Τετάρτη, 30 Απριλίου 2008

Στρατιώτης τεθωρακισμένων, Καραμήτρου Ρούλα...

...ειδικότητα πυροβολητής-ασυρματιστής, μέσου άρματος Leopard 1V
Παρουσιάζομαι στην απογευματινή αναφορά της επιλαρχίας, για να σας αναφέρω ότι:

Οι Τσιτσάνιοι σκοποί τραγουδιούνται στη νοτιοδυτική μπάντα της Καυκασίας...με τους Ζαμπέτιους, την Οντέσα και το Κογκό, μη με μπερδεύετε...αρκεστέιτε στην είδηση...ναι έχει συννεφιασμένες Κυριακές και απέναντι...να μα το Θεό σας λιέω!


Get your own playlist at snapdrive.net!



μον' που τις λένε Bullutlu Pazar,αλλά τις τραγουδάνε το ίδιο...ή σχεδόν το ίδιο, κάπως έτσι...


Σκεπασμένη με σύννεφα η Κυριακή, ίδια με την καρδιά μου

Θε μου, μη μας στερήσεις την ελπίδα, μη μας τη στερήσεις,
για έχουμε σύννεφα μες στην καρδιά μας (δις)

Μου τελείωσε εμένα η χαρά, μια τέτοια βροχερή μέρα
Αγάπη μου, από τότε που έχεις φύγει, ίδια είν'η βροχή μέσα μου
κι ακόμα πιο βαθιά

Κλαίνε σήμερα τη μοίρα μου, τα βρεγμένα τα σοκάκια
Όταν αναπολώ τόνομά σου... το κάνω συνέχεια...
για νακούσει ο Θεός το παράπονό μου, που σήμερα είναι Κυριακή


Υ.Γ. Ο τούρκος ξέρει ότι έχει πέσει σε ατόπημα που τραγουδάει Τσιτσάνη, γιαυτό λέει δις το "Θε μου μη μου στερήσεις την ελπίδα"


αλλά και το Μανολάκι τραγουδάν απέναντι



Get your own playlist at snapdrive.net!







και το τέλι, τέλι, τέλι...yalan κι απα κει ο ντουνιάς



Get your own playlist at snapdrive.net!





Τα τραγούδια, αδέρφια τα χρωστάμε στο μπομποτζίνγκο μάστορα.
Yasa, be Cingo

Τρίτη, 29 Απριλίου 2008

Ακούω;

Ο Θρασύβουλάς που προχτές έδωσε την απάντηση στο γρίφο τα μάτα κίτεράνε, είπε και για μια γυναίκα, ενήλικη τυφλοκωφή με ελαφρρά κινητική αναπηρία. Τη ρώτησαν κάποια στιγμή... με τα δάχτυλα στο εσωτερικό της παλάμης της, τι σου λείπει πιο πολύ...τι θα θελες;
Και κείνη απάντησε...νακούω

Υ.Γ.
Επειδή, αρκετά χλουχουριάσαμε στο καζάνι χτες
Ευχαριστώ εσάς που ήρθατε, αντάμα...όσο για τους άλλους(όπως το ορίζει ο άλλος, ρε!) θα υπάρξουν, πάμπολλες ευκαιρίες...μον'ναμαστε γεροί να βράζουμε αδέρφια!

Δευτέρα, 28 Απριλίου 2008

Βόρειοι και Νότιοι





"Πάλι εκεί;" ρώτησε ο Θοδωράκης "Σαν τα κοτοπουλάκια στην ταϊστρα" είπε το βλαχούλι που το 'χε καμάρι, πως κι αυτός σαν το Χότζα όλα τα ξερε...μον'πότε θαποθάνει δεν ήξερε.

"Εδώ, εδώ πατέρα" είπε το κοτοπουλάκι και τον φίλησε σταυρωτά.
"Χρόνια πολλά και του χρόνου στα ποδάρια μας θυγατέρα...έλα να φάμε να σου πω και για ταυγά"

"Για πε, ρε πατέρα ποιανού αυγό ήταν το πιο γιρό, φέτος;", ρώτησε το κοτοπουλάκι, αφού τσούλησε ως την κουζίνα
"Άντε, άντε βλακείες" πετάχτηκε η μάνα "ένα λάθος κάναμε θα τακούμε μέχρι του χρόνου, πατέρας και κόρη μαζί"
"Πες πες, βρε πατέρα, ποιος κέρδισε;"
"Το δικό μου, πάντως όχι...ήταν το δέκατοπέμπτο"
"Και τα δικά μας, και τα δικά μας, όλοι φέτος το δέκατο πέμπτο τραβήξαμε" είπαν μένα στόμα οι υπόλοιποι τρεις του τραπεζιού.

Η μάνα λύθηκε στα γέλια!
"Πες πες θόδωρε!" του πε
"Κοίτα, βρε παιδί μου...η μαμά φέτος ήθελε να βράσει πολλά αυγά για ναχουμε και μετά την Πασχαλιά που μας αρέσουν. Ήθελε να τα κάνει και καϊσια,ούτε πολύ σφιχτά να σου κάθεται στο λαιμό ταυγό, ούτε και μελάτα...δεν της πάει της πασχαλιάς το μελάτο ταυγό, χρόνια τώρα"
Γέλια διακόπτουν τη διήγηση
Το Χρυσουλιώ σουφρώνει τα μούτρα και επαναλαμβάνει το "χρόνια τώρα" κολλώντας το..."όλα τα ξέρει ο πατέρας σου, χρόνια τώρα"

"Οπότε για να το πετύχει το σκέδιο η μαμά τα βρασε δεκαπέντε- δεκαπέντε στην κατσαρόλα για να χωρέσουν και ταφησε 12 λεπτά με το ρολόι την κάθε βρασιά για να το πετύχει το καϊσι
"Και που λιες θυγατέρα λέει ο παπάς το Χριστός Ανέστη, κάνουμε το σταυρό μας, φιλιόμαστε και βγάζω ταυγό απ την τσέπη. Έρχεται το Λενιώ, πρώτο να τσουγκρίσουμε. Κάθομαι εγώ από κάτω σαν μεγαλύτερος και ταφήνω να χτυπήσει το μικρό...και χτυπάει... όχι πολύ δυνατά, ξέρεις είναι κιευγενικό το μικρό...κι αντι για τσακ έκανε κλατς ταυγό μου και πετάχτηκε, ολούθε σαν συντριβάνι...ίσα που πρόλαβα να το ρουφήξω πιδί μου, ταυγό μου. Άντε και του χρόνου σφιχτά ταυγά Χρυσουλιώ...ρουφηχτά δεν παέννει της πασχαλιάς"

Γέλια, μέχρι δακρύων το πατεριτσοφόρο κοτοπουλάκι, την ήξερε την ιστορία...τοχε ρουφήξει και κείνη ταυγό της απ΄το πρωί.
Κι αφού έφαγαν, είπαν , γέλασαν ήπιε και το Ρουλιώ την κοκα κόλα της, σχόλασε το τραπέζι

"Άντε, τσούλα Ρούλα. Ρούλα τσούλα, πίσω στην ταϊστρα", μονολόγησε η κουτσή, ενώ οι όλοι,οι υπόλοιποι, πλην του Θοδωράκη που την έκανε με ελαφρά, χαμογελαστά πηδηματάκια έπλεναν τα πιάτα.

Έτσι συνέβη με ταυγά, φέτος στο Βορρά.
Λίγα τα λόγια στο Βορρά σαν ναταν ακριβά. Λίγα... τα σοβαρά, περιτριγυρισμένα με μασλάτια πολλά.Λίγα ξελίγα έτσι ήταν οι βόρειοι κι ήταν πάντα εδώ, όπως ήξερε ο καθένας.
Τους ήξερε τους βόρειους το Ρουλιώ δεν μιλούσαν πολύ κι όταν μιλούσαν τα λέγαν απλά...τώρα με τους νότιους,που τοχαν το σπικάρισμα... νε ζναμ, που λέει κι ο κύριος Πετεφρής, δεν ξέρω κι είναι και πολλοί και μερικούς, μόνο με λεξικό τους καταλαβαίνει το Ρουλιώ.
Γιαυτό βρε αδέρφια, ντικατλίολ λουτφεν...προσέχετε...πολύ, σας παρακαλώ τι λιέτε και πως το λιέτε, γιατί τα πιστεύει το κοτοπουλάκι...κι είναι μην του υποσχεθείς του παιδιού και του τρελλού, δε θα μπορέσει να πει...έλα, μωρέ δεν πειράζει






Κυριακή, 27 Απριλίου 2008

Καλή Πάσχα, αδέρφια!

Επειδή ο κύριος Πετεφρής το ευχήθηκε, χθες

"Αννέ,…αυγά κόκκινα και τσουρέκ’, γιαπατζάσμ άννετζιμ;"

Κάθε χρόνο το ίδιο βιολί… εκεί κατά τη Μεγάλη Τρίτη με Τετάρτη έπεφτε η ερώτηση, ανάλογα τι νέα φέρναν τ’αλλά παιδούδια στο πάρκο… απ΄την πόρτα της αυλής και με ένταση τόση, ώστε το ναι να είναι σίγουρο.

"Εβέτ τσοτζούμ, γιαπατζάζ" του ‘λεγε η Χατιτζέ…τι να κάνει, ήξερε ότι δεν γλίτωνε εύκολα απ’ το μεγάλο της… το ‘ξερε απ’ τις τηγανητές πατάτες και το γκίρι γκίρι του, το ασταμάτητο, στο κατώι της κουζίνας.

Έβαζε, λοιπόν την ποδιά η Χατιτζέ και τη μεγάλη κατσαρόλα με το νερόξυδο στη μασίνα κι έπιανε να καθαρίσει τα κρεμμύδια.
Μπογιά δεν έπαιρνε…μην τους πάρει χαμπάρι κι η γειτονιά…τα ‘βαφε με τα κρεμμυδότσουφλα τ’αυγά. Ο κανακάρης της τα ήθελε κατακόκκινα τα άυγά σαν της κυρά Τασούλας, της γειτόνισσας. Η Χατιτζέ όμως που ‘θελε και το χατήρι του τσοτζούκ να κάνει και τη συνείδησή της να έχει ήσυχη, επέμενε σθεναρά στα κρεμμυδότσουφλα και στα σαν κόκκινα... πορτοκαλί αυγά.

Μόλις τ’αυγά άρχιζαν να σιγοβράζουν η Χατιτζέ σήκωνε τα μανίκια για να πιάσει τη μαγιά, για τα τσουρέκια.

Η διαδικασία ίδια…μα με μυρωδιά, αλλιώτικη. Έπιανε τη μαγιά στη μεγάλη μπακιρένια ζυμώστρα, την κουκούλωνε με μια κουβέρτα και την έβαζε στο σκαμνάκι, δίπλα στη μασίνα να φουσκώσει… ν’ αφρατέψει η ζύμη. Τρία τέσσερα κοιτάγματα, μετά κι όταν το ζυμάρι άρχιζε να ξεχυλίζει, έλεγε η Χατιτζε: "Ταμάμ, τσοτζούμ, χίζιρ γκελντί!" κι έπαιρνε τη ζυμώτρα απ’ το σκαμνάκι. Το τσουρέκι ήταν σε καλό δρόμο.

Ρωτούσε, ο Τζίνγκο απ’ τα σκαλοπάτια, μπάστακας σ’όλη τη διαδικασία, μην τυχόν και μετανιώσει η αννέ και δεν κάνει τα τσουρέκια… «Όλντού μου αννετζίμ;»… «Ταμάμ γιαβρούμ, ταμάμ» τον καθυσήχαζε η αννέ.

Μετέφερε η Χατιτζέ, τη ζύμώτρα στο σοφρά, μαζί με τα μυρωδικά κι έβαζε το βούτυρο στη φωτιά, φρέσκο βούτυρο, βουβαλίσιο να μυρίσει το τσουρέκι. Γονάτιζε η Χατιτζέ κι έριχνε πρώτα τα μυρωδικά στη ζύμη. Όχι κακκουλέ και μαχλέπι δεν τ’άρεζε… με βανίλια τα ‘θελε τα τσουρέκια. Φρέσκια βανίλια απ΄την Πόλη φερμένη, να την ανοίγεις και να σου ανοίγει την ψυχή, η μυρωδιά της… να σε κάνει να χαμογελάς.

Ρουχούμ ατσιλσίν, μπε τζανίμ… πως το λένε!
Ν’ανοίξει η έρημη ψυχή μου, βρε παιδί μου…ν’άνοίξει!

Και άνοιγε η ψυχή, μόλις άρχισε να φουρνίζει η Χατιτζέ και το τσοτζούκ απ' τα σκαλοπάτια άρχιζε να μυρίζει, παίρνοντας βαθιές ανάσες...όλο και βαθύτερες

"Ταμάμ αννετζίμ, ολντού μου;" τη ρωτούσε κάθε τόσο...

"Ολντού πασα 'μ, ολντού, αμά γκελ ιτσερντέ...καπί, καπαίμ...γιατί θ'ακούσει η γειτονιά τη μυρωδιά


Get your own playlist at snapdrive.net!




"Αμέτ, τούρκτσε κονούς, λούτφεν… μίλα τούρκικα σε παρακαλώ!"

Ο παππά Γιάννης τελείωσε την πρώτη ανάσταση του Σαββάτου, φόρεσε το καλιμάφκι του και πήρε το δρόμο για την αγορά.

Κουρασμένος ξεκουρασμένος το πράμα δε σήκωνε αναβολή. Έπρεπε να πάει να κανονίσει τα έπιπλα για τη Μαριώ του, το κορίτσι του, που θα το πάντρευε το Μάη. Τ’ασπρόρουχα και τα κεντήματα τα ‘χε έτοιμα η πρεσβυτέρα, το σπίτι το’χε κουτσοβολέψει με το δάνειο ο πάτερ… τα έπιπλα έμεναν για να είναι όλα έτοιμα για το Μαριώ.

Μπαίνει λοιπόν, ο παππα Γιάννης στο μαραγκούδικο.

-Καλώς ήρτες, παππά, λέει ο Αμέτ.
-Χος μπουλντούκ Αμέτ, λέει ο πάππα Γιάννης.
-Παππά-Γιάννη καφέ τα πιούμε;
-Τσοκ σεκερλί ολσούν, Αμέτ.
-Παίδί, ασλάν! Κάνε δυο τσοκ σεκερλί.
Το τσιράκι πήγε να ετοιμάσει τους καφέδες κάτω απ΄το άγρυπνο βλέμμα του κάλφα του μαραγκούδικου.

-Αμέτ ουστά, μουστερί βαρ’μ, ισλερ νάσιλ;
-Δόξα το Θεό παππά ντουλειά πολύ, λεφτά γιοκ.

-Ξέρω, ξέρω Αμέτ και σε μας το ίδιο είναι, είπε ο παπά Γιάννης. Μουστερή τσοκ άμα, παρά γιοκ!

-Τι τέλεις παππά, ρώτησε ο Αμέτ αφού γελάσαν και οι δυο.
-Αμέτ ουστά, μπενίμ Μαριώ εβλενετζέκ.
-Μπράβο παππά…πότε ο γάμος;
- Γιακιντά Αμέτ, το Μάη, ντολάπ, γιατάκ και σαλόν ιστίορουμ.
- Μπορώ τα σου κάνω παππά, και ντουλάπα και κρεβάτι… και σαλόνι, μπορώ.
-Μπιλίορουμ Αμέτ ουστά, άμα γκιουζέλ ιστίορουμ για τη μπενίμ Μαριώ!
-Έντάξει παππά, ωραίο τα το κάνω, μη στεναχωριέσαι τα’ρτώ τα πάρω μέτρα…τη Τρίτη, μετά τη Πάσχα

-Αμέτ ουστά, ντικατλί ολ… μπενίμ Μαριώ τσοκ γκιουζέλ έπιπλα, ιστίορουμ… καλή δουλειά, Αμέτ,ιστίορουμ... μπιλίορσουν!

- Εντάξει παππά, μη στεναχωριέσαι…εγώ μια φορά τα κανονίσω τη κόρη σου…τα το τυμάται όλη τη ζωή!

Άφωνος ο παπά Γιάννης…ξεροκατάπιε, κοκκίνισε και πήρε το νερό του.

-Τι έπατες παπά; ρώτησε ανήσυχος ο Αμέτ.
-Αμέτ ουστά…τουρκτσε κονούς, λούτφεν…μίλα τούρκικα να συνεννοούμαστε καλύτερα, είπε ο παππά Γιάννης σφίγγοντας δόντια και χέρια.

-Ταμάμ παππά, ταμάμ…κίζμα, μπε τζανίμ…Τρίτη γκελετζέμ…μέτρα αλατζάμ
- Αφερίμ Αμέτ ουστά…τώρα συνεννογιόμαστε! είπε ο παπά Γιάννης κι έσφιξε το χέρι του Αμέτ.

-Εντάξει, πάπά…ολντού και Καλή Πάσχα! του 'πε ο Αμέτ και τον ξεπροβόδισε, τον παπά Γιάννη,



Σάββατο, 26 Απριλίου 2008

Μεγάλη Παρασκευή στη Σαρκοζί


Get your own playlist at snapdrive.net!



