με μόνο σύμμαχο μαντήλι στο λαιμό κι απ’ το κουλέ καφέ ως τη θάλασσα όλα τα καρφιά για τα δόντια τους με τα κουτσαβάκια τα μαστόρια απ’ τον καφενέ να κρατάνε τσίλιες… και με το κατεβαίνει… να μην αφήνουν δέντρο για δέντρο και κολόνα για κολόνα να καρφώνουν να χειροκροτάν και να γελάνε περήφανοι που την εκάνουνε ζάφτι τη ζωή. Κι όταν κανενού τύχαινε να φανεί ο γιος του να του ζητήσει μια δραχμή…ψαχνόταν… δήθεν κάτι μπορεί να χε στην τσέπη του εκτός απ τα καρφιά, ψαχνόταν με πλάτη στο τσίρκο μέχρι να χαθεί απ’ τα μάτια του, κουκίδα μπλε μες στα γέλια και τις φωνές και το μικρό καράβι τ’αταξίδευτο, χωρίς κουλούρι για την εκδρομή

Τρίτη, 10 Νοεμβρίου 2009

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ Γρηγορόπουλος (ο Gregory μας)

απ τον έφηβο




"Πλησιάζει η ημέρα που κλείνει ένα χρόνο απο τη δολοφονία του από την ελληνική αστυνομία, την ώρα που διασκέδαζε στα Εξάρχεια, του συμμαθητή μου Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου.
Σας παρακαλώ όλους σας

αν γράψετε κάτι για αυτόν, οτιδήποτε,

ή μιλήσετε με την παρέα σας για αυτόν,

να γνωρίζετε οτι το όνομά του ήταν

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ Γρηγορόπουλος και όχι Αλέξης Γρηγορόπουλος.



ΑΛΕΞΑΝΔΡΟ τον φωνάζανε οι φίλοι του, η μητέρα του, οι συγγενείς του. Οι συμμαθητές του αν δεν τον φωνάζαμε Gregory, παραφράζοντας το επώνυμό του, πάντα ΑΛΕΞΑΝΔΡΟ τον φωνάζαμε. Κανένας, μα κανένας, δεν τον αποκαλούσε, ποτέ, Αλέξη.

Μόνο μετά τον θάνατό του κάποιοι δημοσιογράφοι που δεν κάνουν καλά την δουλειά τους και μας παραπληροφορούν καθημερινά και κάποιοι πολιτικοί που ποτέ δεν είναι καλά ενημερωμένοι και συνήθως παίρνουν αποφάσεις μέσα στην άγνοιά τους, κατάφεραν τελικά να του αλλάξουν το όνομα. Μην τους αφήσετε να σας κάνουν, για μια ακόμη φορά, ο,τι αυτοί θέλουν.



ΣΑΣ ΠΑΡΑΚΑΛΩ ΟΛΟΥΣ, ΟΣΟΥΣ ΔΙΑΒΑΖΕΤΕ ΑΥΤΟ ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ :



- Αν μιλήσετε με τους φίλους σας για αυτόν, ΑΛΕΞΑΝΔΡΟ να τον προσφωνήσετε.

- Αν κάποιος από την παρέα σας τον ονομάζει με άλλο όνομα, διορθώστε τον, πες τε του οτι το σωστό είναι ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ.

- Αν κάποιος δημοσιογράφος τον προσφωνεί αλλιώς, στείλτε του e-mail και πες τε του ότι κάνει λάθος και ότι το σωστό είναι ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ.

- Αν ακούσετε κάποιο πολιτικό σε κάποιο μέσο να τον προσφωνεί αλλιώς, τηλεφωνήστε στο μέσο και πείτε ότι ο φιλοξενούμενός τους κάνει λάθος και ότι το σωστό είναι ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ.

Αυτό που του έχει μείνει πλέον είναι η μνήμη των κοντινών του στο ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ που είναι ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΓΡΗΓΟΡΟΠΟΥΛΟΣ, ας μην αφήσουμε να του το πάρουν και αυτό!!!"





Ευχαριστώ



Έφηβος

Σάββατο, 17 Οκτωβρίου 2009

Δόνα Διαφανή

Μήνες τώρα γυρίζω κάλτσες
Να καταφέρω να χώσω το χέρι μου στο μουνί μου
μέχρι να πιάσω πρόσωπο απ τα μούτρα να με τραβήξω μέσα
σφιχτά κρατώντας με απ τη μέση για να με σταματήσω
στην πόρτα να με βρεις έτοιμη να φορεθώ
Ξανά και ξανά γκρεμνισμένη μονεμβασιά στις μελανές ομίχλες της κούνιας μου
και στα σκοτεινά ιδρωμένα μεσημεριανά κρεβάτια της εφηβαίας αγωνίας μου
που ήξερε πώς γλιτωμό δεν έχει απ το λιόγερμα και θα το πνίξει
σε μύξες δάκρυα αίμα και βλέννες κοριτσιών που αμμούδα τις προίκισαν.
Πρόβες τοκετού μ’ανεμογκάστρια της κεφαλής, με μια ελπίδα μοναχά
όντως να νοιώθω τις στάλες να τρέχουν στον αγκώνα μου
και να λεκιάζουν σήψη το πατάκι μου κάθε που το χέρι μου ξαναγεννώ
ζητιανεύοντας πίσω τη δόνα Διαφανή μάνα στέρφα των παιδιών γύρω απ το φούρνο
αννέ της γειτονιάς με τα μπόσκα της λυμμένα να τρατάρει τ’άναποδιασμένα
ψαθουράκι γεμισμένο με μαστίχα βροχή μυρωδιά ν’ άλλάξουν τα μέσα τους
να σ'αφήσουν να τα χαϊδέψεις

Τετάρτη, 14 Οκτωβρίου 2009

Ερωδιορίζοντας Τρίτη και 13

Παραχώνοντας τον καθρέφτη του νοτιά κλαις
και με δίνεις κρυφογελώντας στα, που τα πέθανα χτες
Και γιομίζει η πόλη καφεδιά έϊ κοριτσάκι κι αγάντα κίτρινα
πεταλούδες π’αγγέλουν μπρούσκα κόκκινη γιορτή
και χώνονται στους αγκώνες στα γόνατα στους αστραγάλους μου
τραβάνε τη μπλούζα τη φούστα μου απαιτώντας άσπρες μπαλαρίνες αρθρώσεις
Γελάς γελάς με δάκρυα και φυσάς μου συλλείτουργο
τον άδειο χθεσινό κάδο στη μέση του δρόμου μου
να βγω να ψάξω ουρανό
να σου πω τι χρώμα τον όρισες
βαρδάρη μου φεγγάρι

Δευτέρα, 12 Οκτωβρίου 2009

Κι άλλα φύλλα

μηχανευόμαστε μήτρες δέντρων
να δώσουν γέννα στα χέρια με χέρια κι άλλα
άλληλα χέρια χέρια τριχιές ροζιασμένες νεράιδες
να ξεφλουδίζουν τον αέρα τριζόνι να μυρίσει
και φύλλα κι άλλα φύλλα άλαλα φύλλα ξύλα φύλλα
χίλια στο τάληρο φύλλα στάμπες ενος στοκ φθινόπωρου
που την πισίνα γέμισε να πλατσουρίσουμε
αποσωσμένοι βουτηχτάδες
ηττημένοι μιας χεριάς
του Αυγούστου θάλασσας

Σάββατο, 10 Οκτωβρίου 2009

Προσκλητήριο

Κεφάλι… παρών… μπροστά και παράλληλα, εκτός να προχωρεί
γερμένο μ’ όλες τις γυναίκες του σογιού στο πλάι αριστερά
που ψώνια κουβαλούσαν με ώμους άντρες… παρόντες εδώ…
με το μπολερό να υποστηρίζει, κληρονομώντας ευχή για ένα φύσηγμα
στο ίσο της σαπουνόφουσκας, λουλούδι ανασασμού να γλιστράει στην κούρμπα
κλέβοντας τη ματιά σου για λίγο απ τα στήθια… παρόντα, εδώ…
μαζί με την ασπρόμαυρη φωτογραφία τσαλακωμένη, απ’ αγκαλιά κλεφτή στη βρύση
γωνιά και θυμησιά στη ρώγα μου με το βλάμη κόκκινο από ντροπή
για τ’ άδεια χέρια… εδώ κι αυτά…
που παλεύουν με το τραπεζομάντηλο ν’ αρθρώσει πόνο αμήχανων δαχτύλων
με νύχια μαλακά, ανάγκη γεμάτα
σύντροφοι των ποδιών… πρησμένα και πονούντα… εδώ…
να ψάχνουν την τραβέρσα της καρέκλας σου, γι’ αποσταμό και να γκρεμίζονται ξανά και ξανά στο μωσαϊκο
δυο χειλιών σκασμένων… δεδομένα αδακά…
που ρετάρουν για νερό και λέξη για κεια τα μπούτια τα σταυρωμένα…εδώ…και το μουνί…εδώ…
ν’αχνίζουν ιδρώτα
για ποίηση να τα χωρέσει σε δυο μάτια…εδώ γαμώτο, εδώ…κοίτα με την κραγμένα διαθέσιμη

Κάλιο λαμόγιο

3,5 και περήφανος που κατάφερε να κυνηγήσει

μαμά, μαμά χτες σκότωσα μια πεταλούδα

γιατί βρε παιδί μου… και τι θα κάνουν τώρα ο μπαμπάκας της κι η μανούλα της;

Θα κλαίνε μαμά;

Θα κλαίνε βρε γιε μου και θα ψάχνουν παντού να βρουν τις βουλίτσες και τα χρωματάκια που είχε στα φτερά της και δε θα τα βρίσκουν πουθενά

Θα κλαίνε και ταδερφάκια της μαμά…και θα ψάχνουν μαζί με τον μπαμπάκα και τη μαμάκα της;

Ναι μωρέ όλη η οικογένεια της πεταλούδας θα κλαίει και θα την ψάχνει

Κι ο παππούκας μαμά;

Ναι μωρό μου κι ο παππούκας κι η γιαγιάκα της

…Αποχωρεί ο κυνηγός…ένα με το χώμα…κι επιστρέφει μετά από λίγο…

Θυμήθηκα, θυμήθηκα μαμά δεν ήταν πεταλούδα…μια βρωμόμυγα ήταν που σκότωσα!!!

Πέμπτη, 8 Οκτωβρίου 2009

Μαζί

με νυχιασμένα μιάου
σφήνα στις ρόδες μας
έγλειφες τα σπλάχνα της
αδιάφορος αν θα προλάβεις
μνήμη να εγχειρήσεις μας

Για μια τζούρα

Σε πίστεψα χτες
λευκό πουτανί
πως ξεπρόβαλες κόρφος
να σβήσεις κουτιά και νέον
πως πνοή κατέβαινες
να φυσήξεις κορδέλες
σκιάχτρα να σκαρώσεις
στα φανάρια του δρόμου
με κουδούνια στα καπέλα τους
να καλούν για τη σπορά
Πόσο ακόμα χαρμάνη μου,
πόσο θα καρναβαλίζεσαι
για μια τζούρα άσπρο

Τρίτη, 6 Οκτωβρίου 2009

Δυο σκυλοσόγιων τόπι

Ελπίδα μόναχα πατρίδα τα μεριά μας
που ρυθμικά λικνίζουμε στ’ αφέντη την κλωτσιά μας
αφού καλά το ξέρει αυτός, πως πρώτα τα παιδιά μας
ενέχυρο τα δώκαμε άλφα της απληστιάς μας

για να γεννούνε λέει κάποτε αφεντικά
λακέδες σε καλή τιμή στη γειτονιά μας
μ’ένα ω… μέγα θησαυρό στην αγκαλιά μας
σελίδα πράσινη κενή, αίφνης παρηγοριά μας

Με αγγλιστί υπογραφή ως γνήσιοι βρωπαίοι
λετς πάμετε ρε ζωντανά κι είναι πολλά τα χρέη
πριν γίνετε πατρόν κιμπί ψωρωκωνσταντιναίοι

Κι αν δεν της βγει της πράσινης να μάθει μας το νέο
πως κλώτσο τον κλώτσο θα γενεί πατρόν ο πειναλέων
θα χουμε και σε μπλε κενή αμόλυντη κι ωραία
μπόρα σαν εμαυρίσει μας, μια δρακοπούλα θαν' μοιραία

Ελπίδα μόναχα πατρίδα τα μεριά μας
εξόν το ταυ της απληστιάς που γέρνει στη μετόπη
δείξει μας πως χαρβαλογίναμε, δυο σκυλοσόγιων τόπι

Κυριακή, 4 Οκτωβρίου 2009

4.10.09

σαπιοκοιλιάδων
σβουνιά στεφανωνόταν
ο κυρίαρχος

που εκοιμότανε
τις Κυριακές

Σάββατο, 3 Οκτωβρίου 2009

Κι ο ουρανός θ’ άκούσει

Τραγούδι όσα μου φοβάμαι
με τρένα πλοία φορτηγά να τα κοιμάμαι
παρέες αχτίδες με μια μπουρού ελπίδες
Τραγούδι όσα μου θυμάμαι


χαμόγελο της γύφτισσας με τα λειψά τα δόντια
που ζητιανεύει βύζαγμα στιγμής στα φώτα της αναμονής
κάτω απ τον τρύπιο ουρανό που άλλο δε μας βρέχει
μον’ καίει μας τις μουσικές σ’ ένα ποτάμι έχειν

κτήματα απ του παιδιού μας τις ανάσες
‘κει που χωράφια του ‘πρεπαν νιοέλληνες ραγιάδες
χώμα φωνάζει η μπουρού κι ο ουρανός θ’ακούσει
πεφτάστερη θα ρίξει λάσπη του να τον εξαναχτίσει



Υ.Γ Ξέρω ξέρω επαναλαμβάνομαι :)
Μα ρίξτε το και σεις σωστό και δαγκωτό
να σταματήσω!!!

Παρασκευή, 2 Οκτωβρίου 2009

Διαβασματοτέρας

Έλεγε όλες εκείνες τις ευφάνταστες ιστορίες που σκαρφίζονται οι υποστράτηγοί του δημίου για γραμματάκια που χάνονται σε δασάκια, σκοντάφτουν σε πετραδάκια μ’ ακούν κάποτε τα πουλάκια και βρίσκουν πάλι το δρομάκι που έχασαν.

Όλες ήταν σαν παραμυθάκια μικρούλες τρυφερούρες όλες πίτα στα υποκοριστικά να χαλαρώσει ο κατάδικος να ξεχάσει το σχέδιο απόδρασης και να συναντηθεί με τον ένα τον μεγάλο τον τεράστιο τον ανυπόφορο δήμιο που αμέσως πετούσε από πάνω του φυλλαράκια λουλουδάκια και πουλάκια και στόχευε στο λαιμό δένοντάς τον κόμπο… κι ώμοι , μάτια, φρύδια, άκρες απ τα χείλια του κατάδικου, αυτόματα να σέρνουν πορεία προς το πάτωμα κι ένα ξέπνοο δεν ξέρω να κατρακυλάει απελπισμένο στο χαρτί.

Μια τέτοια είχαν πει για το έψιλον που μόλις άκουσε το τραγούδι ενός τρυποκάρυδου βρήκε τον φίλο του το γιώτα κι απ τον ενθουσιασμό τους φώναζαν και τα δυο ιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιι βρεθήκαμε!!!