Γύρισε ο βιομηχανικός εργάτης του παλατιού...κατάκοπος τη Μεγάλη Πέμπτη με το αρνί του στον ώμο...είπαμε γενναιόδωρος και θρήσκος ο αφεντικός πλήρωσε για τις τελευταίες του αμαρτίες
Έλα , μωρέ τι'ναι 15 ωρίτσες παραγωγή, 7 μέρες τη βδομάδα για τρεις βδομάδες...αυτό το τελευταίο κάνε και μετά...θα σταματήσεις...θα καααθεσαι... Παρασκευή...(ευτυχώς το χει γρουσουζιά ο πιγκουίνος ο αφεντικός να δουλεύει το στρουμφοχώρι τη μεγάλη Παρασκευή)Σάββατο Κυριακή ΚΑΙ ΔΕΥΤΕΡΑ θα κάθεσαι σκλάβε και θα το τρως τ'αρνί μου
Καλή ανάσταση βρε κορίτσια τους είπε...έδωσε και το κάτιτις του για τις υπερωρίες (μη του τρώμε και το δίκιο) και ευχήθηκε στο επαναδουλεύειν από Τρίτη και μετά
χτυπώντας χαρωπά τις φτερούγες του

Γύρισε, λοιπόν ο βιομηχανικός εργάτης μη ξέροντας που να ακουμπήσει το κουρασμένο του κορμάκι. Χτύπησε κανα τρίωρο βαθύ ύπνου και σηκώθηκε φρέσκια φρέσκια(φτου σκόρδα νιάτο μου).Ανέβηκε στο αναρρωτήριο του δεύτερου για τον απογευματινοβραδυνό καφέ.
Εκεί που τα λέγανε με την κουτσή σκάει μύτη το Ευγενάκι το έττερο κορίτσι σκλάβα και προσκαλεί για τσίπουρα.
Την πέταξε τη σκούφια το καμάρι!
"Ποιοι θα μαστε;"
"Τέσσερα άτομα, παρεάκι...μη ρωτάς πολλά πολλά, ντύσου κι έλα να με πάρεις"
"Που λες να πάμε;"
"Κάτω, κάτω μπροστά στη θάλασσα...να φύγει η μυρωδιά της βιομηχανικής ζώνης...αδακά στο λαιμό μου την έχω" είπε το Ευγενάκι και το καμάρι συμφώνησε και η κουτσή ξερογλύφτηκε

"Καλά να περάσετε μωδό μου...ένα και για μένα" είπε η κουτσή και τσούλησε στη γραφείο
"Αχου μωδέ ΤΟ ΠΑΔΑΠΟΝΙΑΔΙΚΟ...πολλά βρε, πολλά θα πιουμε για σένα...και θα σε δώσω στο παρεάκι...θα πω για τη ζαρτιέρα και τη νέα μόδα "στηρίζω τον επίδεσμο".Έλα μωδε να του δώσω ένα φιλάκι...μον' τράβα τη γκαγκάνα σου, γιατί θα μου κάνεις κανένα σημάδι και πρέπει να μαι όμορφη σήμερα, πολύ όμορφη..."
"Όπα όπα, μικρό...τι γένιται...γκομενάκι μου μυρίζεται μεγαλοπεμπτιάτικα;"
"Δεν ξέρω...δεν ξέρω...θα φανεί" είπε με μυστήριο το καμάρι και αποχώρησε χαρωπή.¨

"Όπα του. όπα του... του παιδιού" μονολόγησε η κουτσή και ξανατσούλησε στην τρύπα της.

Μεγάλη Παρασκευή, βοήθειά μας ανέβηκε το καμάρι για τον πρωινό τον καφέ.
Η κουτσή άρχισε να ρωτάει για τους μεζέδες...τι άλλο και το καμάρι ναπαντάει για τον καιρό και το θαλασσινό αεράκι.
"Έλα μικρό...λέγε, πες τα όλα στη θεία Ρούλα...μη σε πιάσω στα χέρια μου"
"Τι να σου πω ρε αδέρφι...δε ξέρω...αλλά νομίζω ότι...ξαναερωτεύτηκα χτες το βράδυ...τον είδα και στον ύπνο μου το βράδυ, όνειρο καθαρό,μεγάλο...το θυμάμαι να εδώ το χω σου λέω" κι έβαλε το χέρι της στο πρόσωπό της μπροστά, το καμάρι

Βουρ βρε Λενιώ βουρ, καμάρι μου δεν τον είδες μπήκε...μπήκε στονειρο σου καμάρι μου
Αμήν γιαβρί μου...αμήν

Η γιαγιά, η Λέγκω


Get your own playlist at snapdrive.net!



Λέγκω τη λέγαν τη γιαγιά και κείνο και πολλά βράδια , πριν, αποκοιμιόταν σκεφτόμενοι τους άντρες της και κείνους που είχε και κείνους που έχασε, γιατί είχε γίνει ένα μαζί τους. Απ’ ανάγκη.

Γύρω στα εβδομήντα της κοιμήθηκε. Στα χέρια του ξανθού της.

Δεν ήξερε να παραπονιέται η Λέγκω, είχε κάτι πόνους τους είπε μετά, αλλά τα παιδιά είχαν τα δικά τους τις σκοτούρες τους, που να τους φορτώσει και με τους πόνους της, θα περνούσαν. Φορούσε και μαύρες κάλτσες χειμώνα καλοκαίρι τους γιατρούς δεν τους μπόραγε, όταν την πήγαν το κακό είχε προχωρήσει, πολύ.
«Λίγο νωρίτερα να τη φέρνατε θα το γλιτώναμε. Λυπάμαι.» τους είπε ο γιατρός
«Ντιπ, άχρηστη έγινα, σακάτισσα. Άντε να με πάρει να γλυτώσω και ‘γω και ‘σεις.» έλεγε του πατέρα.

Και κείνος για να ξεχάσουν και οι δυο το πόδι, της ξετύλιξε τη ζωή της, εκείνο το βράδυ.
«Πια να πάρει, ρε μάνα; Και τι θα τις κάνει τις βλάχες, αν σε πάρει, που θα γεμίσουν τον τόπο κουρίτσια;»

Είχε ειδικότητα η Λέγκω στις βλάχες.
Δεν τους τράταρε τον καφέ, μόνο τον έλεγε.
Ερχόταν οι βλάχες του μαχαλά με το φλυτζάνι κρυμμένο, κάτω απ’ το πεστιμάλι και το πεσκέσι τους φανερό, για τα ορφανά.
Όλα εν τάξει…και η Λέγκω πρόσφερε υπηρεσίες, περήφανα και οι βλάχες κάναν το καλό και το πουστοχώρι δεν ήξερε τίποτα.
Μετά το μεσημέρι, ο πατέρας χωνόταν στο κατώι, κάτω απ’ τον καλό τον οντά και απ’ τις σχισμές των σανιδιών, παρακολουθούσε την ιεροτελεστία.
Έμπαινε η βλάχα κι άφηνε το κάτιτις της, χωρίς μιλιά, μη θυμώσει η Λέγκω και σταματήσει να της λέει τα μελλούμενα.
Κι άρχισε και’λεγε η Λέγκω για τα κοπάδια και τα λιβάδια και τα τυριά. Για το τέλος άφηνε τις οδηγίες για τη γέννηση «πιδιού», στις φρεσκοπαντρεμένες.
«Με γεμάτο φεγγάρι και με παπούτσια, τα καλά όχι τα τσουράπια» ήταν οι οδηγίες και κρυφογελούσαν οι κόρες κι ο πατέρας απ’ το κατώι απορούσε.

«Αχ, πάν οι βλάχες, πάει και το ποδάρι, παιδί μου, άστα να με πάρει να κάτσω και ‘γω μια φορά ψηλά.»

Και με το ψηλά ο πατέρας θυμήθηκε τον παππα-Γόλη.
«Κι ο αξάδερφος σου, μάνα ο παπα-Γόλης, άμα ορεχτεί κανά μεζέ από ποιον θα τον ζητήσει;»

Τα κατάφερε ο πατέρας, γέλασε η Λέγκω.
«Α, τον αθεόφοβο που ‘θελε να το κόψω ζωντανό το γουρούνι…να από δω Λέγκω, λίγο, απ’ τα μπόσκα θα κόψουμε, θα την κάνουμε την τηγανιά. Ζωντανό είναι, δεν καταλαβαίνουν αυτά. Μες στο σπίτι το μεγαλώναμε…δεν καταλαβαίνουν αυτά…γίνεται βρε, τράγο…Θε μου σχώρα με.»

Συννέφιασε η Λέγκω.
«Κακό πράμα η πείνα, τι τραβήξαμε . Γι’ αυτό σου λέω…»
«Κι ο νοματάρχης, ρε μάνα; Αν έρθει και ρωτήσει γιατί δε βάλαμε σημαία τι θα του πούμε;»

Τα κατάφερε ξανά. Δεν ήταν πρώτη φορά που ήταν ανταριασμένη η Λέγκω.
«Να του πεις ότι δε βάλαμε σημαία, για δεν είχαμε. Ρούχα δεν είχαμε τι σημαίες και πράσιν’ άλογα κυρ- νοματάρχη μου, παντελονάκια για τα παιδιά την έκανα τη σημαία. Ντροπή κυρ- νοματάρχη μου, αλλά τι να κάνουμε, για τα παιδιά.»
« Άσε, τώρα ξανθό μου και το νοματάρχη και τον παππα-Γόλη και τις βλάχες, περσινά ξινά σταφύλια. Σύρε και φέρε μου την τσάντα της πεθεράς σου, της δασκάλας, που μου ‘στειλες. Κάτι έχετε ξεχάσει μέσα να στο δώσω, μην το’χω βάρος.»

Πήγε ο πατέρας. Το’χε αποφασίσει η Λέγκω να φύγει.

Άνοιξε την τσάντα και την επέστρεψε.
«Χαλάλι, βρε μάνα δικιά σου είναι. Να τη δώσεις στο πρώτο εγγόνι σου που θα στεφανωθεί, να τη δώσεις χαλάλι, εμένα με το στανιό μου την έδωσε η συγχωρεμένη. Δικιά σου είναι, μαζί με την τσάντα, να πιάσουν τόπο.»

Του χαμογέλασε η Λέγκω και του κράτησε το χέρι.
«Να κοιμηθώ τώρα μπιοκ μο, καλό. Να ξεκουραστώ.» του ‘πε η μάνα.

Παρασκευή, 25 Απριλίου 2008

Η μάνα





Γιατί, η μαμά ετών 37, έδειξε το δρόμο και την άλλη πλευρά του νομίσματος
Για σας όλες κόρες, που δε φοβηθήκατε τους κακούς...και για όσες φορές βιάστηκα να μιλήσω


-Είναι… κανένας εύκαιρος να μου βάλει…… κανένα χέρι;
- (σιγή απ’ την άλλη μεριά του τηλεφώνου)… Εύκαιρος; Να… Σου… ΒΑΛΕΙ ΚΑΝΕΝΑ ΧΕΡΙ;… επαναλαμβάνει το στερνοπούλι και κοιταζόμαστε, γελώντας, πνιχτά και οι τρεις.
Καμία ανταπόκριση, αναμονή και σιγή.
- Μαμά… μάλλον εννοείς… αν μπορεί, κάποιος από τους τρεις μας… να σε βοηθήσει, λέει η μικρή, κάνοντας νόημα σε μας να σταματήσουμε τα γέλια και προσπαθώντας και η ίδια να συγκρατήσει τα δικά της.
- Ναι, ναι μωρέ, εξυπνάδες! 100 η αλεπού τα αλεπουδάκια 105 και θα μας μάθουν κι ελληνικά, τώρα στα γεράματα. Ας έρθει κάποιος να βοηθήσει και πνίγομαι.
Η στιχομυθία τελειώνει με το σύνηθες «γκρακ» του τηλεφώνου και τα αποτυπώματά του, στη μάπα τού, ως πριν, λίγο, συνομιλητή.

Μάνα σε κατάσταση, αλλοίμονο, εν δυνάμει εξάρτησης. Λύκος….μοναχός, από παιδί, με σβέρκο παχύ, όπως όλοι οι λύκοι που τη δλειά τους την κάνουν, μονάχοι. Και την ώρα της δυνητικής εξάρτησης, πανικός. Χάνουμε το σβέρκο και τον έλεγχο και τον μπούσουλα μαζί. Και τα ελληνικά μας και το χιούμορ μας και τα αυγά και τα πασχάλια!
Γέλια τραντάζουν τον πρώτο του πύργου. Γέλια, μέχρι δακρύων συνοδευμένα από την πολλαπλή επανάληψη της φράσης κλειδί.
«Χέρι, χέρι…αμέσως, εγώ στην αγάπη μου. Εγώ ο άντρας του σπιτιού», λέει ο αδερφός μας και ανεβαίνει στις πολεμίστρες.
… Χέρια ανεμιστήρες, απ’ την άλλη, με φρύδια σε ανοδική τάση και χείλια σφιγμένα να απορούν… οι εναπομένουσες αδερφές «Τατά».
-Τι ακούμε οι γυναίκες;
- Έλα, μωρέ, χιούμορ, χιούμορ…έκανε
Απλά, ήμασταν «γελαδεροί» στον πύργο, που λένε και στο πουστοχώρι. Τον Οιδίποδα, ούτε ακουστά δεν τον είχαμε…

Λύκος, λοιπόν η μάνα. Γερόλυκος πια, αρματωμένος, με την «Μπρέντα» στο χέρι, έτοιμη να κλείσει όλες τις παλιές πληγές. Έτοιμη να το τελειώσει το κακό. Το παλιό κακό… αυτό που έφερε και το νέο.

Λύκος από παιδί, μονάχη από τα τρία.
Στο σπίτι του νονού της, ένα σπίτι στα προσφυγικά, δίπλα στο σπίτι των, για λίγο, γονιών της και των τριών αδερφών της. Κάτι σαν όλοι μαζί κι ο ψωριάρης χώρια. Τον πήρε, το παιδί το μουτζούρη, από τα τρία… Και νόμιζε, παιχνίδι ήταν… Για λίγο θα ΄ναι. Θα με ξαναπάρουν. Δίπλα είναι, μια πόρτα δεν έφυγαν. Τους έβλεπε, τους άκουγε…
«Αυτοί, όμως δε με βλέπουν, δε μ’ακούν; Τους φωνάζω. Όχι, όχι, μονάχη το παιχνίδι, μαζί, είμαι μικρή… Είμαι μικρή. Πρέπει να φωνάξω πιο δυνατά, πιο δυνατά…ΓΙΑΤΙ;»
Κι όσο προσπαθούσε να φωνάξει πιο δυνατά το λυκάκι, τόσο η φωνή του δεν έβγαινε, πνιγόταν και το ‘πιάναν τα κλάματα.
Και κουράστηκε να προσπαθεί να φωνάξει πιο δυνατά και κατάλαβε ότι, οι άλλοι, δεν παίζουν. Δεν παίζουν τον μουτζούρη. Τη βάφτισαν, χωρίς να τη ρωτήσουν και τα φοβήθηκε τα χαρτιά και το παιχνίδι.

Κι άρχισε να κάθεται με το σοφό, μεγάλο νονό της και να τον ακούει. Μόνο να τον ακούει, μιλιά ντιπ. Να τον ακούει, να της λέει παραμύθια. Για τον Οδυσσέα, για τον Ηρακλή, για την Τροία, για θεριά, για τέρατα, για μάχες, για θάρρος, για νοσταλγία, για αγάπη. Δίπλα στη σόμπα, άκουγε και σώπαινε… και φανταζόταν το παιχνίδι.
Μόνο καμιά φορά, όταν τους έβλεπε από το παράθυρο να περνούν έξω απ’ την αυλή, θυμόταν το παιχνίδι κι εκείνο το ΓΙΑΤΙ;, ξαναπεταγόταν, ανέβαινε στο λαιμό και το ‘πνιγε το λυκάκι. Και προσπαθούσε να το καταπιεί, μα αυτό εκεί. Ξανανέβαινε…Και ήταν στυφό. Στυφό και πικρό.

Και άρχισε να τρώει, το λυκάκι, για να το σπρώξει να πάει παρακάτω. Γλυκά για να το γλυκάνει. Κοιτούσε απ’ το παράθυρο, έτρωγε, γλυκά κι άκουγε.

Και μαζί με τα παραμύθια του νονού, άκουγε και τα «εξ αμάξης», απ’ τη δασκαλίτσα την πεθερά του.
Δεν τη φώναζε, ποτέ με το βαφτιστικό της. Ή ανώνυμη κλήση ή με το πατρικό της επίθετο και τη γλυκιά, της εποχής, κατάληξη «-αινα». Με «μωρή» ή χωρίς «μωρή», ανάλογα τα κέφια.

Λαλίστατη η γιαγιά, γεμάτη η ίδια, σκασμένη από τη δασκαλίστικη σοφία της, ταγμένη να σκάει κόσμο. Ταγμένη στον καβγά.
Τι «Όποιος, τη νύχτα περπατεί ή μοιχεύει ή πορνεύει ή σκοτωμό γυρεύει», τι «Εμ, σε πήραμε, εμ, ζαχαροπλαστείο πρέπει ν’ ανοίξουμε, το φαί μας σου ξινίζει, μωρή –αινα;», τι «Παστρικιές τις έλεγε η μάνα μου όσες ζητάν συνέχεια να κάνουν μπάνιο», τι «άρμεγε και κούρευε, χέζε και δεμάτιαζε», ακούραστη η δασκαλίτσα και ευφάνταστη.

Όλους τους έπαιρνε η μπάλα και πρώτη απ’ όλους, μαζί με το λυκάκι και την κόρη της.
Όμορφη και τσαχπίνα η κόρη, εν αντιθέσει με τη δασκαλίτσα, μικρότερη κατά, πάρα, πολύ από τον νουνό. Φευγάτη, μονίμως στις γειτονιές. Ήθελε η κόρη… ήθελε να κάνει πολλά. Ένα φουστάνι ήθελε να πάρει, ποιος είδε το θεό και δεν το φοβήθηκε, τα μαλλιά της ήθελε να βάψει, ποιος είδε τη δασκαλίτσα και δε τη φοβήθηκε, ένα καφέ να πάει να πιει…Ποιος είδε το νουνό; Άφαντος, Θεός σχωρές τον, ο νουνός, από τις συρράξεις και εν γένει από τις πράξεις. Χωμένος στα βιβλία του…και το λυκάκι στο παράθυρο.

Να κοιτάει έξω για να μη βλέπει τα μέσα. Τη θόλωναν οι καβγάδες, την εξαφάνιζαν κι ήταν καλύτερα. Δεν έβλεπε, ούτε άκουγε, μόνο κοιτούσε έξω. Μα δεν έβγαινε. Έξω είχε κρύο. Από μικρή είχε πόδια και χέρια παγωμένα, μονίμως. Δεν τ’ άντεχε το κρύο. Κρύο και συναπαντήματα έξω. Πάλι θα φώναζε και δε θα την άκουγαν. Το ‘χε πάρει απόφαση πια.

Ώσπου μια μέρα, Τετάρτη δημοτικού το λυκάκι, γυρνώντας από το σχολείο, έβγαλε τα ρούχα του να βάλει το νυχτικό του. Σήκωσε τη μπλούζα του και είδε τη στρουμπουλή κοιλιά του…Ριγέ, ασπρόμαυρη. Το άσπρο το ήξερε, σαν το πρόσωπο της, σαν το χέρι της, σαν το μπράτσο της, σαν τη μασχάλη…όχι και ‘κει αυτό το μαύρο πράγμα… και ανάμεσα στα δάχτυλα… και στον αφαλό… και στο λαιμό της. Άρχισε να τρίβετε το λυκάκι, δυνατά να φύγει αυτό το μαύρο πράμα. Και πονούσε και κοκκίνιζε κι έτριβε. Κι αυτό μύριζε.

«Δες πώς είμαι. Δες πως έγινα. Είμαι βρώμικη. Πολύ βρώμικη. Άσε με να κάνω μπάνιο. Θέλω να καθαρίσω. Θέλω να κάνω μπάνιο. Θέλω να ‘μαι παστρικιά.» κραύγασε το λυκάκι, δείχνοντας πρώτη φορά νύχια και δόντια στη δασκαλίτσα, σαν λύκος σωστός.

Δεν της είπε τίποτα. Να μην ακούσει η γειτονιά. Της έφταναν τα μουρμουρίσματα για την κόρη της. Όχι και για την …εγγονή, τρόπος του λέγειν. Άναψε το καζάνι και τη σόμπα. Την έλουσε, την έτριψε με μπόλικο νερό και μοσχοσάπουνο, για ώρα πολύ, χωρίς κουβέντα. Την πήγε κοντά στη φωτιά. Τη σκούπισε, την έτριψε με κολόνια, παιδική, λεμόνι. Της χτένισε τα μαλλιά. Χαλάρωσε η μάνα. Κοιμήθηκε, ήσυχα, βαθιά, μέχρι το άλλο πρωί.

Την άλλη μέρα, το απόγευμα, Σαββάτο ήταν, ήρθε η κυρά-Βασιλική, η Αρμένισσα, από δίπλα με τα φρέσκα τα σπόρια να την πάρει, τη μάνα, για το καθιερωμένο τους σινεμά. Μια φορά τις δεκαπέντε που άλλαζε το έργο την έπαιρνε η κυρά- Βασιλική και πήγαιναν. Κοντά ήταν, με τα πόδια. Το διασκέδαζαν και οι δύο.
«Κάθε, Σαββάτο, κοπέλα μου το πρωί, εγώ πάω στο χαμάμ, στην πόλη και κάνω το μπάνιο μου. Να ’ρχεσαι να πηγαίνουμε, μαζί. Θα παίρνουμε το αστικό, θα κατεβαίνουμε κάτω, θα κάνουμε και τη βόλτα μας. Είναι ωραία, σαν εκδρομή, θα δεις.»

Ευτυχώς, η γειτονιά άκουσε και η μάνα άρχισε τις εκδρομές στο κέντρο και τις επισκέψεις στον «παράδεισο».
«Παράδεισος», μας έλεγε, από μικρά, όποτε το θυμόταν. « Άσπρα μάρμαρα, καθαρά, ζεστά νερά, ατμοί, μυρωδιές παντού. Ζεστές πετσέτες, μασάζ, λάδια αρωματικά…αγαλλίαση. Δεν το χωράν τα λόγια. Κρίμα που δεν το ζήσατε.» Κι όταν ξετσουμίσαμε, μπορούσε να μας το περιγράψει, καλύτερα… «Σαν το γλυκό μυστήριο της ζωής κορίτσια. Απόλαυση!»

Χαμάμ στο χαμάμ, σινεμά στο σινεμά, σπόρι στο σπόρι και καυγά στον καυγά μεγάλωσε το λυκάκι. Πήγε στο Γυμνάσιο και από ‘κει στη Σχολή των Λογιστάδων.

Ήταν μανούλα στους αριθμούς. Όσο κακή ήταν στα λόγια, τόσο τα πήγαινε καλά με τους αριθμούς. Ξεκάθαρα ήταν τα πράματα με τους αριθμούς. 1+1 κάνουν 2. Τίποτε άλλο. Όχι, σε άφησα, για λίγο, μπορεί και όχι. Όχι, δε σε έδιωξα…σε άφησα, γιατί δε μπορούσα να σε μεγαλώσω. Όχι, δε σ’ άκουγα, γιατί είχα άλλα τρία ν’ ακούσω. Ένα μόνιμο μπέρδεμα με τις λέξεις. 1+1 δεν ‘κάναν ποτέ 2. Οτιδήποτε άλλο, εκτός από 2 έκαναν. Κι όποιον πάρει ο Χάρος. Κι όποιος κατάλαβε, κατάλαβε.

Τους ξεχώρισε, η μάνα, τους αριθμούς από το δημοτικό, τους έμαθε εύκολα, τους ερωτεύθηκε. Κι αυτοί , ανταποκρίθηκαν. Της δόθηκαν, δεν την πρόδιδαν, τα κατάφερνε. Κι όσο τα κατάφερνε μαζί τους, τόσο την κανάκευαν και τη χάιδευαν. Κι αυτή ανταπέδιδε…έπαιζε.

Κι άρχισαν να την κανακεύουν και στη σχολή. Αριστεία, τιμές… στο σπίτι ο νονός, η κυρά Βασιλική, μέχρι και η δασκαλίτσα.
«Που το ‘χες κρυμμένο τόσο μυαλό, βρε –αινα; Πού να το φανταστώ η δασκάλα, κουβέντα δε μας χάριζες, τόσα χρόνια. Τώρα να δω που θα φτάσει η μύτη σου, που θα μας γίνεις και λογίστρια. Τι έχουν να δουν τα μάτια μου ακόμα;»… σαν κανάκεμα η δασκαλίτσα. Με τον τρόπο του ο καθένας.

Πήρε τα πάνω της η μάνα κι ευχαριστήθηκε το λυκάκι. Ξεθόλωσε γλύκανε, ομόρφυνε. Φεγγάρεψε το πρόσωπό της. Τα κατάφερνε, μονάχη.
Τελείωσε τη σχολή με διάκριση. Της βρήκε, ο διευθυντής της, τη δουλειά. Αμέσως, μετά την αποφοίτηση. 17 χρονών ήταν. Την έστειλε περήφανος.

Εκεί με το σκούρο μπλε της ταγιέρ, το δετό παπούτσι και τον κότσο της έλαβε την πρώτη μπιζουτιέρα της. Με τριαντάφυλλα.




Πέμπτη, 24 Απριλίου 2008

Σταθερή αξία!



Να και το αγγλικό μαζί με το τσουρέκι, τ' αυγά και το βισκάκι...
Καλή Ανάσταση συνκολυμβητές!

Άς στο διάλο είπ’ η μάνα…τι άλλο… και πήγε να βάψει τ’αυγά και να φκιάσει τα τσουρέκια


Ήρθε πρωί. Χτύπησε το κουδούνι πρώτα, λίγο… ίσα νακουστεί το γαμωκουδούνι. Τι το χτυπάς ρε, μάνα αφού ξέρεις δε μπορώ να σηκωθώ, τι το χτυπάς και μου το θυμίζεις; Κλειδιά έχεις, άνοιξε και μπες, ποιος να σου πει όχι;

-Έλα, μπες βρε μαμά, μη χτυπάς άλλο
-Ξέχασα μωρέ, ξέχασα να σου πω δε θαρθει, χτες
-Ποιος μαμά, τι ξεχασες…ποιος δε θαρθει;
-Το κορίτσι, μωρέ της Αφροδίτης για την ένεση
-Ήρθαν, ήρθαν μην ανησυχείς, πριν λίγο έφυγε…μου έκανε την ένεση

-Τι έγινε αυτό, πάλι έπεσε…και συ δεν είπες… είπες χαλαρά κάντο…πες σφιχτά…πιο σφιχτά
-Ποιο μαμά, ποιο έπεσε…τι δεν είπα;
- Για τον επίδεσμο, ρε παιδί μου λέω…δεν είπες πιο σφιχτά και πάλι έπεσε
-Δεν πειράζει ρε μάνα θα τον ξαναβάλουμε, έλα

- Μα δεν κάνει να πέφτει, το χρειάζεσαι για το γόνατο όχι για τον αστράγαλο…πες πως…πες πιο σφιχτά
-Πώς να πω πώς ρε μάνα, πώς να πω πόσο πιο σφιχτά, πώς να σου πω πόσο…θα πέσει θα το ξαναδέσουμε θα το βρούμε το πιο σφιχτά
-Μα δεν κάνει να πέφτει…πες πόσο…πως λέει ο πατέρας σου για τον μπακλαβά…πόσο γλυκός είναι, αφού λέει ο άνθρωπος πολύ, πολύ γλυκός είναι το ξέρει, αφού είδι έναν πότρωγι…ίσύ δεν ίδις…δεν ίδις το γιατρό που το βαλε…πες πόσο!

-Έλα, βρε μαμά τύλιγε κι ας πέσει, εξάλλου σαν να μη το χρειάζομαι σήμερα, δε με πονάει καθόλου ούτε το κάψιμο το χτεσινό δε νοιώθω, δε το αισθάνομαι
-Ε… ντιπ αναίσθητη μια ζωή… τώρα;

-Ωραία βρε…άλλο νέο… τσουρέκια θα φτιάξουμε σήμερα;
-Άσε με μη με συγχίζεις…ας το διάολό όλοι τους…ακούς εκεί 3 ευρώ για τρία κιλά τσουρέκια…για ένα φακελάκι κακκουλέ κι ένα μαχλέπι, ένα χιλιάρικο.15 χρόνια έκανα τσουρέκια με τα χύμα μυρωδικά που χα πάρει, το να σε σκόνη το άλλο καρυδάκι, η σκόνη εξατμίζεται…φεύγει η μυρωδιά της, ενώ το καρυδάκι, όταν το τρίβεις εκείνη την ώρα, μυρίζει πιο πολύ. 15 χρόνια τσουρέκια…τους απατεώνες βαρέθηκα, άκου ένα χιλιάρικο…4 κιλά τα Χριστούγεννα και 4 το Πάσχα, κάθε χρόνο…ενδιάμεσα ποτέ δεν έκανα…στις γιορτές πρέπει να μυρίζει το σπίτι…βαρέθηκα, κουράστηκα…πονάει και η πλάτη μου απ’το πρωί…κι είναι και τ’αυγά…
-Ας τα ρε μάνα τ’αυγά σήμερα…αύριο…όχι όλα μαζί
-Δε γίνεται αύριο…αύριο έχει άλλα, μαζί πρέπει…σήμερα…ακούς εκεί ένα χιλιάρικο δυο φακελάκια;

-Και πόσο τα είχες αγοράσει τα χύμα τα μυρωδικά;
-Τίποτα μωρε…κανά κατοστάρικο…άντε 150…4 και 4 κιλά κάθε χρόνο, 8 επί 15 χρόνια…120 κιλά τσουρέκια…και τώρα ας στο διάλο…και με πήρε και η άλλη πρωί πρωί να μου ευχηθεί η ακατανόμαστη…αλλά της το ‘πα αυτή τη φορά…μην ξαναπάρεις τηλέφωνο, δε θέλω, καταλαβαίνεις…το πουστοχώρι σας που λέει κι ο πατέρας σας…αυτό δεν το ‘πα…το ‘πα από μέσα μου, μεγαλοβδομαδιάτικα. Κατάλαβες η θεούσα θέλει να συγχωρεθεί μεγαλοβδομαδιάτικα και παίρνει να ευχηθεί…δε θέλω βρε παιδί μου, καταλαβαίνεις δε θέλω κανένα…
- Εντάξει βρε μάνα, της το πες καλά έκανες… δε θα ξαναπάρει

-Σιγά μην ακούει…σαν τ’αλλά τα δυο που ήρθανε χτες το βράδυ και με πρήξανε…μην κάνεις το ΄να και μην κάνεις το άλλο…και τι τα θες δυο φαγητά…και γαρίδες και αγκινάρες…τι τις θες τις αγκινάρες, τόση ώρα καθάρισμα…Ας στο διαλο, αλεπουδάκια και πότε θα τις φάμε τις αγκινάρες, τώρα είναι η ώρα τους…κι οχτώ νοματαίοι ποιος θα πρωτοφάει μ’ένα φαγητό
- Τι οχτώ βρε μάνα ποιοι οχτώ, έξι είμαστε

-Καλά καλά και συ εξυπνάδες… τι έξι τι οχτώ το ίδιο είναι ένα φαί δε φτάνει
-Άστα βρε μάνα, όχι όλα μαζί
-Ναι, ναι άστα βρε μάνα, πιάστα ρε μάνα να λες…πάω πάω να κάνω τα τσουρέκια…τ’αυγά έτοιμα τα χω…εσάς περίμενα να μου πείτε πότε θα τα βάψω τ’αυγά…εντάψει; που λέει και το μικρό
-Εντάψει, μαμά

-Τα φάρμακα σου τα πήρες ή τα ξέχασες πάλι αλαφροίσκιωτη;
-Τα πήρα, ρε μάνα…εδώ τα ‘χω μπροστά στη μάπα μου…τα πήρα
-Τα πήρες και συ…έχουμε πήξει στο φάρμακο εδώ μέσα άλλα εγώ, άλλα ο πατέρας σου, άλλα εσύ…άντε να δούμε… ας στο διάολο…φεύγω…το βράδυ θα κάνω σπανακόρυζο…θα σας φέρω
ΓΚΡΑΠ! Έκλεισε η πόρτα!

Γι αυτό σας λέω αδέρφια, άμα η θολούρα είναι οικογενειακή υπόθεση, άμα είναι στα σταγονίδια την ετσακώνει όλη ο πρωτότοκος κι άμα είναι τυχερός την εμοιράζει, άμα δεν είναι…
…Γέλια πολλά είχε ο θολός διάλογος…δεν τα ‘βαλα…ελεύθερα παιδούδια όπου θέτε τα βάζετε!