Ο κατάδικος την άκουσε γέλασε ρώτησε για τον τρυποκάρυδο τα δέντρα αν ήταν πυκνά κι αν άφηναν τον ήλιο να μπαίνει στο δάσος, για τα φύλλα αν γλυστρούσαν,τα άλλα ζώα του δάσους…. αν είχε ποτάμι εκεί κοντά, αν είχε βίδρες το ποτάμι…είπε και μια ιστορία που είχε δει στην τηλεόραση γιαυτές και τις μουσούδες τους…ξεκίνησε να λέει και για ένα παιδικό που έδειξε μετά το ντοκυμαντέρ για τις βίδρες…κουβέντα για το έψιλον και το γιώτα…άκου ονόματα για φίλους…ο δήμιος κατέτρωγε το λαιμό του υποστράτηγου…

Λαιμός να ταν κι ότι νάταν…προτιμούσε βέβαια λαιμό τρυφερουδίου, αλλά στην ανάγκη…
Πήρε το σοβαρό του ο υποστράτηγος ... έβγαλε τα κρυφά όπλα απ το θηκάρι, χρόνος, βόλτα στο πάρκο μετά, αυτοκόλλητα…μάζεψε τα πεσμένα ο κατάδικος απ το χαρτί και κρατώντας τα σφιχτά στη χούφτα του…βρέ…βρε…βρέ…χε διάβασε… δηλαδή έβρεχε είπε κοιτώντας με παράκληση για έλεος τον υποστράτηγο.

Αυτός αμίλητος ξαναέδειξε …χει… και είπε βρε…σωστά, μούγκα και δείκτης αμίληκτος στο παρεάκι του δάσους…χει
Ναι είπε ο κατάδικος βρε…χε… δηλαδή έβρεχε σου λέω εκείνη τη μέρα
Ξανά ο δείκτης του υποστράτηγου…χει
Σκουντιά ο κατάδικος να χωρέσουν οι αλυσίδες του και βρε…χε… δηλαδή έβρεχε και ξανά με σκουληκοσούρσιμο στην καρέκλα και βρε…χε… δηλαδή…δάκρυ έβρεχε και κόκκινο μάγουλο και βρε…χε… δηλαδή σκουπίζω τα μάτια και βρε…χει… αχτίδα , μαζί με τη χούφτα ανοιχτή τώρα να χτυπάει ρυθμικά …χει… χει…χει… βρε…χει… βρε…χει…δεν είπες θα φωνάζουν όταν βρεθούν ιιιιιιιιιιιιιιιιιιιι δεν είπες βρε…χει…χει…δεν φωνάζουν αυτά…τίποτα δε λένε…δε λένε ιιιιιιιιιιιι βρε…χει…κι όλα τα πεσμένα φρύδια, μάτια, άκρες απ τα χείλια να τσαλαπατιούνται πάνω στο βρε…χει για να φωνάξει ιιιιιιιιιιιιιιιιιι βρε...χιιιιιιιιιιιιιιιιιι

Τρίτη, 29 Σεπτεμβρίου 2009

Νικοπολίδη...

...το σύστημα του σταυρού, ναι;)

Δευτέρα, 28 Σεπτεμβρίου 2009

Συμβασιούχοι

στον καθρέφτη δες
κείσαι σ'ότι μ'άφησες
μπαμπά να είμαι



Υ.Γ. Καλό βόλι λέμεεεε !

Παρασκευή, 25 Σεπτεμβρίου 2009

Το χρέος που σου 'χω

μ'ήχο μου αφεντικό
των παιδιών μου την ηχώ
θα σε πληρώσω


Υ.Γ. Άντε και καλό βόλι αδέρφια!

Τρίτη, 22 Σεπτεμβρίου 2009

Γλείφοντας τα σεντόνια

φέρε σε πίσω
αφού όνειρο είσαι
κάθιδρου λαγού

Πέμπτη, 17 Σεπτεμβρίου 2009

Έχω, έχωωωω!

Πάμε το λοιπόν
Μισό πακέτο ουρανός
Μια εξάδα ποδήλατα
Μια οκά άσπρα πουκάμισα
Δυο σέσουλες κόκκινο χοντροκομμένο
Λίγο κίτρινο για μυρωδιά
Τρεις χούφτες γαρύφαλλα
Δέκα οριές αλύχτησμα
Και μια πρέζα μάνα, απ την καλή
Ολντού μπακαλάκο
Το βγάλαμε και σήμερα το μεροκάματο

Άντε κι αύριο προσφορά
Το τσουβάλι με τους λυγμούς
Μαμούνι έπιασε!

Τετάρτη, 9 Σεπτεμβρίου 2009

Έκκληση Σεπτεμβρινή

για ένα κλάσμα
απ’ την κοινή δάσκαλε
κουταβίσια σου ψυχή




Σουρτούκω Κοκό σ'ευχαριστώ :)

Κυριακή, 6 Σεπτεμβρίου 2009

Για μένα, τώρα

Και που να καταλάβεις ρε συνξάδελφε
τι ναι ποίηση για μένα
σάματις είχες ποτέ βυζί
και μάλιστα κρεμασμένο να ψάχνει ν’ανασάνει
ζουληγμένο απ το σόκορο του γραφείου;
Και να τ’ακούς και να τ’ανασηκώνεις
και τότε η ρόγα σου ξεδιάντροπα
να ερωτοτροπεί με τον πρώην δυνάστη
και να ξεχνάς το ποίημα

Γι’αυτό σου λέω τι να σου πω
που τα βυζιά μόνο από φωτογραφία
ορθά τα κατέεις

Τετάρτη, 26 Αυγούστου 2009

Παιχνίδι

κεραυνοξυπνάς
μας ν’ακούσω, πώς
καιγομυρνάμε

πα στα κύματα
σε βλέπω, που με κοιτάς
απ τη σκιά σου

Τρίτη, 25 Αυγούστου 2009

Μικρές ελλάδες

πόσο πολλές, βάλθηκες
να μας δείξεις, ελλάδες
αβοήθητες

Δευτέρα, 24 Αυγούστου 2009

Τώρα

δώσε μας νερό
τον τόπο να θυμάται
θεριογύναικο


τώρα που όλα
τ'άγοράζουν με κόπο

Κυριακή, 16 Αυγούστου 2009

Κερνάει το ζούδι




Φχαριστώ και φιλιά...λίγα πολλά, στα μούτρα να ναι :)

Απόλυτο τιπ...

...νοικοκυροκόριτσα

Καθιστές σε πολυθρόνα χαμηλή, αυτή του σκηνοθέτη μωρέ, μπροστά σας καρέκλα με πάτερ...όι καλέ λάθο... τάπερ με τρίφτη και...τα δύσκολα. Δεξιά σας κοντούτσικα, όμως ανεμιστηράκι να στοχεύει το τάπερ στο ένα, μη μου πλευριτωθείτε κιόλας. Μέχρι και 15 από δαύτα...τρώμε πολύ, το 'παμε... κι ούτε ένα ρούφηγμα της μύτης, ούτε ένα δάκρυ καλέεεεεε, αλήθεια :)

Άι το χειμώνα να σε δω, ρουλίτα που θα ψάχνεις για τιπ!


Άντε και μια Μαίρη για να χουμε το νου μας, κορίτσα

Για το μυθο σας είπα;)


Ρήνα... Κατερίνα μου

Φυσικά και άλλο έψαχνα...τι προτότυπο...το να χαμε τώρα δυο τσιγάρα...τι άλλο θα ζητούσες...πώς είναι να τα ξέρεις όλα;...λέγε και μετά...ρήνα, κατερίνα μου μ' ορέεεεεο σαν το μπισκοτάκι καλέ...τι επανάληψη θε μου...ε καλά κάτι καινούριο...μύυυυυυθος λέμε...γκντουπ! (κουτουλιά... μία έφτασε)




Υ.γ. Βρε αλήθεια το ψαχνα το να χαμε τώρα δυο τσιγάρα και δεν το βρήκα...και γέλασα με τη...άντε, εντάψει ρίνα...γελάμε είπαμε σήμερα...μη μου μουτρώνετε οι άντρηδες...σας αγαπάμε οι ρουλίτες :)

Σάββατο, 15 Αυγούστου 2009

Μια Λέγγω αγάπη

Όχι, για μιαν αγάπη, άσπρη ροζ χρωματιστή
δεν έχω να μιλήσω
για μιαν αγάπη μοίρα λιμνίσια, γλυκερή
χρώμα δε θα ξοδέψω

Να σας βάψω, θέλω μιαν αγάπη Λέγγω
με δυο γάμμα τραχιά το λαιμό να γδέρνουνε
τσιγκούνα, μαύρη μικροχήρα
με το σταυρό και τις ασπρογάλανες ρίγες στον κώλο
πού στα εφτά παιδιά έβαλε, πριν στην αγορά τα βγάλει
μ’ελπίδα πώς έχει απομείνει στο ντουνιά, λίγος θεός και τσίπα
και δεν θα της τα χουφτώσουνε

Μιαν αγάπη Λέγγω να σας φτύσω, θέλω
με ζαβό το νύχι στο δεξί το πόδι
χωμένο στο κρέας του αρχηγού
να μας κλωτσάει και να πονάει
με δόντια σφιγμένα, έχοντας για καζάντιο
δυο δράμια δόντια, ακόμα

Να μου φυλάξω παλεύω, μιαν αγάπη Λέγγω
με αίμα περίσσιο και δρόμους λίγους
να μπλαβιάζουν το πόδι της
γριά άρρωστη στο κρεββάτι
να εκλιπαρεί για μπαλτά
πριν τη χαλάσει η γάγγραινα

Μια Λέγγω αγάπη, ανάπηρη
με δεκανίκια και μάτια κόκκινα
να σηκώνει τ’αυτιά της στον ουρανό
τυφλή στο μπλε του
τρέμω μη δε μ’αξιώσω



Υ.Γ. Να χουν καλό θέλω να πω στην apologia pro sua vita, στον Κεντρωτή και στον Ξένο, που μου καναν παρέα χθες στα μπλόκια τους

Παρασκευή, 14 Αυγούστου 2009

Βρασίδαςςςςςςς

Έχω ένα φίλο γιατρό Βρασίδας με τόνομα...που λέτε είχε τελειώσει το πανεπιστήμιο και σε λίγες μέρες θα φευγε για ναρχίσει το αγροτικό του. Συναντήθηκε μ'έναν φίλο του γιατρό γυναικολόγο να πιουν ένα τσίπουρο για το γεια. Πώς ήρθε η κουβέντα για τις ειδικότητες, ποιες έχουν μεροκάματο και ποιες όχι...του λέει ο γυναικολόγος, Βρασίδα το μουνί έχει παράδες σε πηγάδι άπατο...στο υπογράφω!

Ο Βρασίδας έκατσε πίσω στην καρέκλα του, άναψε έναν άσσο είπχε μια γουλιά τσίπουρο και συνέχισε να καπνίζει χαίδεύοντας σιωπηλός το μούσι του.

Τι σκέφτεσαι του λέει ο φίλος του

Στάσου στάσου του λέει να το βάλω σε μια σειρά... το μουνί... στο κεφάλι μου γιατί γιαρχή μου ξεφεύγει και θα σε πω

Αφού έκανε το τσιγάρο του και τελείωσε το τσίπουρο στο ποτήρι του...ήταν γρήγορος ο Βρασίδας... έκατσε τώρα μπροστά στην καρέκλα του ακουμπώντας τα χέρια του στο τραπέζι, έπιασε το ΄καραφάκι με το τσίπουρο και γιόμισε τα ποτήρια και των δυο αμίλητος

Άκου ρε φίλε του λέει...είναι βάσανο το μουνί;

Μετά από μια γουλιά και μια τζούρα απ τα βάθη...ναι... του λέει ο γυναικολόγος

Ρε γιατρέ...και γίνεται το βάσανο,μεροκάματο...γίνεται να πρέπει να το θέλεις κάθε μέρα και μάλιστα με ραντεβού...χόμπυ είναι το γαμημένο το βάσανο...πώς να το κάνεις ρε φίλε μεροκάματο...δε γινεται...στο υπογράφω κι ονομαστικώς Βρασίδαςςςςς
Άντε πιε να πάνε τα βάσανα σαπαρακάτ!


Τα γνωστά :)

Τσαπ δηλαδή το λοιπόν να καταλάβ'ς

Ο βάτραχος ο Φαίδωνας

...τι΄ναι πάλε τούτο...εμ πού νατακούσετε...μύθο λέμε, αφού !
Σιγά που θα το βρισκε η ρούλίτα!
Αντί του, όμως...βατράχια εν δράση...απρόβλεπτη, όπως του Μπαρμπαγιάννη η εκπομπή, που σας έλεγα τσι προάλλες...λέγε λέγε κάτι θα μείνει, σε λέω...9-12 κάθημερινα



δώρο αγαλίαση
συλλαβές αμέτρητες
τα δάχτυλα παλεύουν
για αντίδωρο
τραγουδιστό...κι ανώφελο
ανώφελο σου λέω
δεν μπορείς να το μετρήσεις
κλείστο...αμέτρητο
με μια μόνο τζούρα δυόσμο
κλεμμένο απ' τη Χαρούλα

Δεκαπενταυγουστιανή γραία

Μωρ' τι μου 'μελε
στα στερνά να μην μπορώ
μ'αρρώστεια να με έχω

γιατί κιαντέχουν
αφήνε με μονάχη


Υ.Γ. Αυτό το κιαντέχουν θέλει απόστροφο ανάμεσα κι α, για όχι;
Κανάς καραπόντιος θερμοκέφαλος καλέεεε :)


Χρόνια πολλά σε όλους

Καλημέρα :)

apologia pro sua vita


British Isle of Kypseli day 1176


H μόνη αλήθεια είναι το Λάμδα.

Λες;

Θέλω.

Αλήθεια;

Ψέμματα.

Γιατί δεν έβαλες Λάμδα στη λέξη σου;

Γιατί η μόνη αλήθεια είναι το Λάμδα.

Με πόσα Λάμδα γράφεις τα φιλιά;

Με όσα σου λείπουν.

Λυπάμαι δεν σε καταλαβαίνω.

Λυπάμαι δεν θα σε περιμένω.

Αλήθεια;

Λέμματα.

Όταν μου μιλάς με Λάμδα σε λατρεύω.

Όταν με λατρεύεις σε μισώ. Πες μου κάτι αληθινό, χωρίς λάμδα. Σταμάτα αυτό το ηλίθιο παιχνίδι. ΈΛΗΞΕ. Πες μου κάτι αληθινό σαν τις εισαγωγές του Χιώτη στον Επιτάφιο. Πες μου κάτι με αντρίκια Ρω και σκληρά Κάππα. Κάτι με Σίγμα που δεν τσιγκουνεύονται και Ταφ που πατάνε στέρεα. Βασιλικά Βήττα. Γάμμα που δεν χαρίζονται και Πι που δεν παρακαλούν. Πες μου κάτι για Γεράνια. Πες μου Κράτα το χέρι μου. Πες μου Πέτρα. Βροχή. Όνειρα. Μην μου πεις Λυγμός, έχει Λάμδα. Πες μου Πάμε αστέρι μου.Πες μου Πάρτο στεφάνι μας. Θε μου πώς γράφεται το πάρτο; Δεν έχει σημασία πές το μου. Βαρέθηκα τα Λάμδα. Δώς μου τ’ αγέρι, δώς μου το πέλαγο. Όχι. Μην μου πεις πέλαγο, έχει Λάμδα. Σου ρίχνω μεταξωτό σχοινί. Πιάστο. Πώς γράφεται το πιάστο; Θέ μου, Πιάστο. Δεν έχει σημασία. Ρεστάρησα. Όλα πάλιωσαν. Μ’ ένα ποτήρι πίναμε κι οι δυο. Πες μου Ποτήρι. Πες μου Κουρέλι. Μην μου πεις παλάτι. Έχει Λάμδα. Πες μου Ρούχο, Σπαραγμός. Πέστα. Θε μου πώς γράφεται το πέστα; Δεν πειράζει στην κρύα νύχτα ρίχτα. Όσο πιο μακριά από το Λάμδα, τόσο καλύτερα. Μίλα. Πες Πίκρα, Σκοτάδι, Σαββατόβραδο. Ίδιο Χριστός Ανέστη. Μην μου πεις δεν έχουμε ζωή. Δεν έχει Λάμδα, αλλά δεν το αντέχω. Πες μου Ιδρώτας, Αναστεναγμός. Βραδιά, Σπίτι.