Μυστήριο κανένα...μόνο θολούρα πηχτή

http://www.youtube.com/watch?v=cki_gN-pTE0&feature=related

Και το πε ο άνθρωπος...μηχάνευμα το είπε και νεανίευμα και που πας ρε είπε και συ κοτογουρούνα στρουμπουλή...εσύ άκουσες είπες. Σκατά στα μούτρα σου άκουσες και κατάλαβες κι έκανες και συνδέσεις, τρομάρα σου κι έψαξες το διακύβευμα, αφού ταιριάζει η κατάληξη αυτό θα λέει...εύκολες συνδέσεις, γρήγορες κι εντυπωσιάστηκες που το βρήκες και το τσάκωσες με τη μία έξυπνη κλώσσα...και πάλι δε θυμόσουν τι θα πει, σούργελο...χρόνια ολόκληρα να σου λένε και συ να ρωτάς πάλι...και δε ρώτησες...είπαμε θράσσος το χεις, αλλά όχι τόσο...και το ψαξες ρισκο λέει και σάρεσε τζογαδόρα...τρέξαν τα σάλια σου,ρίσκο εύκολο κρυμμένο, ανώδυνο, απλήρωτο, ότι θες λες ότι θες ακούς σ'ότι θες απαντάς...ότι θες, πάντα αυτό δεν ήθελες...θέλω θέλω θέλω,αχόρταγη κι άλλο!
To ΣΥΝΟΘΎΛΕΥΜΑ,κοτογουρουνούλα...κι αυτό ταιριάζει, γιατί δεν το ψαξες το συνοθύλευμα;
Και τώρα;Καημενούλα κοτογουρουνούλα, και τώρα που ρθηώρα να χορέψεις;
Σύρσου, ξέρεις εσύ, αφού αυτό το μπορείς, και σφεντονούλες μπορείς να ετοιμάσεις να τις ζωγραφίσεις, να τις πουλήσεις με τα καραβάκια τους και τους γλάρους τους και τις δάφνες και τις πασχαλίτσες σου
Κι όλοι είναι δω, κοντά μαζί, έτοιμοι να δώσουν να σε πιάσουν μ'αγωνία,για ώρα, με φόβο αμίλητοι απ' τη μέση απτο χέρι απτον ώμο απτο λαιμό...κι όλες οι πόρτες ανοιχτές και μερικές βγαλμένες κι ακουμπισμένες δίπλα να τις βλέπεις, για να χωρέσεις και συ να μη χωράς ακόμα
Κι ο ένας να λέει κι ο άλλος να ρωτάει κι ο άλλος να στηρίζει κι ο άλλος να τηλεφωνεί για να ευχηθεί. Το ξένο κορίτσι που το δες δυο φορές μόνο και να σου λέει πως είσαι και συ να την αρπάζεις απ' τα μούτρα και να της λες κάτσε κι άκου τώρα θα σου πω θα σου εξομολογηθώ, θες δε θες...τιν τούτο βρε σούργελο τι θες δε θες, που θα τα βάλεις τα δώρα, που θα τα χωρέσεις, άπληστη

Χώρο θέλω, χώρο Λιτσόνι κι εκδρομή, αέρα θέλω





Θα μου πεις ένα..ένα μόνο νακούσω
Τι να χει, τι θέλεις

Να χει θάλασσα
και γλάρους
και άλογα
και δρόμο δροσερό κιαεράκι να χει

και ήλιο και ζέστη και ιδρώτα ναχει

κι αστέρια, μικρά για τις μικρές ευχές και μεγάλα για τις μεγάλες
και φωτιά ναχει

Και ρακέτες ναχει
Ρακέτες;
Ναι, ναι και ρακέτες στην άμμο ναχει

Αλήθεια θαναι;
...
Ε;αλήθεια θαναι;
Οχι...όχι δε θαναι αλήθεια, δε θαναι...αλλά τουλάχιστον,
δε θαναι ψεμματα

Πες...πες ένα, ένα μόνο



Είχε ο γάιδαρος σαμάρι και πατούσε στο φεγγάρι
μ΄'ενα πόδι ο αστροναύτης μαύρο κι ασημί

κι όπως έπεφτε ησυχία ξαφνικά στην επαρχία
έναστέρι έπεσε στη γη

με το Φώτη του μπακάλη
το Φανούρη του παππά
Ηρακλή και Αχιλλέα
κι ένα αμίλητο Θωμά

Και φυγε για την Αθήνα όμορφη σαν ελαφίνα
αγκαλιά με κάποιον άλλον μάνα μου η Ζωή

Κιέκλαψα πολύ για κεινα τα φιλιά
που ποτέ δε σουχα δώσει άδεια μου αγκαλιά

Ο πατέρας 5


Να σαι καλά βρε Αντώνη την έκανες και γέλασε τη θεία Ρούλα!



Δεκαπέντε χρόνια μετά και αφού είχαν κάνει με τη φρεγάτα δυο παιδιά και τον πύργο, συναντήθηκε με τον Παναγιώτη. Τον είχε πεθυμήσει, ήθελε να τον δει, να τον ρωτήσει για τ’ όνειρο... Του τηλεφώνησε. Τον προσκάλεσε σ’ ένα κουτούκι του κέντρου που πήγαινε, με καλό μπρούσκο και ωραίες καντάδες. Ο πατέρας Ιωσήφ δέχτηκε, με δισταγμό… για το χατήρι του. Είχε χειροτονηθεί, ήταν πρωτοσύγκελος στη Μητρόπολη.

Και, αφού θυμήθηκαν τα παλιά... είκοσι χρόνια μακριά, είπαν και τα νέα, το μπρούσκο και οι καντάδες πήραν το λόγο. Και ο πατέρας άρχισε να ρωτά.

-Πες μου, φίλε μου Ιωσήφ, γιατί νομίζω πως δεν καταλαβαίνω. Έπλασε ο Πανάγαθος, λέν’ οι Γραφές, τα ζώα «καλώς». Μετά αποφάσισε να πλάσει τον άνθρωπο. Και τον έπλασε «λίαν καλώς» μεγάλη η χάρη του και κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση του. Σωστά μέχρις εδώ;
Συγκατάνευσε ο πατέρας Ιωσήφ, ευχαριστημένος. Ο φίλος του μπορεί να είχε αρνηθεί τ’ όνειρο, αλλά δεν το ‘χε ξεχάσει.

-Και πως γίνεται, ευλογημένε, εσείς οι Δεσποτάδες να μας λέτε «Δούλους του Θεού», όταν μας παντρεύετε και ποίμνιο, όταν μας κηρύττετε το θείο λόγο του. Πώς από το «λίαν καλώς», πήγαμε στο δούλος και πίσω στο «καλώς», μαζί με τα πρόβατα;
Ο πάτερ συννέφιασε. Του είπε ότι αμαρτάνει. Ότι έχει απομακρυνθεί. Και του εξήγησε, με στωικότητα, για ώρα. Για τον νόμο, για το γράμμα, για το δόγμα. Ο πατέρας τον άκουσε με διάθεση να καταλάβει, με υπομονή… αλλά πάλι δεν καταλάβαινε.

- Αγαπημένε μου φίλε, έρχομαι εδώ, στο κουτούκι και γλυκαίνει η καρδιά μου. Με το κρασάκι, τη φρεγάτα μου, την καλή παρέα και τις καντάδες αγαλλιάζει η ψυχή μου. Είναι σαν τότε, που ψάλλαμε το «Γλυκύ μου Έαρ». Είναι απ’ την, τόσων χρόνων… αποτοξίνωση ή απ’ την αρτηριοσκλήρωση;
- Αρτηριοσκλήρωση, φίλε μου. Αρτηριοσκλήρωση και βαριάς μορφής, απάντησε ο πάτερ, γρήγορα, χωρίς σκέψη, χωρίς έλεος.
- Στάσου, βρε Ιωσήφ, μη με αποπαίρνεις, άκουσέ με. Σου ανοίγω την καρδιά μου.
Ο πάτερ, τίποτα. Άρχισε να μιλάει ακατάπαυστα. Αυστηρά, τώρα. Για το καλό και το κακό, το δέον, για τις γραφές, τους αποστόλους, τον Παύλο, την ιδέα, τους αγώνες…Οπαδός ο πάτερ, φανατικός… του θύμισε τους Παοκτσήδες στο καφενείο, ήμαρτον Θέ μου.

Αχ, βρε, Παναγιώτη, τι το κάναμε το ρημάδι τ’ όνειρο;

Ο πατέρας άκουγε όλο και με λιγότερο υπομονή. Δεν μπορούσε να πιαστεί από πουθενά. Από κανένα λόγο του. Λόγος αυστηρός, ξύλινος, μακρινός, ερχόταν κάπου από ψηλά και ακουγόταν όλο και λιγότερο. Σε λίγο ο πάτερ, μόνο τα χείλια κουνούσε, φωνή δεν άκουγε ο πατέρας.
Ξαφνικά, άκουσε τη φωνή της μάνας. Τον επισκεπτόταν στα δύσκολα. «Αχ, παιδάκι μου κάθετι αψηλά… δε σου λεγα;»

Βάλσαμο ο λόγος της μάνας. Κιβωτός ευλογημένη…
Ξύπνησε το ορεσίβιο στον πατέρα. Είχε κουραστεί κι ο πάτερ. Του άρπαξε τη μπάλα.

«Θα σου πω μια ιστορία Παναγιώτη, θκιά μας των ανθρώπων. Είναι συνάμα και σοβαρή και αστεία. Σχώρα με, από τώρα, αν σε στεναχωρήσω.»
Και του πε, του πάτερ για το Θεολόγη, το φίλο του το μαραγκό.

«Πριν έξι μήνες, ο Θεολόγης, άρχισε να μου παραπονιέται για έναν πόνο στο στήθος. Σαν και μένα, φοβόταν τους γιατρούς και δεν πήγαινε. Μαζί λέγαμε για τους πόνους μας. Τέλος πάντων ο πόνος επέμενε και χειροτέρευε. Τον έπεισα να πάει στο γιατρό. Καρκίνο του είπε και σε προχωρημένο στάδιο. Ζαλίστηκε ο Θεολόγης. Σταμάτησε το τσιγάρο και να ‘ρχεται στο μαγαζί. Πήγα μια μέρα να τον δω στο σπίτι. Έβλεπε ειδήσεις… φοβισμένος, μαζί με τη γυναίκα του τη Μαρία. Καλό κορίτσι της εκκλησίας. Του στάθηκε πολύ.

«Είπαμε με τη Μαρία, να πάω στο Όρος, να εξομολογηθώ, να αλαφρύνει η καρδιά μου» μου είπε. «Φεύγω αύριο. Σε δυο μέρες , αν θέλει ο Θεός θα ‘μαι πίσω. Θα ‘ρθω να σου πω.»

Ο Θεολόγης στο Όρος να εξομολογηθεί; Σκεφτόμουν πηγαίνοντας στο σπίτι. Τι να εξομολογηθεί, ούτε μυρμήγκι δεν πείραζε. Όλοι οι μαστόροι σ’ αυτόν πήγαιναν για δανεικά. Μα πολλά, μα λίγα, ότι είχε όλα τα ‘δινε. Όχι από τους δυο τον ένα, αλλά από τους δυο και τους δυο… έδινε. Και ποτέ δεν τους ζητούσε πίσω.

Με την εκκλησία δεν τα πήγαινε, βέβαια, πολύ καλά από παιδί. Είχαν ένα τραγόπαπα στο χωριό που όλο τους μάλωνε και τους έσκιζε τις μπάλες και αντί να βλέπει το Θεό και την εκκλησιά του, έβλεπε και κάρφωνε τους «κομουνιστοσυμμορίτες». Ο πατέρας του Θεολόγη ήταν «ένας από δαύτους».
Τέλος πάντων πονεμένος ήταν τώρα, φοβισμένος, βαριά η καρδιά του. Τον έπεισε, φαίνεται και η Μαρία, το αποφάσισε. «Να ‘ναι ευλογημένο είπα με το νου μου. Καλό θα του κάνει.»

Ο πατέρας Ιωσήφ τον άκουγε, με συναισθήματα ανάμεικτα. Μια περηφάνια για «το απολλωλός» και «την επιστροφή του». Μια τσίτωμα για «τον τραγόπαππα» και «τους κομουνιστοσυμμορίτες». Πάντως τον άκουγε τον πατέρα, με προσοχή.

«Ήρθε στο μαγαζί, όντως, με τη βοήθεια του Θεού, δυο μέρες μετά. Τον αγκάλιασα. Μου φάνηκε, καλά. Ο παλιός, καλός Θεολόγης, μ’ εκείνο το παιδικό, πονηρό χαμόγελο, πριν ή μετά την σκανταλιά.

«Κάτσε, φίλε να σου πω» Άναψε τσιγάρο κι άρχισε…
«Πήγα, λοιπόν ο αθεόφοβος, στο μοναστήρι. Με φίλεψαν, με κοίμησαν. Να ναι καλά οι παππούληδες μ’ ‘κάναν όλα τα χρέα. Την άλλη μέρα το πρωί ξύπνησα ξεκούραστος και πήγα να δω τον μοναχό που μου ‘χε πει η Μαρία. Ήθελα να του μιλήσω. Και τα ‘πα όλα, φίλε μου. Στο ορκίζομαι. Κι αυτά που ρώτησε κι αυτά που δε ρώτησε. Χαρτί και καλαμάρι, και ξαλάφρωσα. Εκεί, που τελείωσα αυτά που είχα να πω, μου λέει ο παππούλης. «Γονάτισε, Θεολόγη, παιδί μου και βάλε το κεφάλι σου, κάτω από το πετραχήλι να σε ευλογήσω.»

Μου ‘ρθε ο ουρανός σφοντύλι, βλαχούλι μου. Δεν ήξερα από πού να φύγω. Πώς να μην γελάσω. Πώς να διώξω από τα μάτια μου τη στιγμή που κορόιδευα τη Μαρία για τον τραγόπαπα, κάτω απ’ τ’ αυλάκι, που τον τσακώσανε να χώνει τις ανεψιές του, κάτω απ’ το πετραχήλι και να δείχνει, καμαρωτός… τα τέτοια του. Μπίτ χαβά σου λέω πήγε η εξομολόγηση. Μπίτ χαβά και η εξομολόγηση και το ταξίδι!

Πού πας, ρε αθεόφοβε, είπα στον εαυτό μου; Τώρα στα τελευταία; Ή παπάς, παπάς ή ζευγάς, ζευγάς. «Και μένα, βλαχούλι μου», μου είπε, «μου ταιριάζει, μάλλον, καλύτερα ο ζευγάς. Εδώ θα πεθάνω, κάτω στο εργαστήριο, στο υπόγειο, με το τσιγάρο και τα ροκανίδια μου»

Σιγή ο πάτερ, σιγή κι ο πατέρας.
Ήπιαν δυο γουλιές κρασί. Ο πατέρας άναψε κι ένα τσιγάρο.

«Άνθρωποι με τις αδυναμίες μας, ουστά. Άνθρωποι με ράσα και χωρίς ράσα.» είπε ο Παναγιώτης.
Ο πατέρας χαμογέλασε, τ’ άρεσε η απόκριση.

«Πες του να προσεύχεται, φίλε μου. Είναι καλός άνθρωπος. Ο Θεός βλέπει και ακούει. Κι απ’ το υπόγειο. Πες του να προσεύχεται για να ξαλαφρώνει»

Ήπιαν το τελευταίο μπρούσκο, σιωπηλοί, μονιασμένοι, αδελφές ψυχές, όπως, τότε…
Τα ξαναχάλασαν κατά το ειωθός στο λογαριασμό, για λίγο. Τον άφησε ο πατέρας να κεράσει τον φίλο του, αφού εξάντλησε όλα τα επιχειρήματα, « εγώ σε κάλεσα… δε σου ‘πα και λίγα…».
Επέμεινε, σθεναρά ο πατέρας Ιωσήφ. Ήθελε να πληρώσει αυτός για τη συνάντηση. Σα να το χρωστούσε στο φίλο του.



Τετάρτη, 23 Απριλίου 2008

ΠΑΠΑΔΑ !!!!... (άπ'το ΠΑΠΑΡΑ !!!)

http://www.youtube.com/watch?v=KhVYUIdeAwU

Κορίτσια το Ρουλιώ το γλεντάει γιατί δεν πονάει !!!...

Καθόλου της μόδας

Embedding disabled by request

Κορίτσια, μαμά μου...καθόλου της μόδας

...Κορίτσια Τζίφος!
...Βρείτε το εσείς
Μελίνα Τανάγρη-Θανατηφόρος πυρετός
Απ' τα έτοιμα...τα παλιά

O πατέρας 4

Μπήκε στο μικρό γραφείο, στα νύχια… Η κοπέλα ήταν σκυμμένη στα χαρτιά της και χτυπούσε αριθμούς σε μια αριθμομηχανή που έκανε πολύ θόρυβο. Το χειρότερό του… έπρεπε να δηλώσει παρουσία και να ανοίξει αυτός την κουβέντα, με όσο το δυνατόν, Παναγιά μου , λιγότερο ρετάρισμα.

-Ε,ε… καλή… καλημέρα, προσπάθησε.
-Καλημέρα σας, αποκρίθηκε η κοπέλα, σηκώνοντας το κεφάλι.

…Βάλσαμο η φωνή της. Γλυκιά, με χαμόγελο, εγκάρδια.

-Πως μπορώ να σας εξυπηρετήσω;
…Να σας, πληθυντικός… εξυπηρετήσω… Μακριά η απόσταση από το ειωθός «Έλα, ρε βλάχο!»

-Να το α… το α… ο κύρ… ο κύρ Ορε… Ορε
-Ο κύριος Ορέστης; Με θέλει κάτι ρώτησε δειλά η κοπέλα.
-Ναι… είπε, ανακουφισμένος ο πατέρας. Ναι, για με…μένα, για τον αμ…αμ…άμβωνα… δείχνοντάς της την πόρτα.
-Δυο λεπτά… να πάω να τον δω. Καθίστε σας παρακαλώ, μη στέκεστε, είπε η κοπέλα, με το ίδιο πλατύ χαμόγελο και σηκώθηκε, αργά από το γραφείο.

Χύθηκε ο πατέρας στην καρέκλα «Όφου, τελείωσε το δύσκολο» σκέφτηκε και ζουμάρισε στο πάτωμα.

Μπλε παπούτσι δετό, αυστηρό με χαμηλό τακούνι…τάκα, τάκα, αξιοπρεπές, αργό σταθερό…φούστα κάτω από το γόνατο, μίντι σκούρη μπλε… και το παχύ της γάμπας πρέπον!
«Γυναίκα με τσάκνα για πόδια να τη φοβάσαι» έλεγε η μάνα. Χαλάρωσε. Σήκωσε το κεφάλι. Η κοπέλα άνοιγε την πόρτα, ντελικάτα…γέρνοντας, ελαφρά το κεφάλι και τον εντυπωσιακό της κότσο.

Φρεγάτα, με τα όλα της…είπε από μέσα του το παπαδάκι και σκέφτηκε τις καντηλανάφτρες.

Γύρισε σε λίγο η φρεγάτα και κάθισε στο γραφείο της.
Μαλλιά, όλα πίσω μαζεμένα, ούτε μια τρίχα στο μέτωπό της, μάτια, χείλια, μεγάλα, μύτη καλοσχηματισμένη, γυαλιά με χρυσό σκελετό…χαμόγελο ίδιο, πλατύ.

-Ο κύριος Ορέστης, μου είπε για τον άμβωνα που θέλετε. Είπε να μην ανησυχείτε για τα χρήματα, θα σας τον δώσει μισοτιμής. Θα σας κάνει και ευκολίες, όσες χρειάζεστε. Ελάτε να υπογράψουμε τα γραμμάτια. Πείτε μου εσείς τι ημερομηνίες θέλετε.

Αχ, φρεγάτα μου, στην καρδιά μου μίλησες… Σαν να του ‘δώσαν τον ουρανό με τ’ άστρα του πατέρα, σ’ αυτό το μαγαζί.
Σηκώθηκε να φύγει. Της έτεινε το χέρι για χειραψία. Μικρό, αφράτο άσπρο, ζεστό χεράκι. Σαν το άσπρο ψωμάκι του φούρνου! Το δικό του σαν της μάνας του, το ζυμωτό…μαύρο, τραχύ, σκληρό, ταλαιπωρημένο και μεγάλο, πολύ μεγάλο, ατελείωτο. Χάθηκε το χέρι της φρεγάτας.
Σαν να είδε και μια ψιλογκριμάτσα στο φεγγαροπρόσωπο της .

«Σιγά, ρε βλάχο, την πόνεσες την κοπέλα. Δεν κλείνεις δουλειά, σε φρεγάτα δίνεις το χέρι σου… ήρεμα» και χαλάρωσε το σφίξιμο.

-Σας ευχαριστώ πολύ για ότι κάνατε για μένα, είπε μονοκοπανιά, χωρίς ίχνος από ρετάρισμα.
- Δεν έκανα τίποτα, σπουδαίο, είπε εκείνη, με χαμόγελο. Όλα να σας έρθουν βολικά, με τη δουλειά σας.
Κατευθύνθηκε προς την πόρτα.
-Εε, συγγνώμη… κάνετε και τριαντάφυλλα στο ξύλο; τον σταμάτησε εκείνη, ντροπαλά… Έχω δει σ’ένα περιοδικό.
-Ναι, και μυρίζουν της είπε γελαστά.

Έκλεισε, σιγά την πόρτα, πήγε τσάκωσε αντρίκια το χέρι του αφεντικού κι έφυγε…ΠΕΤΟΥΣΕ!

Έδωσε λόγο στη φρεγάτα και στον πατέρα της έξι μήνες μετά, μόλις τελείωσαν την εκκλησιά. Δώρο δεν της έδωσε δαχτυλίδι, αλλά μια μπιζουτιέρα με τριαντάφυλλα, δικά του, και τ’ όνειρό του. Της το ‘δωσε απλόχερα, με την καρδιά του. Η φρεγάτα, αρνήθηκε να γίνει πρεσβυτέρα και κείνος ήθελε πια να γεμίσει την μπιζουτιέρα της. Και μ’άλλα τριαντάφυλλα. Και να την βλέπει να χαμογελά.

OLA! ΚΑΛΑ ΣΗΜΕΡΑ



Η Πολυάνα και το παιχνίδι της χαράς

Μπομποτζίνγκο, ξύπνησα η μαύρη...εδώ ξανά, με κλάμματα... για κλάμματα
Καριστωωωωω
Όχημα πρώήν τροχήλατο...τώρα σουρτό
0- 100 τρεις ώρες
Ανέβασμα στη σκαλοπατιά
Κώλο-κώλο...χέρι-χέρι
Ώρα, ιδρώτας...ΠΟΛΥ
Κλουβί- μπάνιο
Πηδηματάκια ελαφρά...ΠΟΛΥ
Σαϊτες βραδινές, κόκκινες
Σούρσου Πολυανίτσα!
Ευτυχώς δεν πάθαμε τίποτα...ακόμα, στ άλήθεια!
OLA!ΚΑΛΑ ΣΗΜΕΡΑ

Δευτέρα, 21 Απριλίου 2008

Κατί αν μπορούσα στον κόσμο να άλλαζα θα ξαναέβαζα τη Σέμπρικ την αγωνιστικιά, Μπάμπη μου!

Ακούς, ρε Μπάμπη να μας την επεί η μανταμίτσα;
Να πετάξει σχολιάκι στον αέρα, για το θόρυβο...για το νταβανά του εργαλείου, ρε συ Μπάμπη...respect ρε μανταμίτσα...σέβας, χάθηκε το σέβας, που λες και συ ρε γκαρντάση
Αλλά της την είπα και πολύ το φχαριστήθηκα!
Λάου λάου την επήγα, γιατί σε 'βγαίνουν κι απαριστερά, κάτι τέτοιες στραβογαμημένες μανταμίτσες δικαιόροι, γκαρντάσι...αλλά τη στάνιαρα την κλώσσα
Και της είπα για το μοτόρι το φτιαγμένο...ότι πρέπει να λαλάει να την ακούμε τη Σέμπρικ την αγωνιστικιά...τι τη βάλαμε, άμα δε μας το γαργαλάει το αυτί;
5 ίππους δίνει στη ρόδα...να μην το τραγουδήσει... το γιαβρί;
Και για το ρεκτιφιέ της είπα...που το κανα από 50νταρι, αδερφέ μου...ταμ 90ντάρι το μηχάνημα
Και με κοιτούσε με τα μάτια γουρλωμένα η μανταμίτσα ...και της είπα και για τη σκαστή τη δεύτερη ...και πως σε γλυστράει, σε σκάει πίσω στη σέλα και κατευθείαν στη μία, αδερφέ!
Και με ρώτησε πως με λένε η μανταμίτσα...και για τα φράγκα...κατς παρά με είπε η τουμπιώτισσα το φτιαγμένο το εργαλείο;
Και το μολόγησα το διακοσσάρι, αδερφέ μου...γιατί τσου ρε μανταμίτσα...μπορεί να είμαστε ντελιβεράδες, αλλά άμα λάχει γαμιόμαστε στις υπερωρίες για τα γούστα μας!
Γι αυτό σου λέω ρε Μπάμπη...εδώ είναι Τούμπα...στάλινγκραντ που λέει κι ο γέρος μου, είμαστε λαός...τσαμπουκαλεμένος...δεν κάνει να ντροπιαζόμαστε έτσι.
Δε θα τάντέξω, ρε σουγιά 12η φορά να τη σηκώσουνε την κούπα οι γάβροι οι χαμουτζήδες!
Δώσε το γαμημένο το σύνθημα να βγει ο λαός σου στους δρόμους
Αυτά είπε ο Κώστας στο Μπάμπη το σουγιά, τον αρχηγό, μια νύχτα με πανσέληνο την τελευταία Κυριακή... σένα μμμπαρ, γωνία Σαρκοζί και Μικράς Ασίας
Καλημέρα αδέρφια!

Κάτι αν μπορούσα



Για τη φιλενάδα στην Ερέτρια, το κόκκινο μικιό ζούδι και τη mamma χωρίς ομίχλη, γιατί είστε ΚΟΠΕΛΑΡΕΣ!

Κυριακή, 20 Απριλίου 2008

Ο πατέρας 3

Τι μπλέκεσαι, βρε Ρουλιώ...την ξέχασες την ωραιοζίλη;
Μια χαρά δεν ήσουν, μονάχη;

Έφτασε στην εκκλησιά. Ο μάστοράς του δεν ήταν ακόμα εκεί. Έκοψε, με σιγουριά, το σχέδιο, ψάλλοντας το «Γλυκύ μου Έαρ», στη σέγα, που είχαν μεταφέρει από το εργαστήριο στο υπόγειο της εκκλησιάς. Την ήξερε τη σέγα, δεν έκοβε, της τραγουδούσε και χόρευε μαζί της. Άφησε τα ξύλα δίπλα στο «αμαρτωλό προσκυνητάρι» του πρόναου και πήγε να τελειώσει τα νύχια των αετών της αριστερής πόρτας.

…Του χτύπησε την πλάτη ελαφρά. Γύρισε, ανήσυχος. Του έδωσε το χέρι. « Μπράβο, παιδί μου. Είμαι περήφανος που είσαι μαθητής μου. Σ ευχαριστώ. Άσε, τώρα τα νύχια και πήγαινε να ψηλώσεις και τ’ άλλα τα αναθεματισμένα. Μετά, σχεδίασε και σκάλισε τον άμβωνα. Θα τελειώσω, εγώ τις πόρτες»
Έφυγε τρέχοντας, για το μαστρο- Βαγγέλη. Έπρεπε να του πει και για τον άμβωνα. Την πρώτη δική του δουλειά.

…« Τι να πω; Να ναι ευλογημένο» είπε, απότομα, του μαστρο Βαγγέλη, αφού προσπάθησε για πολύ ώρα να του εξηγήσει ότι γινόταν ο άμβωνας που είχε στο κεφάλι του.
Στην αρχή σκιτσάρησε, γρήγορα στα Καρέλια του μάστορα. Χαμπάρι, εκείνος. Μετά, άνοιξε το ρολό το χαρτί, πάνω στον πάγκο. Είχε τα μέτρα. Άρχισε να σχεδιάζει σε φυσικό μέγεθος και να εξηγεί υπομονετικά, κομμάτι, κομμάτι. Ο μάστορας άρχισε να αντιδράει… αλαφιασμένος. Δεν γίνονται αυτά, βρε βλάχο. Γιοκ το ένα δεν ταιριάζει, γιοκ το άλλο δε χωράει… τον έσκασε τον πατέρα. Μάζεψε το ρολό και τα νεύρα του, ο πατέρας κι έφυγε. «Μαστρο Βαγγέλη, τις ποδιές φτιάξε. Δεκάποντες. Το Σαββάτο…» του φώναξε από την πόρτα.

Έφτασε στο σπίτι. «Μάνα το καλό μου το κουστούμι» φώναξε μπαίνοντας στην αυλή.
Οι κυρίες έπλεναν, στη σκάφη. Η καινούρια οικογενειακή εστία φιλοξενούσε πολλούς ενοίκους στη μεγάλη, προστατευμένη από ψηλούς μαντρότοιχους, αυλή. Τρεις κάμαρες με κουζινάκι στο ισόγειο και άλλες τρεις επάνω με ένα κοινό μπάνιο σε κάθε όροφο. Δίπλα τους επάνω, δυο άτεκνα ζευγάρια και κάτω ο φοιτητής με τις κυρίες.

«Καλημέρα» είπε με κατεβασμένο το κεφάλι ο πατέρας.
«Μπα, τι καλό έπαθες, βρε παπαδάκι και μας χαιρετάς; Ακούω πως ζητάς και το καλό σου κουστούμι. Φαίνεται το λέει η τσέπη σου! Έχεις πολλά, βρε όμορφε, ξανθέ και δε μας το λες; Ραντεβουδάκι, ραντεβουδάκι, πρωϊνιάτικα; Σιγά μη σ’ ακούσουν οι αδερφάδες σου, οι μορφονιές» είπαν οι κυρίες γελώντας δυνατά.
Ο πατέρας είχε φτάσει ήδη στο πλατύσκαλο του πρώτου. Τι την ήθελε την καλημέρα;
«Σταματήστε, βρε γκιόσες, που κακό χρόνο να ‘χετε» τον υποστήριξε η μάνα απ’ το πλατύσκαλο.
«Σταμάτα και συ, ρε μάνα. Τι θες καβγά πρωί, πρωί;»
«Μα δεν τις ακούς τις παστρικιές. Μια καλημέρα τους είπες η γλώσσα τους ροδάνι… και τα χάχανα… Πού μπλέξαμε;»

Έκανε πως δεν άκουσε το «πού μπλέξαμε;» Και κείνος ντρεπόταν για την αυλή τους. Στα κατηχητικά δεν ήξερε, κανένας που μένανε. Μόνο ο Παναγιώτης ήξερε και του είχε υποσχεθεί πως δε θα ‘λεγε τίποτα στους γονείς του. Τον έπαιρναν για φαγητό πότε, πότε τις Κυριακές, μετά την εκκλησία. Θα έφευγαν, σίγουρα μια μέρα από κει. Ήταν προσωρινή λύση η αυλή. « Θε μου, βόηθα μας και σχώρα μας»

«Έγινε, τίποτα παιδάκι μου στη δουλειά;» ρώτησε η μάνα ανήσυχη.
«Όχι, ρε μάνα. Έχω να πάω σε ένα συνεργάτη. Ετοίμασε το κουστούμι μου και βιάζομαι.»

Όση ώρα η μάνα φρεσκάριζε το κουστούμι και το άσπρο πουκάμισο εκείνος τελείωσε το σχέδιο της πλαϊνής όψης του άμβωνα. Δεν τον δυσκόλεψε, τόσο, όσο το χτεσινό. Άμβωνες είχε δει πολλούς, τους είχε στο κεφάλι του. «Αμαρτωλό» προσκυνητάρι δεν είχε ματασυναντήσει. Έπρεπε να φανταστεί, να δημιουργήσει τη δεκάποντη «ποδιά» που θα του πήγαινε.
Ξυρίστηκε, ντύθηκε, πήρε το ρολό με το σχέδιο και το μέτρο του στην τσέπη. Θα τους προλάβαινε ίσα, ίσα στο κλείσιμο που δε θα ‘χαν και πολύ δουλειά. Θα μπορούσαν να κουβεντιάσουν, άνετα για τον άμβωνα.

Έφτασε. Το αφεντικό ήταν εκεί. Πρώτος έμπαινε στο μαγαζί, τελευταίος έβγαινε. Μεγάλη επιχείρηση. Με έκθεση τεράστια. Σαλόνια, τραπεζαρίες, κρεβατοκάμαρες, τμήμα με εκκλησιαστικά. Εργαστήρια οργανωμένα. Λογιστήριο. Άξιος άνθρωπος. Ευγενικός και δουλευτής.
«Καλώς τονε» είπε το αφεντικό. «Τι κάνει ο φίλτατος μάστοράς σου;»
«Παλεύει με την εκκλησιά»
«Είμαι σίγουρος ότι θα την κάνει καινούρια. Κούκλα μοναχή. Ποιος καλός άνεμος σε φέρνει από τα μέρη μας, καλόπαιδο;»
Του εξήγησε για τον άμβωνα. Του έδειξε το σχέδιο. Τον ρώτησε λεπτομέρειες. Με ζήλο και με θέρμη.
«Δικιά σου είναι η δουλειά, έτσι δεν είναι;»
« Η πρώτη» είπε ο πατέρας.
«Μην ανησυχείς. Σε μια βδομάδα θα είναι έτοιμος και ζηλευτός. Για τα χέρια σου. Πήγαινε, τώρα στο λογιστήριο, πες την κοπέλα στο γραφείο να έρθει να με βρει και περίμενέ την, να σου πει τις λεπτομέρειες.»

Και μια φωτογραφία...για να μην τριτώσουν τα βίνντεο

...Και βέβαια, σούργελο...αγορά είναι και την πληρώνεις απ' την πρώτη μέρα...αλλά εσύ χαζοχαρούμενο...χαμπάρι δεν έχεις, ούτε σε ποιον χρωστάς, ούτε ποιος σου χρωστάει...μον για τη Μιχαλού να΄σαι σίγουρη
Χρωστάς, της Μιχαλούς!
http://www.youtube.com/watch?v=1GJdYvqf0No&feature=relatedJdYvqf0No&feature=related

ιουτούμπε...λοιπόν:) ..................................


Α, ρε τσακαλάκο στα δάχτυλα την επαίζεις την τεχνολογία...κάλιο καλό μου με το μολύβι στο χαρτί και μετά καθαρογραφή...πάμε ξανά
ιουτούμπε λοιπόν:)
αυλός
άγωγός
σωλήνας...αλλά και
δοκιμαστικός σωλήνας και
υπόγα
Με γεια, βρε αρουραιίτσα!
http://www.youtube.com/watch?v=ayRaiJIOUCQ

Καληνύχτα δεν είπες

Πες κάτι, γαμώτο!
Κάτι απλό να το καταλαβαίνω...να το πιστέψω
Όχι, όχι μη λες...με μπερδεύεις...
Ένα τραγούδι παίξε...να μ'αρέσει...να κοιμηθώ
Καληνύχτα δεν είπες...μαύρε!