Τελείωσες;

Μάλιστα.







Δεν είναι σαν να σου λένε παραμύθι με μουσική τα τραγούδια;...ώρε φάτσα δε σαντέχω άλλο...ένταψει μωρέ βλακεία...πώς κάνεις έτσι...δεν τις συνήθισες τις χαζάδες ακόμα;)

Πώς μωρέ το λένε τούτο το τραγούδι;

...εκείνο μωρέ που λέει κι αν δεν καταλαβαίνεις...όι όι πιστεύεις...όχι καταλαβαίνεις...πιστε...αμπεμπαμπλόμ τουκιθε...άιντε ββββλακείες άρχισες πάλι...τέλος πάντων ένα απ τα δυο λέει, για πιστεύεις για καταλαβαίνεις...αν δεν λέει, κοίτα τα μάτια μου καλά...αυτούνο σας λέω. Ήθελα να σας το κεράσω για καληνύχτα, μα δεν το βρίσκω η θειάκα ρούλα. Ανταυτού ένα ανέκδοτο που λέει ο Θανάσης ο Παπακωνσταντίνου σε μια συναυλία

Καληνύχτα κι όνειρα γελαστά :)
Κι άμα δει γελαστά όνειρα ο άνθρωπας ξεκουράζεται
Μόνο κούραση έχει αυτό το βράδυ,γλυκιά κούραση, τίποτε άλλο



Πέμπτη, 13 Αυγούστου 2009

Για σένα χρόνο

δίνω για σένα
χρόνο μη μου ζητάς το
για μένα χρόνο

Μόνο;

Πότε θα 'ρθει;
Πότε θα'ρθει;
Γιοκ μου;)

Ναυτία

Δε θέλω, τσάκαλοι να εκδοθώ
να εκδίδομαι, θέλω
όπως πολυ καλά ξέρετε.
Ναι, θέλω να δω, αν τα βρεχάμενά μου
μπορούν να ταξιδέψουν το πεζοδρόμιo
κάτω απ τα μπαλκόνια σας
και να βλέπω τις φάτσες σας
που θα ζουν τη ναυτία
την κατά καιρούς γραμμένη


Δόξα τον πανάγαθο μου μακούει, ακόμα

Το ξέρω, το ξέρω συνκολυμβητές

...ότι πολύ καλά το κατέετε...τι μωρέ, μπουχέσες δεξιοί είμεθα;)
Φυσικά ότι η ανοχή δεν πάει μόνο με τον οίκο, αλλά πάει και με το διαφορετικό...αλλά μην τυχόν μου τη μαγαρίσετε την ανοχή με την διαφορετική...απαπά παπά! Δεν παένει ρε παιδί με τίποτα, σε λέω!

Αλλά και συ ρε παιδί μου

και γυναίκα
και ρούλα
και ξανθιά
και χοντρή
και αλαφριά
και στο ράφι
και γλωσσοκοπάνα
και τουρκόσπορος
και αγράμματη
και με πήματα;

Πολλές οι αναπηρίες σου,για να τις εβγάζεις και βόλτα!

Πόσο διαφορετικότητα ναντέξει ο άνθρωπος;

Ξέρω σύνκολυμβητές, ξέρω απ το ίδιο πηγάδι προσπαθούμε να βγούμε όλοι...λιγο πολύ, ούλοι καραμητραίοι είμαστε, ειδικά κάτι θολά ξημερώματα σαν το σημερινό, που το πετσί αχνίζει, εκείνο το σιχαμένο το γιατί...όχι για τα κακεντρεχή γύρα τριγύρα, ανθρώπινα, αλλά για το χέρι απαγκαλιά, που δε μας δόθηκε

Άντε κι άμα βρω κανά τραγουδάκι θα σας κεράσω καλημέρα για αύριο


Τετάρτη, 12 Αυγούστου 2009

Επιστροφή στην πατρίδα, σύντροφε

Το θυμήθηκα καλέ :)

...αλλήθωρο το λεγε η νουνά μου, το μάτι της Τετάρτης γιατί κοίταγε προς την Κυριακή, τη γιορτή τη σχόλη :)

Κέρασμα νανούρισμα...α...σάμα τελείως το χεις χαμένο πρωινιάτικα...όι καλέ ξέρω, ξημέρωσε...αλλά βοηθάει στο πρωινό το ξύπνημα, τούτο το νανούρισμα... Μύθος λεμεεεεε...μην ξεχνιόμαστε να πάρουμε και κανά φράγκο μπας και πάμε διακοπές, γιατί κάτι για καλό χειμώνα (ψες κουβερτούλα αδακά στη νύμφη), ακούω να εύχονται οι ανθρώποι...κι αντραλιάζουμι!


Α...δε σας είπα, τι θα φάμε σήμερίς...πείτε και σεις...ένα μυαλό χειμώνα καλοκαίρι κι αυτό γυναικείο...που πας πείτε, για...πώς φεύγεις έτσι και μας αφήνεις ανενημέρωτους (ώ ρε, τελείως την εψώνισε αυτό!!!)

Ιμάμ μπαϊλντί το λοιπόν σήμερίς...και μη με πειτε τι ναι τούτο και τι σημαίνει... γιατί η μπούφλα έρχεται και θαν κι απ την Λωξάντρα :)







Kι αν και...

...αφού το φιλοσόφησα πολύ, το χω ρίξει που λέτε, στην τρέλλη και... γιεεεεεες... όλο και πιο συχνά μου συμβαίνει το άσμα...να ναι καλά η βρόχα που πεσε ρρρρρράιτ θρρρρου να λες, βλαμμένο... αλλά δεν το βρήκα στο λαγούμι...κέρασμα ένα στιγμιότυπο από τη συνεργασία του Ζαμπέτα με τον Χατζιδάκι για όνειρα γλυκά...α και καλημέρα που λέει και το ζούδι...καλημέρα Τετάρτη με το τσακίρικο... με ταλήθωρο...κάπως το λεγε η νουνά μου...το μάτι καλέ της Τετάρτης :)




Τρίτη, 11 Αυγούστου 2009

Απ' το Δέλτα της Σαρκοζί

...που λέει κι ο Μπαρμπαγιάννης, ούλα περίκαλα!!!
Τα υπόγεια τη βγάλαν καθαρή, τ'ανώγεια δρόσισαν και τα ρετιρέ ως συνήθως ακατοίκητα.
Στις εκβολές, δόου...άτσα η βρεγμένη... της Σταυρούπολης οι ανθρωποι λέει ζορίζονται... καλά κουράγια, νάχουν

Με πείσμα

τυφλό ταμείο ο ουρανός
με σπρώχνει, πίσω στα τέσσερα
σ΄άτριφτα σανίδια για φυράδες,
που μυρωδιά αφήνουν
του μούλου απ'το κατώι,
στου Γιαννιού τα πόδια



Χράμι ιδρωμένο

Όχι άλλο ταξίμι, σήμερα
μποζούκιασε
κόπηκε
ο αφαλός μου, σου λέω
χράμι, στείλε
χράμι ιδρωμένο
για να βυζάξει το παιδί
στη σκιά του μεσιακού νυχόδεντρου
κι ας μη ζήτησες τίποτα εσύ


Δευτέρα, 10 Αυγούστου 2009

Είπα...τι άλλο, να πω ένα ανέκδοτο...

... στη μάνα μου το μεσημέρι, κάποια στιγμή που χε το κλίμα βαρύνει κι ο γάϊδαρος ήντουνε σιμά.

Της λέω το λοιπόν, ήτανε τρεις υπερήλικες που είχαν ακράτεια. Ανοιχτόμυαλοι άνθρωποι είπαν να το αντιμετωπίσουν, πηγαίνοντας σε ψυχολόγο. Συναντηθήκαν μετά από κανά τρίμηνο ν' ανταλλάξουν εμπειρίες. Ρωτούν οι δυο τον ένα που είχε πάει σε ψυχολόγο του σαλονιού ή του ντιβανιού...πώς πάει, έκανες τίποτα;
Κοιτάξτε δεν σταμάτησε, αλλά αρχίζω να καταλαβαίνω γιατί...μου συμβαίνει...και είμαι ήσυχος. Μετά ρωτούν οι δυο τον άλλο που είχε πάει σε ψυχολόγο του γκασμά ή του σκοινιού...κοιτάξτε δεν σταμάτησε...αλλά δεν πίνω πολύ νερό , έχω τα πάμπερς μου κοντά, βάζω υπενθύμιση στο κινητό κάθε μισάωρο και πάω στην τουαλέτα...το πολεμάω κι είμαι ήσυχος.Ρωτούν τέλος οι δυο και τον τρίτο, που είχε πάει σε ψυχολόγο του λιμανιού ή του σκοινιού και του παλουκιού... κοιτάξτε, επιμένει...αλλά την έχω γράψει σταρχίδια μου...και είμαι ήσυχος


Υ.Γ. Έκπληξη...σοβαρό!!!
Μια επεξήγηση για τη ρούλειο ονοματοδοσία
του σαλονιού ή του ντιβανιού: ευκολάντζα...ψυχαναλυτικός
του γκασμά ή του σκοινιού : συμπεριφοριστής
του λιμανιού ή του σκοινιού και του παλουκιού: προσωποκεντρικός

Και με ρώτησε η μάνα μου ...μπορώ να υποθέσω με ποιον είσαι, αλλά πώς σας λένε ότι μπορεί να το καταφέρετε τούτο το ανέκδοτο;

Άκου λένε ότι πρώτα πρέπει να καταλάβεις, πως δεν μπορείς να υπάρξεις με τους άλλους άμα :

Δεν ακούς τα συναισθήματά σου...αυθεντικότητα το λένε

Δεν ακούς τα συναισθήματα των άλλων...αυτό είναι δύσκολο, έχει νσ και καπάκι σθ... ενσυναίσθηση το λένε

Και δεν αποδέχεσαι τον άλλο χωρίς όρους,χωρίς κριτική, ρε παιδί...ξερεις εσύ

...Αφού τα καταλάβεις όλα αυτά...καλά καλά όμως, πρέπει ναρχίσεις να τα...κάνεις... και παίρνοντας και δίνοντας μπούφλες, κάποτε Θα μάθεις και να μην μπορείς να υπάρξεις χωρίς την τριάδα.

Ωραία απ την μια του θεού, που μας φλομώσανε...να την τώρα και του λιμανιού. Κόρη μου κοίτα μείνε στην κατανόηση καιρό...και πέρνα στο πάρε δώσε σκατί, αφού σας χαιρετίσω, γιατί με φαίνεται πολύ παπάρα έχεις να φας, χωρίς κριτική και δε θέλω να τη δω...απεφάνθη ο συνταγματάρχης!

ΓΛΙΣΤΡΑΩ ΡΕ ΜΆΝΑ, ΜΗ ΜΕ ΤΡΑΒΆς ΚΑΙ ΣΥ ΑΠ ΤΟ ΜΑΝΊΚΙ,ΔΕΝ ΕΊΠΑΜΕ, ΑΝΟΙΧΤΆ ΤΑ ΜΆΤΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΚΑΛΌ ΔΕΝ ΕΊΠΑΜΕ, ΡΕ ΜΆΝΑ...ΤΑ ΞΈΡΩ ΤΑ ΣΚΑΤΆ ΒΡΙΣΚΟΝΤΑΙ, ΜΥΡΙΖΟΥΝΕ...ΜΑ ΔΕΝ ΥΠΆΡΧΟΥΝ ΡΕ ΜΆΝΑ...ΔΕΝ ΥΠΆΡΧΟΥΝΕ...ΑΝΟΙΧΤΆ ΓΙΑ ΤΟ ΚΑΛΌ ΤΑ ΜΆΤΙΑ


Έλα, με τε με, χελιδονάκι

Έλα, με τε με, χελιδονάκι
να σε πω για το φιλάκι
που δεν είν’ ένα, δεν είν’ δυο
μα είναι πέντε να τα πάρεις στο γυλιό

Μέτωπο, μύτη, πηγούνι
κόκκινο, ραφτό ζιπούνι
σαν κρυώνεις να φοράεις
με φωτιά να προχωράεις


Και στα μάγουλα από ένα
να τα βλέπει ο καθένας
να σε ροδοκοκκινίζουν
να λαλούν και να μυρίζουν

Πέταξε από με, χελιδονάκι
να μοιράσεις το φιλάκι το τριφτό
μύτη, μύτη το κρεμάν για φυλαχτό
οι μανάδες να γλυκάνουν το φευγιό

Άγγιγμα για να φυλάξεις
αλαφροφτέρουγο μικρό
σιγουριά για να αδράξεις
θα ‘μαι δω στο γυρισμό

θα ‘μαι δω για να σου στρέχω
και τους φόβους σου ν’αντέχω
θα ‘μαι δω να σ’απαντάω
και να σε ματαφιλάω

Ίο σόνο εν άντερο

Μισό βρε παιδί, μισό μη χτυπιέσαι...κι άσε και ταυτιά μου ήσυχα...και σκέψου να σαι στ'αυτοκίνητο, μ'ανοιχτά παράθυρα λίγο η απ έξω βαβούρα, πολύ η από μέσα...άνετα την ακούς...ΊΟ ΣΟΝΟ ΕΝ ΆΝΤΕΡΟ να άδει...κάντο βρε κι αν δεν την ακούσεις να μη με λένε ρούλα :)

Και να σε πω και κάτι, σοφαρέ...ναι ρε άντερο ΄μπορεί και να ναι ο αέρας, από κείνα τα μπουρδουκλωμένα τα στριμμένα...και κέρατο, κέρατο μαύρο βερνικωμένο!!!

Αχ...τα πα πρωινιάτικα (απ τις 6 το ψάχνω το άσμα, τι νομίζετε εύκολη του ιντερνετιού η χρήση;) και ησύχασα...

Παγαίνω τώρα...μπάμιες κιμακλίδικες σήμερις

Για τις σουλού μπάμιες, άλλη φορά θα σας επώ...άπαπα φασαρία!!!...κι άλλο κι άλλο...μην επιμένετε, άλλη φορά λέμε, βιάζομαι τώρα :)






Y.Γ. Τώρα σε θυμήθηκα εσένα πολυγκλότ...εντάψει, με το συμπάθιο, δεν ειν για σένα τάντερο...για μας τσι άλλοι είναι :)

Κυριακή, 9 Αυγούστου 2009

Αψανή

Προσευχή το ‘χε
αψανή να ‘σαι
τα κρεμμύδια κι σχωρνάνε


Y.Γ. Οι αδερφές τατά γράφουσι... αψανή η μια, δέκα πέτρες το νερό άμα περάσει, καθαρίζει η άλλη...ίσως γιατί παραπατάνε τελευταία. Ευχή βρε δώστε να πατήσουνε στα πόδια τους κι ας μη γράφουν

Η παράλλη δε...η ρουλίτα καλέ! κατά το ειωθώς κοπιάρει... και πεινάει!!!
Άντε καλή μας όρεξη
Χοιρινό με μπιζέλια σήμερις...ξυνούτσικα :)




Άμαν είσαι κόμης...

... σαρέσει ρε παιδί μου το σωστό
ξέρεις τα όρια άκούς σωστά,μιλάς όσο κι όπως πρέπει,γελάς όσο, όπως κι όταν πρέπει,ανέχεσαι, βρε αδερφέ... σωστά...

και γειώνεις ολυμπιακάαααα

ε μα πια...χαζάδες στον αέρα,ολούρμο ρε μπαοκτζή ;)




Μονόπρακτο στη Σαρκοζί

( στο τσιγάρο, μετά το κοτόπουλο με πατάτες
κατά ηλικία το τρίο
Πάπια: 71 ετών
Συνταγματάρχης: 65 ετών
Βουβό πρόσωπο : Δεν έχουν ηλικία αυνά)

Πάπια: Άιντε μωρέ θυγατέρα, κακή καθημερινότητα και χαμνή πχιότητα ζωής που λεγε κι ο καλύτερος πρωθυπουργός της χώρας και μαύρο κι άραχνο σύστημα υγείας…πώς γένιται, θα μου πεις κι έχει γιομίσει όλος ο μαχαλάς παππούδες. Όπου και να πας, πάππους βλέπεις, στο φούρνο θα σε πάρει τη σειρά, πας να περάσεις απέναντι, γιάτος… μπρος πίσω… να περάσω να μην περάσω, μέχρι κι όξω απ τα σχολεία με τα γυλιά στον ώμο κι οι πιο μοντέρνοι βάζουν και ροδάκια στα γυλιά και τα σούρνουνε, πιο πολλοί απ τα εγγόνια τους είναι, δυο δυο πάνε και τα πέρνουνε, τι γίνεται… κάθε γωνία σου λέω κι από ένας , πιο πολλοί απ τα περίπτερα γένικαν, ρε παιδί

(Βουβό πρόσωπο: γελάει μ’ ότι κινείται πάνω της
Συνταγματάρχης: προσπαθεί να μη γελάσει, αλλά δεν τα καταφέρνει, ενδιαμέσως καλεί για ησυχία… κι ο κόσμος κοιμάται… και σιγά, σιγά βγάζει την Μπρέντα, έτοιμη γι’ αντεπίθεση)

Συνταγματάρχης : Α για σα… παππούδες μόνο, πέστα γιατί άμα τα λέω εγώ κακκιά γίνομαι…γιαγιάδες;,.. που ναι οι γιαγιάδες, τις στείλανε τις έρμες και πήρανε τους δρόμους οι κακοπαθημένοι, οι χήροι, αλλά έρχεται το φθινόπωρο πόσα εμβόλια πια… σώνουνται, μαζί με την υπομονή κι αυτά

(Συνταγματάρχης : Φρύδι σμιχτό, χέρι στη μέση…και ποιος μωρέ κοιμάται το μεσημέρι καλοκαιριάτικα;
Βουβό πρόσωπο: Ωχωχωχ, κατά ριπάς ο συνταγματάρχης)


Πάπια : (Αφού σκουπίζει τα σκάγια ) Στάκα, στάκα βρε βαθμοφόρε…

Συνταγματάρχης:( Ξινισμένο ύφος, μέχρι εκεί που δεν παίρνει άλλο) Μμμμμμ, άχ, μωρέ… που να το ξερα πόσο γελαδεροί ήσασταν στο σόι σας
Πάπια: Α χρυσουλιώ μου κι είσι κι μορφωμένη…δε διακόπτουμε το συνομιλητή μας οι πολιτισμένοι, αφήστε με να ολοκληρώσω σας παρακαλώ

(Βουβό πρόσωπο : Απ έξω του ένα πράμα ξέρει να κάνει αυτό, είπαμε… κι από μέσα του…γεια σου ρε πατέρα μπαλαρίνα!)

Συνταγματάρχης : Άι να δούμε…είπαμε οι συντοπίτες σου προτιμούσαν το φίδι από τους βλάχους, τι περιμένεις, μόναχοι τα λέτε…άντε πες μας…

Πάπια: Α, ρε πώς τη βάζω τη συζήτηση, σε μια σειρά…που να χα και φτυχίο, άνθρωπος δε θα ‘παιρνε σειρά να πει κουβέντα…

(Βουβό πρόσωπο : Ξύνεσαι λέμεεεεεε)

Συνταγματάρχης : Μη σου κάτσει είπαμε… μη σου κάτσει βλάχος με άποψη, χαμένο το χεις, τέλος δεν έχουν τούτοι…για το νερό ξέρουμε… δέκα πέτρες άμα περάσει καθαρίζει…με σας… πόσες δεν έμαθα!

Πάπια: Μη λες έτσι μη λες έτσι Χρυσουλιώ, γιατί μωρέ να την μαυρίζεις την καρδούλα σου τη ζαχαρένια…πέτρες και φίδια και χαζά…άσε να σε πω για τις μπάμπες κι είνι πουλλές…δεν τις στείλανε οι πάπποι…αλλά να… φλάγονται και δεν τις βλεπεις, φλάγονται κι ετοιμάζονται…ούλες χωμένες στην εκκλησιά, προσεύχονται…

Συνταγματάρχης: Ποιες μωρέ, ποιες για πε μας…

Πάπια : Να σε πω και συ μέτρα. Η χήρα του Αντώνη του χοντρού, η χήρα του Σεραφείμ, η χήρα του νερουλά…να μην ξαναπώ χήρα, ξέρεις εσύ, μόνο μέτρα να μη χάσουμε το λογαριασμό…του Αργύρη του τσουρτσούρα, του Αποστολάκη του σμυρνιού,του θερίου του μυρώνη, του τρελλόγιατρου του Ανέστη…

Συνταγματάρχης: Θοδωράκηηηη, αχ Θοδωράκη…όλες τις χήρες της γειτονιάς, κατά νου τις έχεις…άι στα στερνά τι πάθαμεεεε!

Πάπια: Κάτσε, κάτσε κι απέναντι δεν πήγαμε…η τζιλβελού του αλέκου, η νοσοκόμα του κύρλου, η κυρα Λένη του Θωμά του περιπτερά…εεεε, έχς δάχτυλα ακόμα Χρυσουλιώ… δεν έχω και τον μουδανιώτη το πρακτορείο, εδώ να τον ερωτήσω, πια άλλη ξεχνάω…

Συνταγματάρχης: Εντάξει, εντάξει μας έπεισες, πιο πολλές είναι οι χήρες, αν μας πεις και πόσα χρόνια μικρότερες είναι όλες τούτες απ τους πάππους που χανε πάρει…

Πάπια: Α Χρυσουλιώ ‘μ, οι γναίκες τα κρύβουνε τα χρόνια τους που να βγάλεις άκρη…μην κοιτάς που εσύ είσαι ένα χρυσό και τίμιο κορίτσι και τη λες την αλήθεια…τσεκουράτα!

Συνταγματάρχης: Αχού, αχού άιντε πάνε να κοιμηθείς Θοδωράκη… γιατί ήρθε η ώρα σου σε λέω


Πάπια: Αι έλα να σε ξεκουράσω Θοδωράκη’μ…ένα καλό και ήσυχο παιδί είσαι…και σε παρεξηγούνε…
Συνταγματάρχης: …Και λιγομίλητο και λιγομίλητο!

(Τι έγινε το βουβό πρόσωπο, ρε παιδιά ;)

Σάββατο, 8 Αυγούστου 2009

Σκούνες είστε και φαίνεστε

που θα με πείτε , εμένα σκούνα, τσακαλάκια!

Αι, φέγατι απί δω...και τραγουδάτε!



Κοινοτόπιο

Ερωτευμένη
με δεκάδες χιλιάδες
άλλα μου, ίδια μου

μάτια
αυτιά
χέρια
μύτες
γλώσσες

με διάφανες σερπαντίνες στα μάγουλα
δικές σου,
οροσπού τσοτζού...νταηλίκι και σένα, σου πουλάμε

Δεμένη

Μια μόνο μπουκιά
φοβισμένο ποντίκι
κι όλα τα γατιά, μέσα μου

Έφυγε

Έφυγε περμένοντάς το
κι αυτό το καλοκαίρι
πήμα στο ξέπλυμα κριμάτων
μεταξεταστέο περιστέρι
σε μαναχές ταράτσες στην Ασμάτων

μπατάλικό μου αγιοκέρι
λαμπάδιασες, δίχως γιορτή

Έφυγε κραδαίνοντάς μου γέλια,
ρυθμό για το δελφίνι
ζωής που σαρκάζει μας, τα τέλια
πάνω στα βράχια ν’ αντιγράψει
μήπως σαλέψουν, κόκκινα από ντροπή



Τα γνωστά
Ραδιοφωνική εκπομπή η αφορμή
και το δυο πρώτα στιχάκια καρακλεμμένα
απ τον Κώστα τον Μπαρμπαγιάννη που μέκανε και γέλασα
9-12 σήμερα το βράδυ

Κώστα στη γεια σου :)

Μύθος λεμεεεε

Παρασκευή, 7 Αυγούστου 2009

Κολοκυθοκεφτέδες

Τι ναι μωρέ τούτα τα μαυροκαρκαλιασμένα...του δωσε και κατάλαβε του κιοφτέ η νταβερνιάρισσα!

Όχι ρε...δοκίμασε είναι τραγανοί, πιο ωραίοι απ της μαμάς

Ναι, βρε σαν ανώμαλο με κολοκυθάκι ένα πράμα... φάε σε λέω

Έγραψες πατέρα, έγραψες!


Άιντε κι ένα Διονυσιακό :)



Ο...τι κάνεις κι ο...πώς είσαι

Στον ένα κάνεις,κατά πώς σε ρώτησε
και στον άλλο είσαι,κατά πώς σ’ έψαξε
ένα με τη βροχή, που θέλει χώμα για να μυρίσει






Αι μωρέ... δε μακούτε
Ακούτε ΜΥΘΟ 93,4 σας λέω
Α, ρε πάγαινε από δω, δραχμή δεν παίρνω... ούτε αυτοί μακούνε :)

Πέμπτη, 6 Αυγούστου 2009

Για τον κλέφτη

Όλα τ’ ακριβά
για τον κλέφτη που ‘στειλες
στον ώμο μου
εκείνο το Πάσχα στο Λεωνίδιο

Όλα τ’ ακριβά μου ψέματα

"Τσιμπημένο... μόνο, με το πληκτρολόγιο"

Το λοιπόν μετά από αυτό το να δούμε πόσο θα πάει καψόνι και το συνακόλουθό του
μαγείρεμα πρωί, βράδυ, ο συνταγματάρχης είναι κλινίρης, φαγανοί είπαμε στο παλάτι κι
ο έττερος πρίγκιπας ταγμένα εκλεκτικός και επειδή το παλάτι είναι σαν τρένο πρώτο
βαγόνι γραφείο, δεύτερο χωλ, τρίτο κουζίνα, τέταρτο πάλι χωλ, πέμπτο σαλόνι
γωνία,γκντουπ τοίχος τρένο τέλος...τι έλεγα... α, ναι μαγείρεμα, μόνο μετά μουσικής
περικαλώ με ραδιόφωνο απ τον υπολογιστή που είναι στο γραφείο...μα πού αλλού θα τανε, δεν έχω και κοτσίδες, συφοριασμένο... που τις τελευταίες μέρες δεν ακούγεται ως την κουζίνα, ίσως γιατί κάτι έπαθαν τα ηχεία ή γιατί η μπαταρία από το ακουστικό έπεσε, απ' το ένα, το άλλο είναι καλό μα δε φτάνει... αμάν πια ούλα να τα μαθαίνετε κι εσείς...για δεν θα ξαναμαγειρέψω ποτέ, για θα την ανοίξω τη γαμωταβέρνα!!!

Τ' όνομα το χω... "Τσιμπημένο... μόνο, με το πληκτρολόγιο"

Προτάσεις για εικονογράφηση της ταμπέλας, με ευτραφή κυρία καθισμένη στα πλάγια του γραφείου, που στη σειρά έχει παραταγμένα μπολ με γέμιση,τασάκι, πληκτρολόγιο, ξαναμπόλ με τα αδειασμένα κολοκυθάκια,μπουκάλι νερό, καπνό, χαρτάκια, φίλτρα, οθόνη σμπλάτη, αριστερά το φουρφούρι και μπροστά της καρέκλα με τα γεμάτα κολοκυθάκια in progress...δεκτές!

Σοφεράντζα

Τσίτα τα γκάζια, σε λέω
μόνο μόναχη
με τους άλλους
πρώτη δευτέρα, άγαρμπα
και το βουητό στα κόκκινα
στον περιφερειακό παρακάλαγε
να περάσει κανείς απ αυτούς που κουβάλαγε
και δεν την πίστευαν.
Στην Εθνική δεν έβγαινε ποτέ.
Α,πα πα...σαν τρελλοί τρέχουνε εκείθε ούλοι!

Σαν το πρωτάκι

Τα μάτια της άρρυθμα,τρελλά μπρος, πίσω απελπισμένα.Πάνω στα μέτωπά τους. Σ'όλα γραμμένα κάτι, έπρεπε να τα διαβάσει.Μα μόνο το πρώτο φωτεινο, ταλλα τρία σκοτεινα σαν το τρενάκι του τρόμου, που ποτέ δεν ανέβαινε στο λουνα παρκ. Τέρατα, τέρατα τετρακέφαλα οι λέξεις, το ξερε, ήξερε να μετράει μέχρι το τέσσερα. Μα κολλημένη στο μέτωπο της πρώτης … όχι… αυτό το διάβαζε, σαν φωτογραφία, ζωγραφιά… της άρεζαν οι ζωγραφιές και το ‘γραφε το όχι με φακόσπορους, πάνω στο μαξιλάρι της. Κι ύστερα τους μάζευε και τους έβαζε στο βαζάκι τους, χαϊδεύοντάς τους, όσο να κοιμηθεί. Μοιάζανε, δεν μπορεί θα τις ξέρανε, θα τις ξέρανε τις φουσκίτσες του καλοκαιριού να τις φέρουν να πάρουν το χειμώνα.