Και δεν είπε

Και δεν είπε η Μαρία ότι δε θέλει να την ψάχνει τη δασκάλα...έτσι με τα χέρια απλωμένα μπροστά... κι όλοι οι άλλοι να τη βλέπουν
Ντράπηκε η Μαρία, δεν είπε
Και η δασκάλα χτύπησε το κουδούνι κι η πρόβα σχόλασε

Οεο;

Και τώρα... η μπάλα;
Σαν τη Μαρία στην πρόβα για τις γυμναστικές επιδείξεις, που κάποια στιγμή της άφησε το χέρι η συνοδός...δεν κατάλαβε γιατί
Και τότε η δασκάλα είπε σ'όλα τα παιδάκια να κάνουν μια στροφή προς τ'αριστερά και μια προς τα δεξιά και η Μαρία δεν το πολυξεχώριζε το δεξί απ' τάριστερό
Και σφύριξε η δασκάλα και γύρισε η Μαρία και έψαξε με τα χέρια απλωμένα μπροστά...να τη δει, τη δασκάλα και...οέο η Μαρία...οέο που είναι η δασκάλα;
Στον καθρέφτη η μπάλα και θέλω να τη σβήσω
Σαν γλυκερή μ'ακούγεται
Φλύαρες προσπάθειες...δε λέγαμε...οέο;

Σάββατο, 19 Απριλίου 2008

Άκου, βδε, ( έτσι το λέει το καμάρι)… Νατασσάκι


Μισή ώρα πριν μας στείλεις τις μυρωδιές, με πήρε η μάνα τηλέφωνο να μου πει να πάμε για μπακαλιάρο και σκορδαλιά το μεσημέρι, γιατί λέει η μέρα το καλεί.

Μυρίζοντας...μυρίζοντας έφτασα και στην Κυριακή των Βαϊων και στη διακοπή της νηστείας με μπακαλιάρο ή σκουμπρί και κρασί.
Την παίρνω, πάραυτα τηλέφωνο, μπας και δε φορτωθούμε ακόμη μια αμαρτία, ως οικογένεια

«Μάνα στοπ ο μπακαλιάρος» της λέω «Το Νατασσάκι λέει, αύριο το μπακαλιάρο με τη σκορδαλιά για να γιορτάσουμε την άφιξη»
«Ποιο Νατασσάκι, τι μου λες τώρα… τον έφτιαξα τον μπακαλιάρο, την παίρνω εγώ την αμαρτία…παρέα με τις άλλες…ποιο είναι το Νατασσάκι;»
« Άσε, μάνα είναι μεγάλη ιστορία…πάντως το΄χει ψάξει το Νατασσάκι, σίγουρα είναι αύριο ο μπακαλιάρος…θα σου πω άλλη φορά… όσο για την αμαρτία μισή- μισή»
«Όι, όι μισή μισή…μήπως νήστευα και χτες και προχτές;…Την κάναμε σωστά… για να φοβόμαστε μην τη χαλάσουμε λάθος;»

Ο πατέρας 2

Κωνσταντίνε, αν έχεις βρει ντορό, μες στο Ρούλειο κουλουβάχατο πικροόνειρο περί πουστοχωρίου, μήνυσέ μου να σταματήσω να κερνώ παλιά ξινά σταφύλια τους ανθρώπους


Βγήκε, λοιπόν, προς άγραν του μεροκάματου, ο πατέρας με καλές συστάσεις. Αλλά το όνειρό του για το σχήμα δεν το άφηνε. Είχε γνωρίσει κι έναν φίλο στα κατηχητικά, διαβαστερό και από καλή οικογένεια , που πήγαινε σε εκκλησιαστικό λύκειο και ήταν από τότε ταγμένος στην ιεροσύνη... που τον βοηθούσε να το φυλάξει.

Του ‘λεγε ο Παναγιώτης : « Υπομονή. Πίστευε και προσπάθησε. Ο Θεός, είναι μεγάλος, μας βλέπει. Πήγαινε σε ένα νυχτερινό και μετά στην ιερατική σχολή. Θα σε βοηθήσει και η εκκλησία.» Ο πατέρας ήθελε να τελειώσει το σχολείο... τ’ άρεζε το όνειρο. Πελεκούσε και έθαβε όσο μπορούσε το «κάθετι ψηλά» της μάνας. Πελεκούσε κι ονειρευόταν.
Μέχρι τα 22 του, υπηρέτησε με αυταπάρνηση τη σχέση δέους, εμποτισμένη με το πιστεύω του Παναγιώτη, λαϊκά, σκαλίζοντας εξακολουθητικά, φτερά και νύχια των πάσης φύσεως πτηνών που κοσμούσαν τις εκκλησίες της πόλης. Ώρες ιδρώτα συνοδευμένες από ύμνους, και επικρίσεις στις δόλιες τις καντηλανάφτρες που τολμούσαν να του προσφέρουν το μεσημέρι λίγο φαγητό και κρασί... αλλοίμονο, «Μες στον οίκο του Θεού». Νεανικές, παθιασμένες, αυστηρές, χριστιανικές επικρίσεις, μακράν χειρότερες από τα διαολοστέλματα, που έκαναν τις καντηλανάφτρες να φεύγουν άφωνες, με σκυμμένο το κεφάλι και την ουρά κάτω απ’ τα σκέλια.


Μόνο , μια έφυγε σιγομουρμουρίζοντας, «Καλό αυτό το παιδί, αλλά σάμα το 'χει χαμένο»…και την άκουσε… και γέλασε.

Και συνέχισε να πελεκάει, να υμνεί και να δοξάζει… κάθιερώνοντας, πια, ένα μικρό διάλειμμα για φαγητό, τρώγοντας, αυστηρά και μόνο στον πρόναο, συνοδεύοντας το φαγητό του, αν ο ναός είχε στοργική καντηλανάφτρα, πότε, πότε και με κανένα μπρούσκο. Εντωμεταξύ, τα γυναικόπαιδα κατέβηκαν στην πόλη. Απέδειξε και κείνος, στην πιάτσα τις συστάσεις του, με το φασόν νυχιών και φτερών. Ο Θεός τους έβλεπε, καλά του ‘λεγε ο Παναγιώτης…

... Ώσπου συναντήθηκε… με τα «αμαρτωλά προσκυνητάρια».

Μόλις, είχε γυρίσει από φαντάρος ο πατέρας. Ο μάστοράς του από το ορφανοτροφείο είχε αναλάβει την καθολική ανακαίνιση μιας κεντρικής εκκλησίας της πόλης και τον είχε μαζί του. Έπρεπε να αλλαχτούν όλα, πόρτες, στασίδια, άμβωνας, ξυλόγλυπτα πλαίσια … προσκυνητάρια. Η εκκλησιά έπρεπε να γίνει το στολίδι της πόλης. Δουλειά και ευθύνη μεγάλη. Ο μάστοράς του ήταν ανήσυχος, μα συνέχιζε να δουλεύει μειλίχιος. Για τον εαυτό του και τη δουλειά του ήταν σίγουρος. Στα υπόλοιπα μαστόρια, μαραγκούς, τορναδόρους, λουστραδόρους, δεν είχε εμπιστοσύνη.

Μες τη φούρια κάποια μέρα οι μαραγκοί παρέδωσαν τα τέσσερα προσκυνητάρια έτοιμα για σκάλισμα. Τα παρέλαβε ο μάστορας και με τους μαραγκούς τα τοποθέτησαν στη θέση τους, δυο στον κυρίως ναό και δυο στον πρόναο. Την ώρα που έβαζαν τα δυο τελευταία στον πρόναο και ταίριαζαν την εικόνα στο πλαίσιο, μπαίνει μια μικρή κοπέλα με ένα μωρό στην αγκαλιά παίρνει το κερί της και κατευθύνεται προς το προσκυνητάρι.

Απομακρύνθηκαν όλοι και στάθηκαν σε παράταξη, ακριβώς, πίσω απ’ το προσκυνητάρι. Οι μαραγκοί έστριβαν εν χορώ τα μουστάκια τους, περιμένοντας τα συγχαρήκια. Ο πατέρας, δυο βήματα πιο κει. Ο μάστορας περίμενε να δει.

Ανάβει η μωρομάνα το κερί με το δεξί, κάνει το σταυρό της και σκύβει να φιλήσει την εικόνα. «Παναγιά μου…», παραλίγο να της φύγει το παιδί… Σηκώνεται σε όρθια στάση, ξανακάνει το σταυρό της, σφίγγει αποφασιστικά το μωρό και με τα δυο της χέρια και ξαναπροσπαθεί.
Τα κατάφεραν τη δεύτερη φορά. Προσκύνησαν και φίλησαν την εικόνα και οι δυο, η μαμά με τα χείλη και το παιδί με το μέτωπο. «Γκντουπ», ηχηρό ακούστηκε συνοδευμένο από κλάματα. «Σώπα, σώπα, καλό μου» το καθησύχασε, αποχωρώντας η μαμά, γυρίζοντας την πλάτη στον ναό. Δεν ήταν ώρα τώρα. Άλλη μέρα θα προσκυνούσαν και στα άλλα προσκυνητάρια.

Οι μαραγκοί άφησαν τα μουστάκια τους και πιάσαν να ξύνουν τα κεφάλια τους, ο μάστορας κατάχλωμος… ο πατέρας κάτι πήγε να πει, αλλά άρχισε να σιγορετάρει.
Η θέα ήταν πολύ πρόσφατη και αρκούντως αμαρτωλή στην πίσω μεριά του προσκυνήματος.


Με το δεύτερο φιλότιμο σκύψιμο της μωρομάνας, το ελαφρύ μίνι πήρε την ανηφόρα, αποκαλύπτοντας, τουρλωτό ποπό, πόδια και ελάχιστη μεν… δαντέλα δε, από τη ζαρτιέρα της.
«Το μέτρο, το μέτρο μου» φώναξε ο μάστορας, βγάζοντας το μολύβι από το αυτί του. Ο πατέρας έτρεξε στο κασελάκι με τα εργαλεία… οι μαραγκοί ακούνητοι.
Μέτρησε και τα τέσσερα, γρήγορα και ξανά και ξανά. Γύρισε πίσω, κάθιδρος. «Καλά, βρε βόδια, ούτε ένα, ούτε δυο, δέκα πόντους κοντύτερα. Για μπανιστήρι τα κάναμε τα προσκυνητάρια, Θε μου σχώρα με;»

Οι μαραγκοί κάτι ψέλισαν για τη μη πρέπουσα αμφίεση της στρουμπουλής μωρομάνας, για τη μόδα που κάνει κύκλο, για τις παλιές καλές, μακριές φούστες που θα φορεθούν ξανά, σύντομα. Ο μάστορας, έξαλλος. Τους έδιωξε, γυρνώντας τους την πλάτη.
Άναψε ένα τσιγάρο και κάθισε στα σκαλιά της εκκλησίας. Ο πατέρας τον πλησίασε και όρθιος του είπε: «Μάστορα κάτι σκέφτηκα», Γύρισε και, μόνο, τον κοίταξε. Δεν απάντησε.

Όλο το βράδυ σχεδίαζε στο τραπέζι της κουζίνας. Η μάνα, αφού για πολλοστή φορά τον ρώτησε αν θέλει να φάει και πήρε την ίδια αρνητική απάντηση, έπεσε δίπλα του στο ντιβάνι να κοιμηθεί. Οι υπόλοιποι, τέσσερεις, κοιμόταν από ώρα στο άλλο δωμάτιο. Έπρεπε να τελειώσει το σχέδιο, σήμερα, να το πάει σε ένα μαραγκούδικο να του το κόψουν, να το κολλήσει το πρωί, να το αφήσει να στεγνώσει για να μπορέσει να αρχίσει να το σκαλίζει από την επομένη. Ο μάστορας περίμενε.

Θέλω αυτό κι αυτό είπε, αξημέρωτα, στο μαραγκό εξηγώντας, πώς ήθελε την δεκάποντη «ποδιά», πάνω στην οποία θα πατούσε το προσκυνητάρι για να ‘ρθει στα ίσα του... κατά τις γραφές. Επέμεινε, πολλές φορές στο «Δέκα πόντους». «Εντάξει, εντάξει, είπε βαριεστημένα ο μαραγκός. Ούτε τον καφέ μας δεν ήπιαμε». Όση ώρα έκοβε ο μαραγκός, εκείνος πατούσε το σχέδιο με το καρμπόν στο ξύλο.

Πήρε τα ξύλα παραμάσχαλα. « Το Σαββάτο που θα πληρωθώ, μαστρο- Βαγγέλη» του είπε. « Α, καλός είσαι βλάχο…να μη σε χάσουμε από πελάτη», απάντησε ο μάστορας και συνέχισε τον καφέ του.

Παρασκευή, 18 Απριλίου 2008

Μα...ΚΑΤΑΠΙΕ ΤΟ ΠΙΑ...

Αυτό είναι!
Τόσο είχε!
Τόσα πήρε τόσα έδωσε
Αλισβερίσι
Κατάλαβες;

Κατάπιε το... πια
ΚΑΤΑΠΙΕ ΤΟ ΓΑΜΏ ΤΟ ΣΤΑΝΙΟ ΜΟΥ

Άνοιξε...κρυώνω
Άνοιξη...Αρλέτα, από που πάνε για την Άνοιξη;

Και μετά;

Και ξαφνικά το έμπόρευμα ακρίβηνε
Και τόπαιρνε το ξεσκόνιζε το άλλαζε θέση... θέση στο ράφι
Ξαφνικά
Κι αυτό δεν είχε αλλάξει.... ίδιο κι απαράλλαχτο
Ίσως, πιο ίδιο από πριν
Και θύμωνε ΠΟΛΥ...

Κι άλλοτε το χαιρόταν,
η σουλού μπάμια
η Ναργκίς
η Μάρθα Βούρτση
...
Μα πού τα θυμήθηκες αυτά, τώρα;
...
Και μετά...και μετά μαμά μου...τι έγινε μετά;

Γιατί ρε, μάνα;

Γιατί ρε, μάνα...γιατί δε μου τα'πες τα παραμύθια στην ώρα τους
και τα'χω στο κεφάλι μου

(20)



Στάχτη και μπούρμπερη το όνειρο σαν τη μικρή Ζαχάρω, στάχτη και μπούρμπερη το όνειρο όλων των ενηλίκων.
Της γιαλαντζί πριγκίπισσας, του αγαπημένου της γιαλαντζί διαδόχου, των εφηβικών σωματοφυλάκων, της βασίλισσας της αγκιστρωμένης, μόνη πια στις πολεμίστρες, ακόμα και του ιππότη.

«Σήμερα το ‘ σπασες το χέρι;» τη ρώτησε με ειρωνικό χαμόγελο στο δείπνο, που του παρέθεσε η πριγκιπέσσα στην πόλη της, τρεις μέρες, αφού έβγαλε το γύψο. Άφωνη η Ρούλα, με την ερώτηση.

Κι όταν προσπάθησε ζαλισμένη να του εξηγήσει, πως το είχε σπάσει μια μέρα πριν, ο Γενικός παραιτηθεί για λόγους υγείας, ότι είχαν περάσει ένα μήνα παρέα και την ώρα που της έστειλε το μήνυμά για την απρόσμενη άφιξή του στην πόλη, εκείνη έβαζε το ξυπνητήρι για το ραντεβού με το γιατρό την επομένη… για την απελευθέρωση…αυτός κούνησε το κεφάλι, ξαναχαμογέλασε, ιπποτικά και συγκεντρώθηκε στο αθωνικό τυρί του .

Η Ρούλα κατάπιε το κρασί και τη τζούρα της σε μια προσπάθεια να τιθασεύσει το στόμα της. Να το κλείσει επιτέλους.
Μάταιο το εγχείρημα!

«Είναι απίστευτο!» του είπε. «Δεν πιστεύεις ότι έσπασα το χέρι μου. Νομίζεις, πως σου λέω ψέματα»
«Συ είπας!» της απάντησε, πανηγυρικά, με το χαμόγελο του θριαμβευτή.
«Ναι εγώ το είπα, γιατί εσύ φοβάσαι να το πεις. Αλλά φαίνεται, Παναγιώτη. Το βλέπω.»
« Ε, είπα σκαρφίστηκες, ακόμα μια δικαιολογία, μαζί με τις πολλές προηγούμενες, που μου έχεις πει για να με αποφύγεις τις τρεις αυτές φορές, που ήρθα να σε βρω στην πατρίδα.»

Περίμενε την επίθεση η Ρούλα. Δεν το είχε κρύψει ο ιππότης, ήδη από το μεταμεσονύχτιο μήνυμά του, που ανήγγειλε την άφιξή του στην πόλη, τρεις μέρες πριν.
«Μόλις, έφτασα στην πόλη σου. Εσύ, είμαι σίγουρος ότι θα λείπεις. Απλά σε χαιρετώ.».
Απάντησε, αγχωμένη η Ρούλα, ασκαρδαμηκτί. «Θα τα πούμε αύριο».
«Θα μείνω για πολύ λίγο εδώ», την έλουσε ψυχρά, ο άσπρος σίφουνας.
Πήρε το τηλέφωνο ο πιστολάς. «Να΄ναι ευλογημένο, Ser John», δάγκωσε με αξιοπρέπεια.