Τετάρτη, 5 Αυγούστου 2009

Γιορντάνι μας, θαλασσινό

Θέλω στο μυαλό μου
να σβήσω τα χνάρια
από τα λόγια, τα μικρά σου
του φεγγαριού να κάνω χώρο

δρόμο να γράψει μες στα κύματα
απ’ των μανάδων μας άσπρη μπαμπακολάδα
λέξεις υγρές να δίνει μου, με σχήματα
δροσεροπούλες στη σειρά για μι’ αμαξάδα
με διαβατάρηδες ναυτίλους να διαλαλούν

πώς θα ΄ρθουν να σε βρουν
κόκκινα να σε πνίξουν
σ ’ένα γιορντάνι μας θαλασσινό, του ταξιδιού

Θυμός στο πανηγύρι

Βιολάκι κέντησε μου το μυαλό
να μοιάσει της ψυχής μου
αντάμα μ’ ένα γιασεμάκι
να τη στενάξω στο χορό

στουπί να κάνει τ’άχρηστα
φωτιά να βάνει στο πετσί μας
νιώση σ’αυτή τη ζήση μας
θυμό στο πανηγύρι

Άιντε, μωρέ και δε θ’ αντέξει
σαν καρφιτσώσουμε τον πόνο
φυλαχτό, στο μαθημένο τ’ άδικο
πέτρα θα ρίξει σου καημέ



Καριστωωωω

Ήσυχο να ναι

όσο απόμεινε


Ένα πως

Συμπάθα με
όταν με νιώθω
αυθεντικά για να υπάρξουμε


Υ,γ. Χαλάλι βρε νουνά, που δε μου δωκες το πτυχίο :)

Τρίτη, 4 Αυγούστου 2009

Άσπρο

θα σου ρουφήξω άσπρο
λέξεις να φτιάξω
άλογων καταφυγή

πιώμα σου γλυκό
στο δεύτερο κυνήγι
τ’αυγουστιάτικο

Μπίτισε η καρδερίνα

Μέσα στο κλουβί ηύρες μια καρδερίνα
το πορτάκι της ανοίγεις βιαστικά
να την δεις θες να πετάει, αετίνα
κι απ’ το δώμα την κοιτάζεις μουλωχτά


Κι ήρθε σούμπιτο, φουριόζο ένα γατόνι
που μυρίστηκε νεούδι τρυφερό
μια και δυο σαλτάρει στο μπαλκόνι
κι από δω παν κι άλλοι, το μωρό

Πριν πεινάσουν μαγειρεύουν των φρονίμων τα παιδιά
έχοντας και κατά νου τα γατιά του μαχαλά
κι όσο για τις καρδερίνες, πτήσεις θέλουν τα γιαβριά
στον ήλιο τις αντρώνεις αετίνες με χαδάκια και φιλιά

Μου το χε πει

Η αρμένισσα η καφετζού πίσω απ την Αγια Σοφιά πάνω στη δρύινη την τραπεζαρία με τα λεοντόνυχα (το πώς την εχαλβάδιαζα...τι να λέμε τωρα)...κάτι θα σε συμβεί ασένα πάνω σε τρία, Δευτέρα βράδυ θα ναι καλοκαίρι...αλλά τόσο βαρύ δεν το περίμενα :)

Καλημέρα σας, βρε

A...παραλίγο να το ξέχναγα...και κάτι για τις συκιές μ' είχε πει...να φλάγομαι λέει...αλλά δεν το καλοθυμάμαι, άμα το θυμηθώ θα σας το πω, αλλά εν τω μεταξύ εσείς το νου σας με τις συκιές :)




Δευτέρα, 3 Αυγούστου 2009

Του μυλωνά

Σαν πούθε μου γυρνάς
και μ’ απαντάς χαράματα
τενεκεδένιος μαστραπάς
της κίσσας με κερνάς μαλάματα

ν’ ακούεις, είπαμε τη μοίρα
μ’ από σκιτζήδες μακριά
κανίτε πια, μ’ αυτήν την ήρα
κι άμα η μυλόπετρα βαϊζει
τον επουλάει το μυλωνά


τι να ‘γινε η μαγκιά σου, ρε αλάνι
σάμα στο μύλο τη θωρώ
κι άμα το ξεχοντρίσει, το χαρμάνι
σάλτα και θα σε πω

Μύθος Fm 93,4

Όσοι αρουραιούληδες, αρουραιίτσες είστε ακόμα στο λαγούμι κι όχι στη θάλασσα, πιάστε ένα μύθο απ τη Θεσσαλονίκη, κερνάει θάλασσα σήμερα
Και πιείτε κι ένα στη γεια του μάγκα-της μαγκίτισσας που ετοίμασε το πρόγραμμα
Κάτι με λέει ότι...ΝΑΙ ΡΕ ΜΠΑΟΚ ΕΙΝΑΙ :)

Και μη φανεί κανάς κομπιουτοροσπουδαγμένος και με πει πώς όλα μόναχο τα κάνει το μηχάνημα...γιατί...γιατί έτσι, ρε παιδί... ΔΕ ΘΕΛΩ ΝΑ ΞΕΡΩ, ΜΠΑ ΣΕ ΚΑΛΌ ΣΑς...με χάλασε και το φουρφούρι σήμερα!!!



ΜύθοςFM 93,4

Θεoύ μπρατίμια

Θες δε θες, μαζί
θα σουρνόμαστε
με νώτα αφύλαχτα

νεφέλη ζητήσαμε
μ’όλους τους εξαρτημένους
θεού μπρατίμια

με το στόμα να κακοζωγραφίζουν
μόναχοι

mamma μου, για σένα

Και πού να καταλάβεις αγαπημένε μου συνταγματάρχη, άμα το είναι μεγάλος ο καημός το παίζει η ρούλα...λάθος είναι το elli, σε λέω :))))
Φιλιά στις τρομερές σας μούρες!

Δουλεύουν με, κόντρα

επί ματαίω
περικύκλωση
αποστασιοποίησης

δουλεύουν με, κόντρα
κι οι δυο κυράδες
με τη χαρμολύπη ν’αργεί

Της Δευτέρας

Χάραξε και σήμερα
μ'όλο τον αχό
στο μάγουλό μου

Κυριακή, 2 Αυγούστου 2009

Τιτραβάμε κι εμείς οι τριχωτές

Ο αντρικός πληθυσμός παρακαλώ να απομακρυνθεί, όπως προμηνύει ο τίτλος θα πούμε αλήθειες επί της πονεμένης διαδικασίας κι όχι επί του ωραιοτάτου, τρεις τουλάχιστον μέρες μετά, αφού πέσουν τα γράδα, αποτελέσματος.

Καλοκαιράκι το λοιπόν όλο ακούω για δροσούλες κυματάκια ποτάκια μπυρίτσες βολτίτσες βουτίτσες…για το κεχρί, μούγκα…κι άντε για το κεχρί ψιλογίνεται λόγος, καλυμμένος συμβολικός, ποιητικός ρε παιδί…για το μαλλί όμως, πριν το κεχρί…βούβα ολοκληρωτική, το ψαράκι πάενει στην ποταμιά και δεν ξέρω ,δεν απαντώ γιατί

Οι μένοι γιατί τι με νοιάζει εμένα το μπλα μπλα μου ναν καλά και η τρίχα είναι λατινιλίκι, όσο η κοιλιά μπόι… οι δέες, φευ κόρες, εγώ ποτέ δεν διάβαζα, αλλά το απουσιολόγιο δεν ξέρω πώς ,το τσάκωνα… και να δεις πώς ήντουνε το άλλο…α, α ναι, ναι και ψείρες ποτέ δεν είχα…στο άσπρο το ξανθό το καθαρό δεν κολλάει…λένεεεε

Πάρτα βρωμούλα μαυροτσούκαλη τριχωτή που κάνεις τις περικοκλάδες μπουκλες…κι άντε θα φορεσεις το μακρύ, θα αποφύγεις το ξεμπράτσωτο…αλλά το μουστάκι, που ο άντρας ο σωστός το φέρει, που λεν και οι γραφές, πώς να το κρύψεις το μυστάκιον με ντάλα τον ήλιο, σκιά πουθενά κι ασπρίλα… εντάξει σχετική, φέτο που η παραλία μας βγήκε σε καφετί παράλληλα παραλληλόγραμμα, 35 αετίας (για τα σανίδια του σπιτιού μου λέω καλέ, μην αλληθωρίζεις), ένεκα κρίσης οικονομικής (και πανταχόθεν και πανταχόθεν μην αντρέπεσαι λεμεεε)

Και μια που η ελπίδα πεθαίνει τελευταία, σάμα το χεις χαμένο σε λέω, μπορεί, ίσως δεν ξέρεις ποτέ, ο θεός είναι μεγάλος, αλλά μακριά καθεται… μπορεί μες στα ασόδυα να κάτσει ένα ντόρτι ρε παιδί και να πάμε αυθημερόν για μια βουτιά, ο αύγουστος είναι επικίνδυνος μήνας, ο λαός είδε κι απόειδε θα την κάνει τη βουτιά του, μην τον προκαλέσουμε άλλο τον δεινοπαθημένο

Μποτέ το λοιπόν
Νύχι πόδι, χέρι… να διανθίσουμε το σαρανταφευγάτο κανκαγιανέ στάιλ…και γκασμά, γαμώ τα γοβάκια που με φλομώσανε κι ακόμα περιμένω και τις γαλότζες που μου δώκανε κι ακόμα υπομένω…άμαν έχεις μια ποιητική ψυχή Λενιώ μου μέσα σου, ξεπετιέται στο πίτσι και φι…κάπως αλλιώς το λένε τούτο, αλλά ποιητική αηδία όλα συγχωρούνται λέει.

Άμα δε θελει ο άνθρωπας να μιλήσει για τον πόνο, όλο γύρα -γύρα το πάει σε λέωωωω
Τρεις ώρες ραντεβού το λοιπόν το μποτέ, μια ωρίτσα νύχι πάνω, κάτω και δυο ναι δυο αποτριχωσάρα γαμώ τη δύναμή μου γαμώ…παρηγοριά της μάνας μου… οι σταρένιές…σικάτο κατίμαυρες και τριχωτές, είμαστε λέει δυνατές…με ρώτησες ρε μάνα αν θέλω να το κληρονομήσω μαζί με την πίεση και το θυρροειδή και το φλεβίτη και τασπρο το μαλί και τον κάλο…όλα σε είδος παίδες, του τίτλου, αρχοντιλίκι… σε ρευστό νιέντε!!!

Και ως πού κάναμε με ρωτάει κάθε φορά το κατερινάκι , ευγενικό παιδί δε λέω κι υ πομονετικό… ντεμέκ δε θυμάται το γκίνες μεροκάματο…αρ γιου τοκινγκ του μι; ήταν η απάντηση σήμερις και κάνει τρίπλα το αδέρφι που ξερε το ανέκδοτο…
Χου αρ γιου, ρε;
Μι χου μι; Γιου χου γιου !!!(Σοφάκι στη γεια και των έντεκα και είκοσι)
Και γιούχου γιούχου σας λέω… πόνος είναι θα περάσει

Και πόδια ψηλά, τράβα απεδώ, βόηθα από κει, χέρια ψηλά… αυτό το κάνεις καλύτερα από το πόδια…εεε δεν έχει τραγούδι γιαυτό, μόλις βγάλουνε θα προπονηθώ… πέρασε, πέρασε το γαμημένο, με ωχ πνιχτά και ένα απόλυτο μότο θυμωμένης φαντασίωσης για βάλσαμο…πριν το εδείς τσακαλάκο πολλά θα πλερώσεις σε λέω… κι άσε αυτά που ξέρεις για τα χωράφια τα θκα μας κι απ’ όπου θέμε τα οργώνουμε

Άιντε καληνύχτα



Τραγουδιστά εύχεται ο άνθρωπος καλύτερα :)

Ένα ανέκδοτο, κομοτηναίικο

Παένει ένας ξάδερφος, στον ξάδερφό του μάστορα
Ένα τραπέζι θέλω να με φτιάξεις, του λέει
Πόσο επί πόσο αμπί, τον ερωτάει ο μάστορας ξάδερφος
Ε, να του λέει 17,5 και 17,5 και 17,5 και 17,5 και 17,5 επί 17,5 και 17,5 και 17,5... 5 χ 3 αμπί :)

Τιπ οπτικόν για καλύτερη κατανόηση του γλυκοτσούτσουνου σογιού και της παραγγελιάς : χεράκια τοποθετημένα παράλληλα σε απόσταση...ότι του φανεί του λωλοστεφανή για 17,5 πόννντους

Τι τραβάμε κι εμείς οι τριχωτές

Ο αντρικός πληθυσμός παρακαλώ να απομακρυνθεί, όπως προμηνύει ο τίτλος θα πούμε αλήθειες επί της πονεμένης διαδικασίας κι όχι επί του ωραιοτάτου, τρεις τουλάχιστον μέρες μετά, αφού πέσουν τα γράδα, αποτελέσματος.

Καλοκαιράκι το λοιπόν όλο ακούω για δροσούλες κυματάκια ποτάκια μπυρίτσες βολτίτσες βουτίτσες…για το κεχρί, μούγκα…κι άντε για το κεχρί ψιλογίνεται λόγος, καλυμμένος συμβολικός, ποιητικός ρε παιδί…για το μαλλί όμως, πριν το κεχρί…βούβα ολοκληρωτική, το ψαράκι πάενει στην ποταμιά και δεν ξέρω ,δεν απαντώ γιατί

Οι μένοι γιατί τι με νοιάζει εμένα το μπλα μπλα μου ναν καλά και η τρίχα είναι λατινιλίκι, όσο η κοιλιά μπόι… οι δέες, φευ κόρες, εγώ ποτέ δεν διάβαζα, αλλά το απουσιολόγιο δεν ξέρω πώς ,το τσάκωνα… και να δεις πώς ήντουνε το άλλο…α, α ναι, ναι και ψείρες ποτέ δεν είχα…στο άσπρο το ξανθό το καθαρό δεν κολλάει…λένεεεε

Πάρτα βρωμούλα μαυροτσούκαλη τριχωτή που κάνεις τις περικοκλάδες μπουκλες…κι άντε θα φορεσεις το μακρύ, θα αποφύγεις το ξεμπράτσωτο…αλλά το μουστάκι, που ο άντρας ο σωστός το φέρει, που λεν και οι γραφές, πώς να το κρύψεις το μυστάκιον με ντάλα τον ήλιο, σκιά πουθενά κι ασπρίλα… εντάξει σχετική, φέτο που η παραλία μας βγήκε σε καφετί παράλληλα παραλληλόγραμμα, 35 αετίας (για τα σανίδια του σπιτιού μου λέω καλέ, μην αλληθωρίζεις), ένεκα κρίσης οικονομικής (και πανταχόθεν και πανταχόθεν μην αντρέπεσαι λεμεεε)

Και μια που η ελπίδα πεθαίνει τελευταία, σάμα το χεις χαμένο σε λέω, μπορεί, ίσως δεν ξέρεις ποτέ, ο θεός είναι μεγάλος, αλλά μακριά καθεται… μπορεί μες στα ασόδυα να κάτσει ένα ντόρτι ρε παιδί και να πάμε αυθημερόν για μια βουτιά, ο αύγουστος είναι επικίνδυνος μήνας, ο λαός είδε κι απόειδε θα την κάνει τη βουτιά του, μην τον προκαλέσουμε άλλο τον δεινοπαθημένο

Μποτέ το λοιπόν
Νύχι πόδι, χέρι… να διανθίσουμε το σαρανταφευγάτο κανκαγιανέ στάιλ…και γκασμά, γαμώ τα γοβάκια που με φλομώσανε κι ακόμα περιμένω και τις γαλότζες που μου δώκανε κι ακόμα υπομένω…άμαν έχεις μια ποιητική ψυχή Λενιώ μου μέσα σου, ξεπετιέται στο πίτσι και φι…κάπως αλλιώς το λένε τούτο, αλλά ποιητική αηδία όλα συγχωρούνται λέει.

Άμα δε θελει ο άνθρωπας να μιλήσει για τον πόνο, όλο γύρα -γύρα το πάει σε λέωωωω
Τρεις ώρες ραντεβού το λοιπόν το μποτέ, μια ωρίτσα νύχι πάνω, κάτω και δυο ναι δυο αποτριχωσάρα γαμώ τη δύναμή μου γαμώ…παρηγοριά της μάνας μου… οι σταρένιές…σικάτο κατίμαυρες και τριχωτές, είμαστε λέει δυνατές…με ρώτησες ρε μάνα αν θέλω να το κληρονομήσω μαζί με την πίεση και το θυρροειδή και το φλεβίτη και τασπρο το μαλί και τον κάλο…όλα σε είδος παίδες, του τίτλου, αρχοντιλίκι… σε ρευστό νιέντε!!!