Τρεις μέρες, μην τον είδατε τον Παναή. Επικοινώνησε, πάνω σε τρία, ευτυχώς όχι τέρμηνα, ούτε χρόνια. Σε τρεις μέρες. Τον κάλεσε σε δείπνο η Ρούλα, στο ίδιο μαγαζί που τον είχε καλέσει και πριν έξι μήνες και δε φάνηκε.
Την περίμενε την επίθεση, αλλά τόσο άδικη, γερολαδάδικη, σαν του Αρτέμη Μάτσα, Θεός σχωρές τον, δεν την φανταζόταν.

«Δυο λεπτά, με συχγωρείς να πάω στην τουαλέτα» του είπε.
Το μέρος έσωνε την κατάσταση, όσο ήταν δυνατόν, σε αυτές τις περιπτώσεις.

«Σκατά τα κάναμε! Πού’ναι τ’ όνειρο; Τι μου το ‘κανες τ’ όνειρο μου, ρε Παναγιώτη;»
Τίποτα απ’ αυτά που είπα δεν ήταν ψέμματα, ούτε δικαιολογίες. Προσπάθεια αυτοπροστασίας ήντουνε απ΄τον άσπρο σίφουνα που ήρθε να τα σαρώσει όλα. Να τα πάρει όλα ο πατριώτης απ’ το πουθενά και χορτάτος να ξαναπετάξει, πίσω, στο πουθενά και να αφήσει την πριγκιπέσσα, σαν τότε να φωνάζει «Περιμέντετε, καλέ, περιμέντετε».

Και μαζί με τις δικαιολογίες και τα ψέματα, κατά σε, σκαρφίστηκα και κάθε είδους σαχλαμάρα, κάνοντας απεγνωσμένες, φλύαρες προσπάθειες για να σε προσεγγίσω. Μέχρι και τον Άνθιμο και το μακαριστό αρχιεπίσκοπο ενέπλεξα τελευταία, σε μια προσπάθεια να σε ακούσω.

Αλλά, εσύ, βράχος στο θρόνο σου, λακωνικός, σοβαρός ενήλικος. Ούτε δικαιολογίες, ούτε ψέμματα, ούτε σαχλαμάρες. Αφοπλιστικά, ψυχρά, ενήλικος και γαμημένα ειλικρινής, με το ιπποτικό φυλαχτό και τη βέρα σου, στο λαιμό…»

Επέμεινε ιπποτικά, μέχρι τέλους να πληρώσει το λογαριασμό.

«Δε θέλω τα γαμημένα τα λεφτά σου», πήγε να πει ο πιστολάς, θυμούμενος τη Ζαχάρω να ζητάει χάδια από τη μάνα κι αυτή να την ταϊζει. Η Ρούλα τη συγκράτησε, κατανοητικά, σαν μάνα προς κόρη. Κι αυτή ζητούσε χάδια από το Σπάνιο και ‘κεινος την τάιζε.

Δε θέλω να με κερνάς Παναγιώτη, θέλω να με τρατάρεις, όπως οι παλιοί οικοδεσπότες, με χαμόγελο, φιλόξενα και απλόχερα.
Άστο, δεν έχει νόημα και θα ξαναπονέσει. Εξάλλου, ότι και να πεις, δε θα το πιστέψει».

Σιώπησε η Ρούλα σε όλη την ποδαράτη διαδρομή, ως το ιπποτικό ξενοδοχείο.
Εκεί, κάπου στο τέλος της διαδρομής, κοντά στην πλατεία τον ρώτησε, αν ακούει ραδιόφωνο, εκεί μακριά. Άσχετο, ακούστηκε…
«Γιατί κάνεις, κάπου πρόγραμμα;» απάντησε σε μια προσπάθεια χοντρού, της πατρίδας χιούμορ.
«Όχι, ακόμα» είπε η Ρούλα…

Δεν του ΄πε ότι τον ρώτησε για να δει αν ακούνε, έστω τον ίδιο σταθμό, τα ίδια τραγούδια, αυτά που άκουγε η γιαλαντζί πριγκίπισσα, όλους αυτούς τους μήνες, κλαίγοντας για τη μισή ζωή, που ζούσε και για τη δεύτερη που δεν έχει.

Τις φύλαξε τις ερωτήσεις και τα τραγούδια της και το όνειρο. Σαν το στερνοπούλι, παθιασμένα.

Ήταν αυθεντικές κόρες της πατρίδας, οι δυο τους. Δεν ήταν, καθόλου, από το πουθενά. Αυθεντικές κόρες μιας πατρίδας κι ενός λαού, που δεν έχει, ακόμα, αποφασίσει να θυμώσει με συνέπεια. Ίσως γιατί, έχει μάθει να συμπονάει κι όχι να πονάει. Ή ίσως γιατί φοβάται να θυμώσει. Γιατί, δεν ξέρει να θυμώνει και να μένει. Και γι’αυτό παραχώνει και εκδικείται.

Ο πατέρας 1

Για τον Κωνσταντίνο που το ζήτησε...πουστοχωρίου συνέχεια

Η σχέση μας, με την εκκλησία χαρακτηριζόταν από το επίρρημα «παραλίγο», τουλάχιστον όσον αφορά την πλευρά του πατρικού σογιού.

Ο προπάππους μας που τον λέγανε Γιάννη, δείγμα ελαφράδας, όπως, για κάποιο μυστήριο λόγο, όλοι παραδέχονταν στο πουστοχώρι,( τι περιμένεις από Γιάννη ήταν η μόνιμη επωδός κάθε μουραμάρας, όποιο να ‘ταν το όνομα αυτού που έκανε την πατατιά) δεν έγινε, παραλίγο, παπάς. Το σόι κληρονόμησε το όνομα και μια σχέση δέους για το σχήμα.

Ο παππούς δεν ενέδωσε στο δίλημμα κι έγινε τσαγκάρης, παγώνοντας για λίγο το πλάνο. Με την εκτέλεσή του, όμως από τους Γερμανούς σε ένα μπλόκο δίπλα από το ξωκλήσι του χωριού επανάφερε τη σχέση δέους, η οποία τώρα έγερνε περισσότερο προς το φόβο και την πίκρα, για τη γιαγιά μας και τα έξι ορφανά της.

«Τι να κάν' κι ο Πανάγαθος, κάθετι αψηλά. Πού να μας δει όλους;» έλεγε, συχνά. Μόνο σε κείνο το «κάθετι» και στο «όλους» της γιαγιάς, μόνο εκεί, έπεφτε, δειλά και μια πρέζα του αμαρτωλού μείγματος, αδικίας και αμφισβήτησης

Τα πολλαπλά συναισθήματα σε σχέση με το θείο και την εκπροσώπησή του επί της γης αναδύθηκαν, ξανά, στον μπαμπά μας. Μεγαλωμένος στα ορφανοτροφεία της Φρειδερίκης με το σύνθημα πατρίς- θρησκεία- οικογένεια και ελλείψει αυτής, εν προκειμένω, πατρίς- θρησκεία- ΖΩΗ ή ΣΩΤΗΡ ανδρώθηκε στις παραεκκλησιαστικές οργανώσεις και ρετάριζε, ελαφρά, στη θέα των θηλυκών.

Ήταν ο αγαπημένος του παππού του, «μπιόκ μο», τον έλεγε, μόνο αυτόν απ’ τα έξι. Ήθελε, το σκεφτόταν να γίνει παπάς.

Μα η Φρειδερίκη είχε άλλα σχέδια για κείνον… η θέση του ήταν στις νέες στρατιές, των πολλών ημιεκπαιδευμένων μαστόρων, φτηνών νεανικών εργατικών χεριών, που αποφοιτούσαν απ’ τα ορφανοτροφεία της, μέσα στις οποίες δεν συγκαταλέγονταν οι παπάδες. Για την Ελλάδα, ρε γαμώτο… του εμφυλίου, η Φρειδερίκη.

Ο μπαμπάς, όμως, που είχε μάθει πολύ καλά, στο πουστοχώρι, ότι «μαύρο, φίδ' που σε ‘φαγι» είναι η δλειά αν παραιτείσαι, εύκολα σ’ αυτό το ντουνιά, συνέχισε να φλερτάρει με το σχήμα.

Η μάνα του κάπως τον έλεγε τον ντουνιά, αλλά αυτό δεν το θυμότανε… ήταν ακόμα στο χωριό, εκείνη, που να τη βρεις να τη ρωτήσεις. Μόνο οι δυο άντρες της οικογένειας, ο ένας 17 και ο άλλος 15, είχαν κατέβει στην πόλη. Φευγάτοι ο ένας απ’ τα 6 κι ο άλλος από τα 8. Ο τρίτος, ο μικρός, δεν μπορούσε να τους βοηθήσει, ούτε να τον βοηθήσουν. Δεν ήξεραν, πώς. Ούτε η μάνα. Δεν το κουβέντιαζαν, ποτέ, με κανέναν. Ήταν το μυστικό. Μόνο το πουστοχώρι ήξερε πώς… και του είχε δώσει τον τίτλο του Γιαννούλη, του μικρότερου Γιάννη του χωριού.

Τους έλειπε η μάνα και οι τρεις αδερφάδες. Το μυστικό το ‘χαν μαζί… Έπρεπε βγαίνοντας από το ορφανοτροφείο, να ετοιμάσουν το έδαφος για να κατέβουν και τα γυναικόπαιδα στην πόλη. Να βρουν δουλειά, να νοικιάσουν σπίτι, να μαζέψουν λεφτά… οι αδερφάδες, όλες μεγαλύτερές τους και ελεύθερες, περίμεναν, ακόμα με τα σοσόνια και τις χοντρές κοτσίδες τους, το πουστοχώρι ήταν αμείλικτο με τις ανύπαντρες μεγαλοκοπέλες, έπρεπε να ψάξουν, αλλού, για γαμπρούς… περίμενε και η μάνα… Α, ναι, μωρέ γιαλάν τον έλεγε το ντουνιά η μάνα… Γιαλάν, αλλά τι θα πει… όταν συναντιούνταν, με το καλό θα τη ρωτούσε.

Ο πατέρας αποφοίτησε, ως ημιεκπαιδευμένος ξυλογλύπτης, από το ορφανοτροφείο, αφού με τους συμμαθητές του στην πόλη, ολοκλήρωσαν ένα κομμάτι από την προίκα της Σοφίας, της κόρης της Φρειδερίκης. Το έργο της προίκας είχε τεμαχιστεί… μεγάλο και δύσκολο έργο, η αποπεράτωση της πριγκιπικής προίκας. Η πόλη μας είχε πάρει τα πρόχειρα, μη γίνει και καμιά παπαριά, σαλόνια ( ημιεπίσημο, για τους θνητούς, για τις κυρίες επί των τιμών…) και το βλαχούλ', φασόν τα τριαντάφυλλα.

Όπου τριαντάφυλλο στην προίκα τον φώναζαν «Έλα, Βλάχο, σειρά σου» του λεγε ο αγριοτζόμπανος κάλφας του κι έβαζε τα χέρια του στη μέση του και την ανάσα του στο σβέρκο του πατέρα. Κι ίδρωνε ο πατέρας, σιωπηλά. Και φυσούσε και ξεφυσούσε ο αγριοτζόμπανος.

Στην πιάτσα, από το πελέκημα δεν είχε βγάλει μεροκάματο ο κάλφας. Ευτυχώς, μόνο γι’ αυτόν, βρήκε ένα μέσο, τρύπωσε στο ορφανοτροφείο, μεγάλωνε τα παιδιά του και παίδευε τα ορφανά και τσιράκια του, διασκεδάζοντας το. Μόνο, όταν ερχόταν, ο μάστορας να ελέγξει την πορεία του έργου, ο κάλφας έχανε τα λόγια του, κοκκίνιζε… Ειδικά, όταν έσκυβε και μύριζε τα τριαντάφυλλα του Βλάχου.

Πέμπτη, 17 Απριλίου 2008

Το Ρουλιώ…θύμωσε

Ξύδι, θα μου πείτε, πολύ σοφά

Αλλά επειδή το ξινισμένο το κρασί, μον’ το βαρέλι του χαλνάει, που έλεγε κι ένας γείτονας να ρίξει και λίγο ξύδι προς τα όξω η Ρούλα μπας κι έρθουν στα ίσα τα γράδα… και το γλιτώσουμε το βαρέλι της Ρουλίτας

Η Ρούλα είναι μια γυναίκα σαραντάρα της διπλανής πόρτας, αυτοσυστήθηκε ξεκάθαρα. Δεν γράφει για την τέχνη δεν την ξέρει, δεν την εξέρει τη λογοτεχνία κι από ποίηση χαμπάρι δεν έχει. Γράφει για να ξεφορτώνει, πότε ήπια, πότε άγαρμπα. Κι αυτό το πε…
Ρε Αντώνη, λες να χρειάζετε η ταμπέλα, σαν καλά να τα πες, αλλά εν γένει έχει ένα πρόβλημα με τις ταμπέλες το Ρουλιώ. Δεν τις γουστάρει!

Όλες οι ιστορίες της Ρούλας κορτσούδια κι αγορούδια μου είναι πραγματικές, αλήθεια είναι και εμπλέκουν άνθρώπους ζωντανούς και πεθαμένους… αγαπημένους της, μικρούς και μεγάλους.

Για τα σωψυχά της γράφει η Ρούλα. Μπορεί, επειδή είναι γιαλαντζί πριγκίπισσα και θέλει να συναλλάσσεται με το πόπολο να ‘κανε μεγάλο πάρτυ την πρωταπριλιά που ανοίξατε τις πόρτες του παλατιού και να σας καλωσόρισε με ενθουσιασμό και περισσή ελαφρότητα για τα ήθη της μπλοκόμπαλας … και ως μεθεόρτια να έκανε και την κινέζα πολλάκις.

Αλλά επειδή το παιχνίδι χόντρυνε εσχάτως και κάτι πήρε τ’αυτάκι της Ρουλίτας για μια «μυξοπαρθένα που το φθηνό της το πουλάει ακριβά» κι έγινε Τούρκος, έξαλλος θα απαντήσει και ως Τούρκος.
YETER, αδέρφια, το πάρτυ τελείωσε, όποιος θέλει έρχεται κι όποιος θέλει δεν έρχεται να διαβάσει τη Ρούλειο ελαφρότητα που θα συνεχίσει να έχει μυρωδιά Λωξάντρας και Σπεράντζας.

…«Άλλος για τη βάρκα μας;» φώναξε η Ρούλα ξεμπλέκοντας τα ξανθά μαλλιά της με τα κόκκινα νύχια της
«Παρακαλώ κύριε εισαγγελέα δε χωράτε, περιμένετε…θα περάσει ο Γιακουμής να σας εξυπηρετήσει»


Υ.Γ.1 τα γλυκά θα τα κρατήσω και θα σας φτιάξω κι άλλα, βρε, φρέσκα…μόνο για τους συνοδοιπόρους

Υ.Γ.2 κάτι της έλεγε ένας αγαπημένος για το τρίγωνο και την μπάλα. 180 μοίρες λέει στο χαρτί, πάντα(καλά που το ‘πε ο Πυθαγόρας κι έχουμε κάπου να πατήσουμε)… αλλά 178 και κάτι στη μπάλα… κι όσο μεγαλώνει η μπάλα τόσο λιγοστεύουν οι μοίρες του τριγώνου, μέχρι 150 λέει μπορεί να φτάσει.


Αχ… που καταντάει ο άνθρωπος!


Ανέβηκε να τη δει. 7 παρά τέταρτο
Η βραδινή σιγή έφερνε μια αισιοδοξία.

Άνοιξε την πόρτα του δωματίου της, όχι τους…πια, όσο μπορούσε πιο σιγά να μην την ξυπνήσει…γαμώ την πόρτα και το τρίξιμό της…ο μάστορας είχε βγει στη σύνταξη, πια…το σπίτι σκόρπιζε, γιαβάς γιαβάς… ακόμα.

«Τι ΄ναι…τι έγινε;» πετάχτηκε τρομαγμένη
«Καλά είσαι, μαμά;…Τίποτα δεν έγινε… ήρθα να δω τι κάνεις.
Ανασηκώθηκε με δυσκολία.
«Κοιμήσου, μη σηκώνεσαι είναι νωρίς…καλά σε βλέπω»…είχε λίγο αίμα στην πιτζάμα της…αλλά λίγο

«Όχι να σηκωθώ, αφού ήρθες»
«Άσε, βρε μαμά, κοιμήσου να ξεκουραστείς…θα τη μετρήσω, μόνη… δε λέγαμε χτες;»
«Όοχι, οοχι, κορίτσια που λέει κι ο πατέρας σου… αυτά τα πράματα είναι καλύτερα, όταν έχεις παρέα. Τον είδες που κρυφοδαγκάθηκε, χτες…ντροπή Χρυσούλα, μου πε …Αχ, Χρυσούλα, βόηθα να σηκωθώ, τώρα…και πάμε να τη μετρήσουμε παρέα»

16 και 9 η μάνα
13 και 9 η θυγατέρα

«Κρύο δεν έχει, σήμερα;»
«Απ’ την ταλαιπώρια, μάνα, τόσο αίμα χτες…είσαι και αγουροξυπνημένη, άνοιξε η μύτη σου καθόλου το βράδυ;… γιατί έχεις λίγο αίμα στην πιτζάμα σου»
«Όχι, από χθες είναι δεν άλλαξα, καθαρή ήταν η πιτζάμα μου, μόλις είχα κάνει μπάνιο» απολογήθηκε

Σε κανά δυο ώρες ξανανέβηκε να της πάει το πορτοφόλι και το βιβλιάριο της για το νέο…το σημερινό γιατρό.