Και ως πού κάναμε με ρωτάει κάθε φορά το κατερινάκι , ευγενικό παιδί δε λέω κι υ πομονετικό… ντεμέκ δε θυμάται το γκίνες μεροκάματο…αρ γιου τοκινγκ του μι; ήταν η απάντηση σήμερις και κάνει τρίπλα το αδέρφι που ξερε το ανέκδοτο…
Χου αρ γιου, ρε;
Μι χου μι; Γιου χου γιου !!!(Σοφάκι στη γεια και των έντεκα και είκοσι)
Και γιούχου γιούχου σας λέω… πόνος είναι θα περάσει

Και πόδια ψηλά, τράβα απεδώ, βόηθα από κει, χέρια ψηλά… αυτό το κάνεις καλύτερα από το πόδια…εεε δεν έχει τραγούδι γιαυτό, μόλις βγάλουνε θα προπονηθώ… πέρασε, πέρασε το γαμημένο, με ωχ πνιχτά και ένα απόλυτο μότο θυμωμένης φαντασίωσης για βάλσαμο…πριν το εδείς τσακαλάκο πολλά θα πλερώσεις σε λέω… κι άσε αυτά που ξέρεις για τα χωράφια τα θκα μας κι απ’ όπου θέμε τα οργώνουμε

Σάββατο, 1 Αυγούστου 2009

Να σε προσέχεις

να σε προσέχεις, μάνα
δεν τον κοιτάν τον πεινασμένο
από χάδια
δεν τον κοιτάνε όταν τρώει
γιατί λυσσάει
λυσσάει που φαϊ του δώσανε

ξέρεις εσύ μάνα, που ‘σαι περήφανη
που σε κατάπια
να σε προσέχεις, μάνα
κι ίσως να μην αντέξεις
να ’σαι περήφανη
και να μη μ’ αγαπάς

να μας προσέχεις, μάνα
κι ίσως να μην αντέξω
στα σκοτεινά να σε γυρεύω
κι ίσως αντέξω
να'ρθω μια μέρα να σε βρω

Κοκκινοχιονάτη

Ξεβράζω ό,τι
του κεφαλιού μου
αφήνει το στομάχι

αγάνωτό μου
παραμύθι κοινωνώ
όταν δεν είσαι

γυναικών βαστώ
μάτια ακυρωμένα
όσο να λύσουν

Τετάρτη, 29 Ιουλίου 2009

Πρώτη σκηνή

Καρέκλες άδειες και σκοτάδι
η προβολή ακυρώθηκε
για σήμερα το βράδυ
λόγω λιποταξίας

Δεν είναι δα και τραγωδία
μία κοινή λειψή ταινία
δυο ανθρωπάκια τελειωμένα
απ' το εμείς τους φοβισμένα

Και όμως παίζω, φυγάδα θεατή
παίζω επιτέλους τη ζωή μου
έστω κουβάρι στην πρώτη σκηνή
στα πόδια αυτού του νιούτζικου
νιαούρη του θυμού μου


Υ.γ. Ένα ευχαριστώ στον κύριο Πετεφρή για το νιούτζικο
και στο θαλασσοκόριτσο για το νιαούρη...
και το κουρκουμαδένιο το ψωμί!!
Στη γεια σας :)

Δευτέρα, 27 Ιουλίου 2009

Αγάντα, όσο να γεννεί

Ώρες απαντοχής μ'έναν αέρα
να κάνει τόπο στη φωτιά
γλείφοντας σαν κλέφτης
τους τοίχους για ασβέστη

σπάζοντας σε κομμάτια τον καθρέφτη
κομμάτια καθρεφτένια χελιδόνια
χώμα να ξεπλένουν απ τα πρώτα
για να φωλιάσουνε τα ύστερα

Ώρες απαντοχής, αγάντα θερμαστή
κι εφάνει ξεστοιχιωμένο το γιατί
τώρα που καζαντίζει η πληρωμή
θα ηχήσει απ' τις νότες μουσική

Αγάντα, όσο να γεννεί
η γούβα πρόσωπο
κι αυτό το αφόρητο, ο γιος μου

Σάββατο, 25 Ιουλίου 2009

Αντί ευχής

Λύκαινας φτυσιές
σαράντα μπόγια όχι
το κάθε μας ναι

Τετάρτη, 22 Ιουλίου 2009

Για ένα γάμο κόκκινο

Για τίποτα λιγότερο
από ένα φωναχτό ζεϊμπέκικο
μην ζήσεις, κόρη

με χέρια τ'ουρανού να δέονται
σύννεφα να τρυγήσουνε
για δύο προσκεφάλι

και πόδια, φούρλα τη φούρλα
να σφουγγίζουνε από τη γης
αγκάλη

με πόνο για τα χρόνια
που δεν ήτανε

Για τίποτα λιγότερο
από ένα φωναχτό ζεϊμπέκικο
μην ζήσεις, κόρη

λόγο για ένα γάμο κόκκινο
τρίλια την τρίλια για ψαλμό
ατάκα και μονόπετρο
άγγιγμα και στεφάνι



Για τα νιόπαντρα :)

Πέμπτη, 9 Ιουλίου 2009

Έλεγε ο γέροντας, που λες

Και κει δίχως αφορμή
για μια ζήση στο ψυγείο
τρικυμία εν κρανίω
εμολόγησε η γυνή

λαχταρώ ένα μεσημεράκι
που να μην το επληρώσω ακριβά
έναν ύπνο γάργαρο νεράκι
να ξεπλύνει της ημέρας τα μισά

κι όσο τον παρακαλάω
δώστου αυτός και με παιδεύει
με σηκώνει αλαφιασμένη
κι ως το βράδυ θυμωμένη

Σου ‘χω είπε ο ντοτόρε παρευθύς
φίλου συμβουλή π’ απέχει πόρρω
από φάρμακο για να το πιεις
ραντεβού με δικηγόρο περιωπής

Κι όπως ήταν φυσικό εξεμάνει η γυνή
κι έχυσε κι αυτή χολή, σου φυλάω συμβουλή
γέροντα αειθαλή,χωραφίσιας μήτρας ποιητή
πώς να ματαγίνεις φίλος καρδιακός
ντοτόρε μου, από υπερφίαλος γνωστός

Έλεγε ο γέροντας, που λες
κάθε π' άκουε ξερωολίστικες υπερβολές
κάλλιο να νογάς παρά να ξέρεις, αδερφέ
όταν οι καρδιές μιλάνε, φόρα ανοιχτές


Έτσι έγινε μια νύχτα στα τσαμούρια
που χαν τα μαχαίρια φούρια
και μια μαυρομάτα απ’ το παραθύρι
ελυπόταν για τ’ άνθρώπων το μπαϊρι

Τετάρτη, 8 Ιουλίου 2009

Κόρη κίτρινη

Σε ζήλευω κόρη κίτρινη, πως κολυμπάς θλιμμένη.
στα κακοκαίρια της καρδιάς αιώνια ερωμένη
χωρίς μιλιά, χωρίς ματιά, χωρίς θυμό και πόνο
πανώρια ασυννέφιαστη στου ουρανού το δρόμο

Πάρε τα μάτια μου και κρύψε συ τη θλίψη
Πάρε το στόμα μου και σκίσε την κραυγή
Πάρε τα χέρια μου να μη ζητούν αγκάλη
Πάρε τα πόδια μου που ‘ναι ταγμένα στη φυγή

Και δως μου κόρη λύτρωση, δως μου γαλήνη
να σωπάσω, του μυαλού μου τη φουρτούνα
να μη φθονά σαν σε κοιτά, πάλλιντα λούνα

Πάρε και κείνα τα κραγιόνια μου τα παιδικά
που να χαμογελάς σε είχαν ζωγραφίσει
για τ’άφταστα τ’ανθρώπινα
τα μισερά τα πάθη

κοντά μου κλάψε κόρη τ’ ουρανού χλωμή
τη σκοτεινή μου την πλευρά,
να με δεχτώ μικρή θολή και φοβισμένη
με τις γωνιές μου φιλιωμένη
άλλο να μη με μάχομαι, θέλοντας να σου μοιάσω

Τρίτη, 7 Ιουλίου 2009

Ευθανασία

.....Χθες το βράδυ, καθόμασταν με τη γυναίκα μου στο τραπέζι και όπως βλέπαμε τις βραδινές είδησης για ένα θέμα ευθανασίας που έχει προκύψει πρόσφατα στην Ιταλία με μία κοπέλα, και έτσι αρχίσαμε να μιλάμε για την ευθανασία. Στο θέμα της επιλογής μεταξύ ζωής και θανάτου, της είπα: " Μην μ' αφήσεις ποτέ να ζω σαν φυτό και σε αυτή την απαίσια κατάσταση, να εξαρτώμαι από μία μηχανή και να ταΐζομαι από το υγρό μιας μπουκάλας. Εάν με δεις σε τέτοια κατάσταση, αποσύνδεσε άμεσα τα μηχανήματα που με κρατάνε στη ζωή". Οπότε η γυναίκα μου σηκώθηκε από το τραπέζι, τράβηξε την πρίζα για την τηλεόραση, έσβησε τον υπολογιστή και πέταξε τη μπύρα μου.

Η μαλακισμένη!!

Κατερινάκι...την ήθελε τη δημοσίευσή του, τούτο :)

Δευτέρα, 6 Ιουλίου 2009

Χώμα δεν άφησες

τσιγκούνα πόλη
σε υγρή προσμονή
μας συνήθισες

ιδρωμένες παλάμες
βιαστικά αγγίγματα
μουχλιασμένα διλήμματα

μοναχές σκόρπιες ψιχάλες
που αν ακουμπήσουν
θα χαθούν

χώμα, χώμα δεν κράτησες
να μας πιεις να μυρίσεις

τσιγκούνα πόλη
βροχή δεν μας έμαθες
να είμαστε

Κυριακή, 5 Ιουλίου 2009

Σινεφίλ

Δυο φεγγάρια καρφωμένα σε δυο στύλους καίγανε τη θάλασσα τ’ απόγιομα
κι αυτή γαλήνια έκανε χώρο για τα παράλληλα κίτρινα.
Σινεφίλ που λες αδέρφι, παρακολουθούμε την πρεμιέρα. Θριλεράκι περίεργα δοσμένο, θύτης και θύμα ένα. Το αντάμωμα

Τρίτη, 16 Ιουνίου 2009

Ακούσατε, ακούσατεεεεεε

Σήμερα Τρίτη 16.6.2009 στο Α’ Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών δικάζεται η πρώην διευθύντρια του 132 Δημοτικού σχολείου της Γκράβας γιατί στο πλαίσιο των πολύμορφων παιδαγωγικών παρεμβάσεων και πρωτοβουλιών που προώθησε με τους υπόλοιπους συναδέλφους της παραχωρούσε "κατ' εξακολούθηση" αίθουσες του σχολείου για την διδασκαλία της μητρικής γλώσσας των μαθητών του σχολείου (αλβανικά). Στο συγκεκριμένο δημοτικό που ακόμα και σήμερα λειτουργεί με πρωινή και απογευματινή βάρδια (!) το 72% των μαθητών και μαθητριών προέρχονται από άλλες χώρες και δεν έχουν τα ελληνικά ως μητρική γλώσσα.
Οι πρωτοποριακές για τα ελληνικά δεδομένα παιδαγωγικές παρεμβάσεις του συλλόγου των δασκάλων προκάλεσαν την μήνιν του βαθέως κράτους, εισαγγελέων, μερίδας του τύπου και φυσικά της ακροδεξιάς.

Ενδεικτικά αναφέρω κάποιες από τις παρεμβάσεις των δασκάλων:
- Αντικατάσταση του Πάτερ Ημών με το Πρωινό Άστρο του Γιάννη Ρίτσου στην πρωινή προσευχή.
- Ανακοινώσεις του σχολείου σε τρεις γλώσσες (ελληνικά, αλβανικά και αγγλικά).
- Μαθήματα ελληνικών για αλλοδαπούς γονείς και μαθήματα μητρικής γλώσσας για αλλοδαπούς μαθητές (αλβανικά και αραβικά).
- Παραγωγή εκπαιδευτικού υλικού (βιβλία, παιχνίδια, ταινίες) για την διευκόλυνση της εκπαιδευτικής πράξης και την προαγωγή του αλληλοσεβασμού και της ανοχής στη διαφορά.
- Τακτική επαφή με τους γονείς και ενεργοποίησή τους στα σχολικά πράγματα.

Οι παραπάνω πρωτοβουλίες είχαν απτά, εντυπωσιακά αποτελέσματα στην καταπολέμηση της σχολικής διαρροής, στη βελτίωση του επιπέδου ελληνομάθειας, στον περιορισμό των φαινομένων βίας και ρατσισμού στο σχολείο. Το 132 έγινε ένα δημιουργικό, δημοκρατικό, ανθρώπινο, ένα χαρούμενο σχολείο. Σχετική αξιολόγηση έχει γίνει από το ΤΕΑΠΗ Αθήνας και από το Δημοτικής Εκπαίδευσης του ΑΠΘ.

Η διευθύντρια του σχολείου Στέλλα Πρωτονοτάριου αρχικά "μετατέθηκε" και ο διάδοχος της διέκοψε όλες τις παραπάνω δραστηριότητες, ερχόμενος σε σύγκρουση με τους συλλόγους των δασκάλων και των γονιών. Σαν να μην έφτανε αυτό η κ. Πρωτονοτάριου διώκεται ποινικά για την "εγκληματική πράξη" (sic) της κατ' εξακολούθηση παραχώρησης αιθουσών (εκτός σχολικού ωραρίου) για την διδασκαλία αλβανικών σε μαθητές. Διώκεται επίσης και η δασκάλα αλβανικής γλώσσας στην οποία "παράνομα" εμπιστευόταν την αίθουσα.

Μου το έστειλε με μέιλ το παπικουλίνι
Δείτε στην ιστοσελίδα του σχολείου δημοσιεύματα κι ανακοινώσεις συμπαράστασης

Δευτέρα, 15 Ιουνίου 2009

Σάββατο, 13 Ιουνίου 2009

Συνέχεια...άκου

Βότκα γαρδένια παραγγελιά
ασπροκίτρινα του πέτου σου φιλιά
λίγο πριν βρέξει πουκάμισα ανοιχτά
άκου τον αέρα, με μάτια σφαλιχτά

Άκου μάτια μου, τα μάτια μου
κι άσε με τα χέρια σου ν’ ακούω
πενιές να κεντάνε φτιάχνοντας
άσπρο ουρανό, μ’ άστρα φυτευτά

στα λιβάδια τ’ ουρανού, παιχνίδι
του παιδικού μας του καημού
για απόλυτη ζεστή αγκαλιά
να γιάνει τους κάβους μας, τους ανάπηρους
που μεθάνε για να λύσουν

Πέμπτη, 11 Ιουνίου 2009

Μεσημέρια καλοκαιριού

Θέλω στο λαιμό σου
να χωθώ, σαν τους δυο
στα σύρματα

μια μπουκουνιά εσύ
χωρίς μιλήματα,
μόνο μυτιές μασχάλης

αρμυρά λικέρ
πίσω από μισόκλειστα
παραθυρόφυλλα

μεσημέρια καλοκαιριού
γραμμένα σε σαλόνια
με σεντόνια σκεπασμένα,
μεσημέρια του μυαλού

με τα φουρούσια
να κρατάνε τσίλιες
στο μπαλκόνι

για τις γύψινες ροζέτες
που ψάχνουν το θεό
να τις ασπρίσει

και τον καπνό απ το τσιγάρο μας
να γλύφει στις γρίλιες
δαχτυλίδια κίτρινα

ναφθαλίνη και γαρδένια
να παλεύουν πια δροσιά,
θα πρωτομυρίσει

Δευτέρα, 1 Ιουνίου 2009

Εμείς κι αυτοί






Eμείς, μια πέτρα έχουμε στο στομάχι.

Αυτοί, μια πέτρα για στομάχι.

Όσο προσποιούμαστε πως δεν πονάμε, ένα γινόμαστε







Οι φωτογραφίες από τη Ροδιά και το contra-voting blogspot


Δείτε και στον έφηβο πώς το 28 και 29% που τους αξίζει εκτινάσσεται στο 40 και 42,6%με αποχή, άκυρο και λευκό

Τρίτη, 26 Μαΐου 2009

Για την ευτυχία

Με τις πέτρες πάλευε, τα σοκάκια να παστρέψει
ν’αποφασίσει η ζωή να ‘ρθει να τη γυρέψει
πόθους κάθε πρωί ετίναζε απ τ’ άσπρα της σεντόνια
τα βράδια εκοιμότανε στου λούνα - παρκ της τα λαμπιόνια


κάθε που η σκόνη στοίχειωνε τα ράφια του μυαλού της
ταξίδευε μέσα στα μπλε λαχούρια του χαλιού της
πολύχρωμα παιχνίδιζαν αέρινα δελφίνια
να κανακέψουνε τους κόκκινους διαβόλους κάθε μήνα

κι όταν ο λαιμός της που’ καιγε
άφηνε κάνα δάκρυ ξέμπαρκο
στο μάγουλό της να κυλήσει
θύμωνε με την κόρη της
που του ‘χε τραγουδήσει

Γέρνουν οι ώμοι μου
απ’ τον αμίλητο θυμό
των γυναικών του μαχαλά
κι έχω ένα όχι για κληρονομιά
που τo συχώριο καταπίνει

Κυριακή, 24 Μαΐου 2009

Εκεί στα πέτρινα πηγάδια

Ένα παγωτό και μια βόλτα
εκεί στα πέτρινα πηγάδια
μια αγκαλιά και ένα σου χάδι
να αγγίξει τα παλιά σημάδια

να σκύψω και να με κρατάς
από τη μέση μιας αέναης στιγμής
του πάτου σαν φωνάζω σ’ αγαπάω
θα στο γυρίζει εκείνος, θα γελάω

και συ θα το δωρίζεις στα πουλούδια
στις πασχαλίτσες και στις μέλισσες, στα ζούδια
να πεταρίζουν του διαβάτη του αγέρα
να μας κερνάει, κρυμμένο, σ’ αγαπάω όλη μέρα

Ανέλαβε το χώμα

Να μας ξεκουνήσει!





Σάββατο, 23 Μαΐου 2009

Για εκδρομή

Θα κλέψω σου, πόλη, τα λουλούδια
κάτω από φεγγάρια λυδικά
κι από κισσούς μες στα σοκάκια
θα κόψω ιδρώτα και φωτιά

για εκδρομή , σ’ ένα γιορτάσι
που τα λουλούδια σμίγουνε στεφάνια
με άσπρο δάκρυ μυρωμένη πλάση
θε να δωρίσει λυτρωμού φιρμάνια


Δεύτερο κύμα παράθυρο
θέση άμα θες θα σου κρατήσω
στου ήλιου το καθάριο άπειρο
μάννα βροχή για να γεμίσω

Παρασκευή, 22 Μαΐου 2009

Μια αρμαθιά τραγούδια

Με μια αρμαθιά τραγούδια
στην άμμο γλάρους ζωγραφίζω
που ξεκλειδώνουν τον καιρό
μπαίνοντας σ ’άγνωστο χορό

μ’ ιππότη έναν ήλιο από ‘κείνη
και άλογο μια θάλασσα του άλλου
κάθε που η τρελοφώκια απ’ το λαγούμι
το νέι αρπάζει και το ταξίδι λαμπαδιάζει

κεντώντας με ανάσες, καμπύλες πυρωμένες
αγάπης κούρμπες που ολοένα ξαναχτίζουν
των θαλασσών μας τις εκκλησίες τις νερένιες
που καρίνες σφήνες τις γεμίζουν και τις σκίζουν
αράθυμό μου
ανάμεσα, όπου μυρίσεις
σούρνεις με

Τετάρτη, 20 Μαΐου 2009

Λιγότερο

Φίδια, ζωσμένα άνθρωπο
αλλάζουν πετσί
ψάχνοντας για ένα που να πεθυμάει
σαν να
όπως
λες και
θαρρείς πώς, λιγότερο

Τρίτη, 19 Μαΐου 2009

Μεταρρυυύθμισηηηη;;;;

Ακόμα μια γενιά θα μεγαλώσει θυμωμένη, με το Μάη, που άφησε το λύω να καταπιεί το όνειρο

Ξέρω, ξέρω … φαν-φίρι-φιν-φον, που πά να πει βοήθα στα πηγαδίστικα

Έτσι είναι,ευτυχώς μόνο εδώ και τώρα

Καλή τιπυχία παιδούδια :)

Δευτέρα, 18 Μαΐου 2009

Πονοκέφαλος

Ι.
Οι δρόμοι, όσο και ωραίοι να’ ναι,
η νύχτα δροσερή,
το κορμί κουράζεται,
ο πονοκέφαλος όχι.

ΙΙ.
Και τώρα, αν μπω στο σπίτι μου
μπορεί να ξαναβγώ μετά από λίγο
αφού δικά μου είναι αυτά τα ρούχα και τα παπούτσια
κι οι δρόμοι κανενός.



Orhan Veli Kanık
BAŞ AĞRISI

Περπατόπιτα καλοψημένη

'Αει μανάρι'μ τα κάψαμε τα μακαρόνια, μύρισαν καμάρι μου, ευτυχώς να λες, αλιά θα το καίγαμε το σπίτι... σκάσε και τρώγε, τώρα...όι όι δεν ειν καθόλου άσχημα... σαν περπατόπιτα καλοψημένη...αδέρφια ζητάτε το πιάτο, καμμένα μακαρόνια με καλό λάδι, θα με θυμηθείτε :)

Μισό

Κάτσε ρε Καραμήτρο...μισό ρε παιδί, μισό... άμα περιμένεις παγάκια, ενώ έχεις βάνει την άδεια παγοθήκη κάτω απ τη γεμάτη, καλό μου...όπως έστρωσες θα κοιμηθείς που λέει και το άσμα

Έλα μωρέ άμαθοι είμεθα...βαθιά ανάσα και κατάπινε, βραδιά είναι θα περάσει

Κυριακή, 17 Μαΐου 2009

Ρε άγγελε...

Να χεις δυο δάχτυλα βότκα να βγάλεις το βράδυ και στη δεύτερη γουλιά να ρίχνεις στάχτη μέσα, πολύ.

- Ρε άγγελε... πάγαινε απαραπέρα μη με φυλάς άλλο, μ'αγχώνεις ρε παιδί!

Σάββατο, 16 Μαΐου 2009

Ευκαιρία, παίδες

Θα ρθει μια μέρα που θα θυμηθούμε πώς έπρεπε να πούμε τα σύκα σύκα και τη σκάφη σκάφη και θα χουμε ξωμείνει κι από σύκα κι από σκάφες. Θα τα βάζουμε τότε με τα παιδιά μας, που δεν ξέρουν να μιλάνε


Ευκαιρία παίδες, εκλογές έρχονται!
Τώρα που 'χουμε ακόμα τη μυρωδιά, απ' τα σύκα που μαζεύαμε κι απ' τις σκάφες που μας πλένανε, περιμένουν τα παιδιά μας να τους δείξουμε

Παρασκευή, 15 Μαΐου 2009

Η φωνή του τρένου

Αλλοπαρμένος, λοξός είμαι
ούτε μια όμορφη δεν υπάρχει ν'άπαλύνει την ψυχή μου, σ'αυτή την πόλη
ούτε μια φάτσα γνωστή .
Μην τύχει κι ακούσω φωνή τρένου,
τα δυο μου μάτια
δυο βρύσες


Orhan Veli Kanık
Tren Sesi

Πέμπτη, 14 Μαΐου 2009

Το αντεράκι της γαρίδας

Πόση απόλαυση ακουμπισμένη στο νεροχύτη, που μοσχοβολάει θάλασσα, με την καρφίτσα στο χέρι να τα βάζεις με το αντεράκι της γαρίδας. Να το ετσακώνεις εκεί που παράφαγε κι είναι μπαμπάτσκο και κορδωμένο και μαυρίζει κομματάκι παραπάνω, με τη γνωστή αλαζονεία του χορτάτου.Eκειδά ακριβώς να μπήγεις, την καρφίτσα και να το εσηκώνεις λίγο, λίγο να εμφανιστεί ίσα τόσο, που να μπορείς να το πιάσεις με τα δάχτυλα. Και με αντίχειρα και δείχτη να το τραβάς αργά-αργά ηδονικά, στη σωστή φορά κι αυτό να γλιστράει χωρίς κιχ να σου παραδίνεται σαν έτοιμο από καιρό. Κι αφού το σκουπίσεις στη χαρτοσακούλα του ψαρά να γυρνάς στην πλάτη της γαρίδας που σε κοιτάει ανοιχτή και καθαρή με ευγνωμοσύνη. Έχω σακατέψει πλάτες και πλάτες μέχρι να το μάθω. Οι δόλιες, πεθαμένες, δεν παραπονιούνται. Ασκήσεις απελευθέρωσης στου νεκρού κασίδα το κεφάλι

Απόλυτος, ύπουλος εχθρός το κάθε αντεράκι, σαν την τρίχα που κουλουριασμένη μεγαλώνει, εγκλωβισμένη σ’ ένα σπυρί . Μόνο που εκεί, εσύ είσαι και το σπυρί και η τρίχα κι η γαρίδα ζωντανή και δεν μυρίζει καθόλου θάλασσα, ούτε τσιντσιρίζει το τηγάνι

Τετάρτη, 13 Μαΐου 2009

Ποίημα με τρύπες

Τρύπια η τσέπη, το γιλέκο τρύπιο
τρύπιο το μανίκι, το καφτάνι τρύπιο
τρύπιο το σώβρακο, η βράκα τρύπια

Σουρωτήρι είσαι, βρε αδερφέ;


Orhan Veli Kanık
Delikli Siir

Τρίτη, 12 Μαΐου 2009

Συγγνώμη από μιαν εύπειστη!!!

Με τι παίζετε ρε γρόθοιοιοιοιοι;;;;;
Θεουλίνι να σαι καλά!!!!

Πέμπτη, 7 Μαΐου 2009

Γκουγκουουουστσούκ

στα σύρματα, δες τες πως
γελάνε, που δε φτάνει
το γουργουρητό


Υ.Γ. Γκουγκουουουστσούκ : Δεκαααααοχτώ

Τετάρτη, 6 Μαΐου 2009

Μαρισόλ

ας τους να νομίζουνε
πως βασιλεύεις
θυμωμένη σε πίνει

που την έκαψες ολημερίς




Τρίτη, 5 Μαΐου 2009

Πόσο

πόσο παρακάλαγα
να δεις την κόγχη
κλαδί, κλαδί να χτίσεις

Κυριακή, 3 Μαΐου 2009

Μαγιάτικο

Αξιώθηκες!
Στα ξεφτίσματα, φωλιά
γεροντούβαρο


Πέμπτη, 30 Απριλίου 2009

Παιχνίδια τ' ουρανού και του νερού, Γιάννης Ρίτσος

Καθόταν στο κατώφλι και χτενίζονταν.
Ένα πουλί της κράταε τον καθρέφτη.
Άσπρα και κόκκινα τριαντάφυλλα της μίλαγαν.
Οι σουσουράδες στη ροδακινιά την πείραζαν.
Κι αυτή όλο να χτενίζεται κι όλο να τραγουδάει:

"αχ τρέλα,τρελή τρέλα μου, τρελή μου τρέλα, τρέλα"
Κι ο κήπος την αγκάλιαζε με δυο χιλιάδες άνθη.

...................................................


Καρέκλα η βάρκα του-ταξίδευε. Πώς κάθονταν
επάνω στ' ανοιχτό νερό χωρίς να τραμπαλίζεται;
Πάνω στο γόνα του έγραφε, και τίποτα δεν κοίταζε.
Γύρω του χτύπαγαν τα κύματα και τα χαρτιά του δε βρεχόντανε.
Μεγάλος ήταν σαν τη μοναξιά, μόνο δυο μέτρα πιο γαλάζιος.


....................................................


Αντιγράφω απ την Αγγελική που κάλεσε σε εαρινή μάζωξη

Δεν μπορώ να δεχτώ πως έχουμε Ετος Ρίτσου και η μητριά- πατρίδα ακόμα κοιμάαααααται. Και μάλιστα, έναν ύπνο του αδίκου. Επομένως, ας πάρουμε τα πράγματα στα χέρια μας. Οσο μπορούμε.

«ω τι όμορφα σαν σμίγουνε, σαν αγαπιούνται οι ανθρώποι»

Δευτέρα, 27 Απριλίου 2009

Δικαίωμά μου... και να σε ζηλεύω!!!

Εγώ πάλι από τα χτε που είδα την ανάρτηση στο ποιείν
ζω εν πρασίνω...απ τη ζήλεια Γεράσιμε!

Δικαίωμά μου βρε παιδί,άμαν πια!
Αλλά ευτυχώς ξέρεις εσύ...να κλέβεις.Στη γεια σου :)

Εν Λευκώ

Γεράσιμος Ευαγγελάτος
Νατάσσα Μποφίλιου
Θέμης Καραμουρατίδης



Μια μουρμουρίτσα

Μια μικρή μια μουρμουρίτσα
μια θαλάσσια τιγρίτσα
άφηκε βρε το κοπάδι
στην Αρκίτσα ένα βράδυ

Πέρα δώθε πέρα δώθε
εβαρέθηκε η Μαρίτσα
εμονόλεγε στον πάτο
γλείφοντας την άμμουδίτσα

Κι άρχισε τα πάνω κάτω
απ το κύμα στην αμμούδα
ήθελε λέει λίγο ήλιο
να τον βάνει ‘κει στον πάτο

Κι ένα γλάρο να γνωρίσει
να του στέλνει μπουρμπουλήθρες
που να φτιάχνουνε τσουλήθρες
να τσουλάει να μην πεινάει

Να τσουλάει να ξεχνάει
αχ, την άδική του πείνα
και ν’ αφήσει τα ψαράκια
να χουνε εννιά στο μήνα

το βραδάκι όμως βάνει
κουφολιάς το πυροφάνι
ρίχνει κι ένα δυναμίτη
π έσυντάραξε τα ύψη

και που λες ανερωτήθη
αν ηκούσθη ο ηλίας
ενώ όλο το χωριό
είχε βγει στην παραλία

να εδεί την κυρα λίτσα
μιαν αβτζού σωστό θερίο
που ‘χενε καταπιμένη
τη Μαρίτσα την καημένη

Αχ Μαρίτσα, μουρμουρίτσα
κι αν πετάει κι αν κολυμπάει
κι αν γαβγίζει κι αν δαγκώνει
'κείνη η πείνα κάπου σώνει


Αχ Μαρίτσα μουρμουρίτσα
φαταούλες να φοβάσαι
άνθρωποι ξελιγωμένοι
σου την έχουνε στημένη

Παρασκευή, 24 Απριλίου 2009

Περίμενα

Σαν το παιδάκι που του ‘τάξαν εκδρομή
κι όλη τη νύχτα μάλωνε με το κεφάλι του
που ένευσε φοβούμενο να μην κακοκαρδίσει
πώς θε να κάνει υπομονή κι άλλο δε θα ζητήσει


από δαχτυλοχρώματα να χει να ζωγραφίζει
βαρκάκια με πανάκια προσμονής, λησμονημένα αρόδο
να τραγουδούν βιράρουμε, μονάχα εν παρόδω
κι ας είν’ η θάλασσα γυαλί κι ας έχει και φεγγάρι


Όνειρα σε ουρά αναμονής σπαθιά μες στο φηκάρι
που γλύφουνε παλιές πληγές, άφατα παραμύθια.
Σ ’ένα μοιρολόι ατέλειωτο μιας χορωδίας παιδικής
που συντονίζεται μ’ ένα φτερούγισμα στα στήθια

Ένα ποντίκι ήμουν τυχερό

Θέλω να βάλω μια φωνή ο κόσμος να χαλάσει
να ανεβεί στον ουρανό στα σύννεφα να μοιάσει
να ξαναβρέξει ανθρωπιά, μιαν άσπρη καταιγίδα
να πάρει σβάρνα όλα, τα δεν άκουσα δεν είδα

εγώ κοιτάω τη δουλειά μου, προσέχω για να έχω
δε νικατώνω τη σβουνιά, βρωμεί και δεν αντέχω
έχω καλό αφεντικό, χίλια ένα και στο χέρι
μου ‘χει και ράντζο βολικό να βγαίνει το νυχτέρι

εγώ ‘μαι πάλι εργατικός, τρεις δουλειές, πια ανεργία;
και μένα ο μπαμπάς πολιτευτής κι ο μπάρμπας μου στην εφορία
εγώ είχα ορμήνειες έξυπνες, με τους πολλούς, θα βρεις την ευκαιρία
και μες στ’ αυγό άμα χωθείς , δόξα την παναγία


ετρούπωσα λοιπόν, κουράστηκα, από τ ’αυγό στο βάζο
να γλύφω συνεχώς, απ’ άνθρωπος λιγδιάρης ποντικός.
Δεν άκουσα δεν είδα που λες γείτονα, τα μάτια σου που υγρά ‘ναι
Δεν άκουσα δεν είδα σε, τα χνώτα σου βρωμάνε

Μόν’ άκουσα κάποια στιγμή να με πυροβολάνε
τα χέρια σου που μύριζαν χλωρίνη κι υγρασία.
Θε μου τι αδικία, ένα ποντίκι ήμουν τυχερό
δεν έκανα ποτέ καμιά παρανομία

Τετάρτη, 22 Απριλίου 2009

Δεν την αντέχεις εύκολα την άνοιξη




Στιγμές στιγμές παίρνει η ψυχή το τραγούδι
και λέει για τα μύχια της, να ακουστούν
κει που χορεύεις με το βουνό αντίκρυ
με μάτια-χείλια και πόδια-κιτάπια, να διαβαστούν

Με αλήτη μάχη θα ντην εχάσεις
τα χέρια μου κάνω μαύρα φτερά
όσο κι αν φύγεις δε θα ξεφύγεις
θα 'ρθω πετώντας από ψηλά

Με αλήτη μάχη θα ντην εχάσεις
τα μάτια μου δες, το τραγουδούν
τσιγγάνα μοίρα, με άμμο πλένεις
πόδια στυλιάρια που με πολεμούν

Δευτέρα, 20 Απριλίου 2009

Φρου και φρου και τσίμπι, τσίμπι

Μάθαιναν τα χελιδόνια,
μια φορά, ν’ αγαπιούνται
και με πόθο ν' αμολιούνται
πα στα κύματα

Φρου και φρου και τσίμπι,τσίμπι
τυχερά τα ζωντανά,
λέξεις δεν τα κυβερνούσαν
Φτεροκόπημα μπαλάντζο
άνοιξη ‘χαν στο κουμάντο


Φρου και φρου και τσίμπι,τσίμπι
σ’ ένα ατέρμονο παιχνίδι
ερωτoκαπετανάκια, με τιμόνι την ουρά
εστροφίζαν θαρρετά
κι άιντε βουρ για τα βαθιά


Φρου και φρου και τσίμπι,τσίμπι
ατελεύτητο ταξίδι
απ’ το σύννεφο στο κύμα
κι η βουτιά στο κάθε βήμα.
Φόβια μου καρδιά, τι κρίμα


να χεις χέρια για φτερούγες
και να ζεις μ’ ελπίδες φρούδες
πώς μια μέρα θε να πάψεις,
πια να θέλεις να πετάξεις


Φρου και φρου και τσίμπι,τσίμπι
επιμένουν τα θρασίμια
σήκωσαν και μπαϊράκι,
κόκκινο σ’ ένα βαρκάκι
την καρδιά μου δε πιστεύουν
την ψυχή μου εγυρεύουν

Παρασκευή, 17 Απριλίου 2009

Πες του, πως θα φωνάξουμε

Αφού φυσάω σε, γιατί δεν πρασινίζεις
Αφού ρωτάω σε, γιατί δεν μου μιλάς
Αφού κοιτάω σε, γιατί δε λουλουδίζεις
Αφού περμένω σε, γιατί δε μ’ απαντάς

Σήκω που σε σκουντάω, σήκω να μου το πεις
πως δε θα μάθεις μου το ψι, να ξεχωρίσω ποιο ειν’ το ψέμα
πως δε θα μάθεις μου το βήτα να ξέρω ποιος, δεν είναι βασιλιάς
Μον’ θα μου δείχνεις τ’ αλητάκια, υπόγειος, θκος τους αηλιάς

Πεσμένο, ακριβό μου καραγάτσι, μπρος στο μπαλκόνι μου
στα πόδια μου θυσία να μην φοβάμαι μόνη μου
μόνη εγώ που καρτεράω ένα σου φύσημα
πνοή ζωής μες απ’ το πνίγος, πρώτο μ' ανάστημα

Σήκω που σε σκουντάω, σήκω να μου το πεις
πώς μον’ παιδάκι το μπορεί, με μαυροδέντρι να μιλήσει
να πλημμυρίσει του ζωή, άνοιξη να μυρίσει
πώς μον’ παιδάκι το μπορεί σαν σε να μ’αγαπήσει

Πες του κι εσύ παππά να σηκωθεί, πες του εσύ, που λες σ’ ακούει
Πες του ανθίσαν πασχαλιές, λαλούνε τα πουλάκια
Πες του, πως τα παιδιά της γειτονιάς θα βγούνε στα σοκάκια
Πες του, πως θα φωνάξουμε για ‘κεια τα αλητάκια

Δευτέρα, 13 Απριλίου 2009

? ? ?

Γιατί άραγε όταν λέω λιμάνι
δοκάρια στη θύμησή μου έρχονται
και όταν λέω ανοιχτή θάλασσα πανί;

Όταν λέω Μάρτιος γάτα,
όταν λέω Δίκιο εργάτης
και γιατί άραγε ο γερο μυλωνάς
πιστεύει στο θεό χωρίς να σκέφτεται;

Και σε καιρούς με αέρα
λοξά πέφτει η βροχή;

Orhan Veli Kanık

Κυριακή, 12 Απριλίου 2009

Αποστολή συστημένων

Πηγαίνω, που λέτε προχτέ, στο ταχυδρομείο με δυο φακέλους. Ο ένας έχει αποστολέα την Μαρία Παπακωνσταντίνου κι ο άλλος τη Ρούλα Καραμήτρου. Ζητάω απ την κυρία να τα στείλει συστημένα και περιμένω να μου δώσει τις αποδείξεις αποστολής. Πληκτρολογεί η κυρία τους αριθμούς κατάθεσης...γρρρρ,γρρρρ,γρρρ...φτύνει το μηχανάκι με πλέριο εκσυγχρονισμό τις δυο αποδείξεις ΠΑΡΑΥΤΑ, μαζί με το 6,85 ευρώ...από κάπου σαν να κούγεται πάρε να χεις και να σκέφτεσαι πώς θα τον επληρώσεις τον εκσυγχρονισμό, παπάρα...αλλά δεν δίνω σημασία.

Ανοίγω το πορτοφολάκι μου και ψάχνω τα ψιλούλια μου...τα βλέπω δεν τα βλέπω, βγάζω τα γυαλιά για τα μακριά, βάζω τα για τα κοντά, κάπως καλύτερα...η κυρία αδημονεί...ο νεαρός από πίσω ξεφυσεί...εγώ ακάθεκτη κι αργή απελπιστικά μετράω δεκαρικάκια, εικοσαρικάκια, μονόφραγκα και δίφραγκα, που απλώνονται στον πάγκο. Όπως πάντα στο παρατσακ...δεν φτάνουν.

Δυστυχώς έχω 6,70 λέω με το μεγαλύτερο ενοχικό μου χαμόγελο της υπαλλήλου...ελπίζοντας βαθιά μέσα μου σένα τόσο δα σκόντο ρε παιδί...η κυρία είναι έτοιμη να με φάει, ο νεαρός παρακαλεί να μην με πετύχει στα εξήντα μου στην ουρά κι εγώ μαζεύω τα ψιλούλια μου και αποχαιρετώ το ένα και μοναδικό μου εικοσάρικο, που απεγνωσμένα προσπάθησα επι ματαίω να κρατήσω φυλακισμένο στο πορτοφολάκι μου.

Η κυρία με κινήσεις αποτομούτσικες μαζεύει μου τα ρέστα και τα χώνει στη χούφτα μου μαζί με τις δυο αποδείξεις λέγοντας...αυτή είναι της Μαρίας Παπακωνσταντίνου κι αυτή...είναι της άλλης...ορίστε της λέω;...της άλλης κυρία μου...ελάτε συντομεύεται...δείτε μέχρι έξω έχει φτάσει η ουρά...ελάτε!

Σηκώνω δειλά το κεφαλάκι μου...όντως τα πράματα στην ουρά είναι εξαιρετικά σκούρα και στα βλέμματα τον συμμετεχόντων στην ουρά ΚΑΤΙΜΑΥΡΑ. Ένα ώρε που μπλέξαμε ίπταται πάνω απ τα κεφάλια τους, τρακάρει ζαλισμένο στο αυγό που ναι δίπλα στο καλή ανάσταση που έχει αναρτήσει το ταχυδρομείο και προσγειώνεται στο κεφάλι μου.

Πως είπατε ξαναρωτάω ξεχωρίζοντας τις αποδείξεις απ τα ρέστα...αυτή είναι της Μαρίας...

ΤΗς ΜΑΡΊΑς ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΚΥΡΙΑ ΜΟΥ ΚΑΙ ΑΥΤΗ ΕΙΝΑΙ ΤΗς ΑΛΛΗς...πεταγεται ο νεαρός από πίσω...΄ΚΑΝΙΤΑΙ ΚΥΡΙΑ ΜΟΥ,ΜΑς ΤΣΑΤΑΛΙΑΣΑΤΕ ΤΑ ΝΕΥΡΑ ΠΡΩΙΝΙΆΤΙΚΑ!


Έτσι που λιέτε σύντροφοι...κανένας σεβασμό στην ποίηση κι η νέα κι η παλιά γενιά και πάναπόλους η ουρά...άλλη η ρούλα καραμήτρου...α, ρε δε θα εκδοθώ πρώτα στο ταχυδρομείο θα πάω...στην πιο μεγάλη του ουρά να μοιράσω αντίτυπα...η άλλη!!!

Βρε μπας και να το ξανασκεφτώ με το ψευδώνυμο...σαν να με φαίνεται κανένα σεβασμό δεν εμπνέει...για να το ξανασκεφτώ, με την ποίηση;...δεν ξέρω, δεν ξέρω πολύ με μπέρδεψε το ταχυδρομείο...άντε καλή μεγαλοβδομάδα σύντροφοι κι είναι καιρός για περισυλλοή με φαίνεται :)


Α...έχω κι ανέκδοτο που με φαίνεται κολλάει στο ατυχές περιστατικό...

Τι σχέση λέι έχει ο boy george με τον barry white...όσο μπόυ είναι ο τζωρτζ αδέρφια, τόσο γουάιτ είναι ο μπάρυ...αχ, δόλια ψωνάρα ρούλα :)

Σάββατο, 11 Απριλίου 2009

Όλα σου τα ’χω, με τα δάχτυλα γράφω

Τζάμια γραμμένα στης ψυχής τ’αφημένα
σκόνες και γύρη η αλήθεια να γύρει
χνώτα κι ιδρώτας να ζητάνε τα πρώτα
όλα σου τα ’χω, με τα δάχτυλα γράφω

ποτάμια οι μνήμες κι άλλα λόγια δεν ηύρες
για το έλα που στάζει στης ομίχλης το νάζι
για το έλα που δέρνει στης βροχής το κατόπι
για το έλα που πνίγει του αέρα τη μέρα

τζάμια γραμμένα στης ψυχής τ’ αφημένα
κι ένα τι ζωγραφίζει τη συγγνώμη π’ αξίζει
με τα δάχτυλα γράφω για ταξίδι φευγάτο
για καράβια στη σκόνη, δίχως κύματα ακόμη

ποτάμια οι μνήμες κι άλλα λόγια δεν ηύρες
για το μέγα ποτάμι της νεχίρ το κοράλλι
που κεντάει της αυγής βραδυνό παρακάλι
αμανέ στο φεγγάρι τη σιωπή της να πάρει

Πέμπτη, 9 Απριλίου 2009

Να ‘χα να κόβω, να μας δίνω πασχαλιές

Άσπρο και ησυχία να μπορούσα να φυτέψω
για ‘κειες τις μέρες μάτια μου, που δε μπορώ ν’αντέξω
και λίγο ζέστη για τα πόδια μας, που σήμερα κρυώνουν
να 'χα να κόβω, να μας δίνω πασχαλιές να μας ελευτερώνουν

Σπόρο να 'χα από χρώμα και νερό, τώρα που το χώμα χάσκει
και χάντρες γυάλινες για το θλιμμένο μου γυφτάκι
και μουσική… αχ, εκείνο το παλιό μου το βιολάκι
να το φυτέψω στο μυαλό, να σβήσει τη νταρμπούκα

Να κάτεα πώς θα 'θελα, τη γλώσσα των φτερών
απ’ το πρωί οι όμορφες λαλούν το μυστικό
για ευτυχίες ανοιξιάτικες και φτου ξελεφτερίες
πώς δε λυπούνται μας, καθόλου τους παρίες

ίσως και να τολμούσα τότε να σου πω
πώς σα ‘νταμώνει μωβ με πράσινο
και τ’ άσπρο τ’ άγκαλιάζει, ο αφαλός μου χαίρεται
και η ψυχή μου σταματά να σκιάζει

Τετάρτη, 8 Απριλίου 2009

Φόρεσα παλιές ελπίδες

Φόρεσα τα μαύρα σου πουλιά
και πήγα, ψάχνοντας το δρόμο
με μυρωδιά σου, από φιλιά
να απαλύνει μου τον πόνο

φόρεσα παλιές ελπίδες
πώς έχει χρώματα το μαύρο,
που κάποτε φέρνουν καταιγίδες
σε χώμα που καλεί να το ξανάβρω

και μέθυσα με παιδικές φωνές
πολύχρωμες χοντρές ψιχάλες
που χαστουκίζουν μας τις ανοχές
και βρέχουν για πορείες άλλες

βρέχουν και κλαίνε τις σιωπές μας
τον ήλιο μας απ’ τον καθρέφτη
που κουρασμένος βασιλεύει
και κειο, το νιο φεγγάρι στέργει

τ’ αχνό του πώς ζηλεύει!

Δευτέρα, 6 Απριλίου 2009

Σε νιώθω πες, σαν το γατί

Έλα, πε μου στη γεια σου, αρχή να στήσω
Πες μου, πώς είσαι δω να ξεκινήσω
Πες μου, μη φοβηθείς, πες μου θυμάσαι
Βήμα το βήμα, αν το πατάς δεν το φοβάσαι


Σε νιώθω πες, σαν το γατί,
που σε παρκέ μεγαλωμένο
Στέκει και βλέπει αχόρταστο
το δρόμο, ανταριασμένο

Κάνει να πάει κατά δω
μεμιάς το μετανιώνει
Τρέχει να πάει κατ’ αλλού
και πάλι δε ζυγώνει

Να το μυρίσει, να το πατήσει
Τι να ναι ‘κειο το πράσινο
κι αν το χαλάσει
κι αν την πατούσα του θα βάψει

Μα τι ναι πες χειρότερο
απ το στανιό σπαγκάτο
η μάνα σου σε γέννησε
γατί μου για φευγάτο

άφηκε την κυρία σου
να τρίβει το παρκέ της
και άντεσε στη γειτονιά
που αλυχτά τον γκαϊλέ της