Την βρήκε μπρος στο νεροχύτη εν πλήρει εξαρτήσει με τα μανίκια σηκωμένα να πλένει το σπανάκι.

«Πας καλά ρε μάνα, δεν είπαμε ξεκούραση…ας φάνε ψωμί και τυρί το μεσημέρι οι άντρες σου…έλεος πια»
«Έλα, μωρέ…τι κάνω, τη σαλάτα πλένω…σιγά τη βαριά τη δουλειά»
«Καθιστή, ρε μάνα, τουλάχιστον…θα τρέχουμε και δε θα φτάνουμε, πάλι»

«Ωχ, σταμάτα να φωνάζεις, με πρήξατε όλοι σας!» απάντησε, με τη γνωστή γλυκύτητα.
Το τηλέφωνο ανέβαλε τη σύρραξη

«Έλα τι κάνετε;» ρώτησε το στερνοπούλι
«Ωραιότατα…πλένουμε σπανάκι σαν να μην τρέχει τίποτα…Χθες, με 19 και 12 πίεση πήγαμε στη λαϊκή, σήμερα με 16 και 9 στο σπανάκι θα κωλώσουμε;… Πες τίποτα, γιατί εμένα δε μ’ακούει»...
...«Δε σταματάτε κι δυο σουρτούκες, λέω ΄γω» ελάλησε ο νεροχύτης
«Αχ…που καταντάει ο άνθρωπος Χρυσούλα, τα σκατά να σου βγαίνουν στον αφρό…και να σε κοροϊδεύουν, κιόλας!» συμφώνησε το σπανάκι



ΖΗΛΕΥΩ...καταλαβαίνεις;


Την πήρε τηλέφωνο το βράδυ, εκεί γύρω στις 9.
Είχε μέρες να τον ακούσει.

«Έλα, καλό μου, με ξέχασες…αφού είπαμε θα μιλάμε»
«Καλήσπέρα…ναι…είπαμε» της είπε με αναφιλητά

«Τι΄ναι βρε παληκάρι μου, τι συμβαίνει…σ’ακούω να κλαις…πες μου, τι;»
«Καλά είμαι…τίποτα…περιμένετε λίγο να φυσήξω τη μύτη μου, γιατί τρέχει» της απάντησε
«Τι ‘ναι, βρε γιαβρί μου…πες μου, σε παρακαλώ…» του΄πε και την πήραν τα σορόπια

«Καλά είμαι…μη στεναχωριέστε…εσείς τι κάνετε με το πόδι σας;» της είπε πιο ήρεμος.
«Δεν με πονάει… καλά είμαι, πες μου σε παρακαλώ»

«Έχουμε, κανένα νέο σχόλιο;»
«Να δω και να σου πω…όχι δεν έχει κάτι καινούριο»
«Διαβάστε μου…διαβάστε μου, τα παλιά»
«Κάτσε δυο λεπτά να τ’ανοίξω και θα σου διαβάσω…κι όποτε δεν θες ν’ακούσεις, άλλο …πες μου να σταματήσω…»

Τη σταμάτησε κάπου στη μέση…εκεί στ’αναφιλητά και στην αμηχανία

«Να σας πω να γράψετε, κάτι;»
«Πες μου…κάτσε να πάρω μολύβι και χαρτί»
«Όχι στο χαρτί…στον υπολογιστή θέλω…να το πληκτρολογήσετε»
«Θα το κάνω…θα το κάνω, μετά…να το γράψω με το μολύβι…και μετά, θα το πληκτρολογήσω και θα το βάλω…ότι μου πεις…πες μου…σ’ακούω»

«Όχι…όχι, αφήστε το…άλλη φορά είμαι καλύτερα, τώρα, είμαι καλά…»
...
«Νομιζω ήρθε η ώρα να κλείσουμε, τώρα»
«Καληνύχτα, εντάξει, άλλη φορά... πάρε με αύριο…θα είμαι σπίτι, να μιλήσουμε»
«Καληνύχτα…είμαι καλά, μην ανησυχείτε»

Την πήρε η μαμά του το άλλο πρωί
«Είχαμε δύσκολη μέρα χτες…σε πήρε το βράδυ…»
«Ναι, έκλαιγε…αλλά δε μου ‘πε…κάτι ξεκίνησε…μετά, το μετάνιωσε»

«Ναι, ήταν άσχημα απ’ το μεσημέρι, μετά το σχολείο…και ξέρεις τι μου ‘πε και με τάραξε…δε θα το πιστέψεις…ΖΗΛΕΥΩ μου΄πε, είμαι ένα τίποτα, δεν ξέρω τίποτα, ούτε μαθηματικά, ούτε αγγλικά, όλοι οι συμμαθητές μου ξέρουν…ΖΗΛΕΥΩ ΚΑΤΑΛΑΒΑΙΝΕΙΣ;…ΘΕΛΩ ΝΑ ΣΟΥ ΜΟΙΑΣΩ…ΝΑ ΜΟΙΑΣΩ ΣΕ ΣΕΝΑ…μου’πε.»


Υπομονή…μέχρι την άλλη Τετάρτη

Του ‘στειλε ντομάτες... καλοσχηματισμένες κατακόκκινες και με το κοτσανάκι τους πάνω να θυμίζουν ανοιξιάτικες… του κήπου.
"Πες του να τις βάλει στ άυτί...ελλείψει κερασακίων, που δινε η γιαγιά στον πατέρα σου την άνοιξη"

«Θα του αρέσουν» της είπε γελώντας «τις βάζει στο μαρούλι…χειμώνα καλοκαίρι ντομάτες… ας είναι κι άνοστες, του αρέσουν»
Τις έβαλε στο ψυγείο, για ν’αντέξουν.

Την πήρε τηλέφωνο
« Φχαριστώ για τις ντομάτες…μόνο, φοβάμαι να μην τις συμψηφίσουμε με τις μπάμιες, που σου ζήτησα…ισχύουν οι μπάμιες, ακόμα…έτσι δεν είναι;»

«Όχι, βρε δεν τις ξεχνώ τις μπάμιες, θα σου φέρω…δεν βρήκα στη λαϊκή αυτή τη φορά»
«Εντάξει, εντάξει…απλά τις θυμίζω να μη γίνει καμιά παρεξήγηση…και μπερδευτούμε κι από μπάμιες…ξεμείνουμε με τις ντομάτες»

«Υπομονή, βρε θα σου φέρω την άλλη Τετάρτη, φρέσκιες ανοιξιάτικες…με το ξυδάκι τους θα στις φτιάξω, να μοσχοβολήσει ο τόπος» υποσχέθηκε
«Θα κάνω…θα περιμένω... αρετή δεν έλεγες είναι; Αλλά, μέχρι την άλλη Τετάρτη, όχι παραπάνω…κι έχουμε παρεξήγηση»


Τετάρτη, 16 Απριλίου 2008

Ο ξάδερφος

Επειδή, σήμερα το πρωί, έπεσα πάνω σε μια παρέα ορεσίβιων γελαδερών, που μ'έκαναν και γέλασα πολύ... κι η Ρούλα, αν και δυσανασχετεί που το βαρύναμε, τελευταία, είναι ακόμα στα πεδινά...θα μιλήσει σήμερα ο ξάδερφος, για να ξανααισθανθεί ντεμπιντάντ η Ρούλα



Τα νέα κυκλοφόρησαν γρήγορα στο πουστοχώρι. Έτσι, έφτασε να λέει στα εξήντα του τη γενέθλια γη, ο πατέρας, με πόνο και θλίψη γι΄αυτήν, που τον συντρόφευαν από παιδί.

«Ο παππούς τυφλώθηκε». Ο παππούς ήταν ο μεγάλος ξάδερφος είκοσι χρόνια μεγαλύτερος από τον μπαμπά μας και από τότε...που τον πατέρα του τον σκότωσαν οι Γερμανοί, προστάτης της οικογένειας. Ο τωρινός 80χρονος, σύμφωνα με τα νέα, τυφλός παππούς ήταν κάποτε ο φόβος και ο τρόμος.
Βουνό, κακοτράχαλο σαν τον τόπο τους. Μέσα, όξω. Μάστορας, χτίστης και πετράς. Με κάτι χέρια εντυπωσιακά, σαν κουπιά. Είχε χτίσει πολλά σπίτια στο χωριό τα περισσότερα στη δικιά τους γειτονιά, στον πάνω μαχαλά, όπου έμεναν οι μη νομαδικές οικογένειες του χωριού, οι αυτοαποκαλούμενοι Γκρέκοι.

Υπήρχε μια υφέρπουσα κόντρα στο χωριό, μεταξύ κάτω και πάνω μαχαλά, μεταξύ Βλάχων και Γκρέκων. Η κόντρα αυτή εκφραζόταν από τον μάστορα ξάδερφό άλλοτε κόσμια για τα ορεσίβια ήθη, ως διαπίστωση « Οι Βλάχοι επειδή φκιάνουν τυρί, νομίζουν ότι μπορεί να φκιάσουν και σπίτι. Φκιάστε, μωρέ ζλάπια γιαγούρτ’ πρώτα κι αφήστε την πέτρα στους μαστόρους» κι άλλοτε...ως συμβουλή για τους θκους « Άμα δεις στο δάσος, καμάρι μου ένα φίδι κι ένα Βλάχο, πάτα τονε κάτω το Βλάχο κι ας το φίδι να φύγει».

Χοντρό χιούμορ, αγριάδα και αίσθημα αυτοσυντήρησης στο πικ , πλαισιωμένα από μια ακατάπαυστη διάθεση για μασλάτια συνέθεταν το χαρακτήρα του ξαδέρφου.
Οι ιστορίες του ατελείωτες. Μας τις αφηγούνταν, πότε ο ίδιος , πότε ο πατέρας, με την ίδια πάντα γλαφυρότητα και το απαραίτητο αξάν του πουστοχωρίου.

Στον ξάδερφο άρεσαν, εκτός από τα μασλάτια και οι γυναίκες. Οι άσπρες και αφράτες. Οι φράπες. Του άρεσαν, περίεργα, άγρια… ορεσίβια.

«Μια φορά και έναν κιρό είπι ένας μπάμπος να βρει μια μπάμπω... Την Κυριακή, μετά που απώλεσε η εκκλησιά, του φέρνει μια μπάμπω η μάνα τ’… Ήταν μια κοντή, αδύνατη ξερακιανή με κατιβασμένο το κιφάλι και το φακιώλι της δεμένο στραβά, με τη μια άκρη του κόμπου του να πετιέται προς τα πάνω. Σαν κέρατο. Να έτς αγιά!» συμπλήρωνε και έδειχνε τη θέση του κεράτου της μπάμπως... στο κεφάλι του, με το δείχτη του να κοιτάει το ταβάνι. «Και να μην τα πολυλογούμι»…συνέχιζε «Πάει η μάνα τ’ να ψήσει τον καφέ και μένει ο μπάμπος με τη μπάμπω στον καλόν οντά. Ο ένας στο ένα μιντέρι κι ο άλλος στο άλλο. Να ετς αγιά, όπως ιμείς καλή ώρα.» κι έδειχνε το στερνοπούλι μας.

Η μικρή μας, είχε ακούσει της περισσότερες ιστορίες. Τον αγαπούσε, γελούσε με τις ιστορίες του. Κι όσο εκείνη γελούσε, τόσο ο ξάδερφος έλεγε. Έπαιζαν και κολτσίνα. Μόλις ο ξάδερφος έβλεπε πως έχανε το παιχνίδι, χαλούσε την παρτίδα και ξαναμοίραζε τα φύλλα. Το καμάρι ήταν μικρό, δεν καταλάβαινε, ούτε την πείραζε. Αυτή να παίξει ήθελε, μόνο. Εκεινού, όμως, δεν του άρεσε να χάνει. Μεγαλώνοντας η μικρή μας κατάλαβε τι παίζει και άφηνε τον παππού να κερδίζει. Έκτοτε, όσο το στερνοπούλι ήταν στο χωριό, ο παππούς χανόταν απ’ τον καφενέ.

Τ’ αγαπούσε πολύ το στερνοπούλι… όλα τα παιδιά, γι’ αυτό κι όταν είδε κι απόειδε, αποφάσισε να υιοθετήσει τον ανιψιό του, που έμενε στο διπλανό χωριό. Το ανακοίνωσε στη γυναίκα του Ο αδερφός του είχε τρία, ζωή να χουν, δυο πιδιά κι ένα κουρίτσι, όπως έλεγαν στα πουστοχωρίτικα. Μπορούσε να του δώσει το ένα. Απλά πράγματα. Οι άνθρωποι, βαλίτσες...ανέκαθεν στην ψωροκώσταινα.

«Και να μην τα πολυλογούμι προσπαθούσε ο μπάμπος ο καημένος να δει την μπάμπω μα δεν τα κατάφερνε. Βλέπεις η μπάμπω ήταν ντροπαλή... και σοφαρή. Να μην μας πιριγιλούν κιόλας. Το λοιπόν... έσκυβε ο μπάμπος το κεφάλι τ’ να δει απαριστερά, γυρνούσι ή μπάμπω χαζογιλώντας απά δεξά. Μια ο μπάμπος δυο η μπάμπω... απόκαμαν κι δυο. Τη ρωτάει, που λιες , τότε ο μπάμπος «Πως σι λεν, μωρ’;» Σηκών’ τότε δειλά η μπάμπω το κιφάλι με το κέρατο κι λιέει στον μπάμπο μι νάζι, σταυρώνοντας τα χέρια στα γόνατά της. «Φωτεινήηη».

Μαρή τι Φωτεινήηη; Αυτήνη μον Φωτεινή διν ήταν. Ντιπ μαύρ’ καρκαλιασμένη ήντουνε η ξερακιανή. Σκοτεινήηη! Κατασκότεινη! Και να μην στα πολυλογώ έπεσε ο μπάμπος να πιθάνει απ την στεναχώρια τ’. Τι μπάμπω; Αυτήντουνε μαύρη γίδα μ’ ένα κέρατο, συμφορά του!

Η μανα τ’ απ’ το μαγιριό τον είδι. Απαρατάει τους καφέδες και τρέχει στον παππούλη να κανονίσει το γάμο, μην το μετανιώσει ο μπάμπος και ρεζιλευτεί το σόι. Και να μην τα πολυλογούμι, γίνεται ο γάμος και παένουν ο μπάμπος και η μπάμπω τ’ στο σπίτι.

Ο μπάμπος, πάνω κάτω, πάνω κάτω... βηματίζει το σπίτι ολάκερο. Όσο την κοιτάει, τόσο ανταριάζιται. Δεν ξέρει τι να κάνει, πάει να σκας απ’ το κακό τ’. Στέκιται λιγάκι, πάει προς τα εικονίσματα και λιέει : «Θε μ’, σχώρα μι» και μια κι δυο... παιρν’ το τσεκουρούλι τ’ , τσακών’ τη μπάμπω απ’ το σβέρκο και σβάπα, σβούπα , παρτην κάτω τη μπάμπω! Και ζήσαν αυτοί καλά κι μεις καλύτιρα, καμάρι μου»

Η ιστορία τελείωνε, πάντα με το καμάρι να γελάει με γουρλωμένα μάτια και να φωνάζει «Ψέματα, είναι θείο! Ψέματα».

Το αγαπημένο του «τσεκουρούλι», πρωταγωνιστούσε σε πολλές ιστορίες του, ως απόλυτος παράγοντας επιβίωσης. Ιστορίες κυνηγιού, πεζοπορίας στο δάσος, ιστορίες με χιόνια και βροχές, ιστορίες με κακουχίες και μάχες. Ιστορίες ψεύτικες κι αληθινές. Δύσκολα τις ξεχώριζες.

Από γεννησιμιού του ήταν μαχητής περήφανος ο ξάδερφος, πολεμιστής, ερωτευμένος με τα «Ελληνικά στρατά». Η μόνη ιστορία που δεν έβγαζε γέλιο ήταν αυτή της Πίνδου που έσωσε τον εαυτό του και τον λόχο του από τα κρυοπαγήματα με το «τσεκουρούλι», μοναδικό εφόδιο του, σαν έφυγε απ’ το χωριό για το μέτωπο. Μ’ αυτό όλος ο λόχος του, έκοβε «τσαλιά» κι έφτιαχνε «γιατάκια», όπου έστρωνε τις χλένες του το βράδυ, πριν πέσει για ύπνο. Οι άλλοι φαντάροι, παιδιά της πόλης που κοιμόταν κατάχαμα στο χιόνι «ήντουνε γεννημέν’ για να πιθάνουν», για τον ξάδερφο. Ο λοχαγός του, του έγραφε γράμματα, μέχρι τελευταία. Του τα διάβαζε η εγγονή του.

Ο ξάδερφος δεν ήξερε γράμματα. Και τον πείραζε.
«Σαν τυφλός είμαι αξάδερφε», εξομολογούνταν στον μπαμπά μας. Τους αριθμούς τους ήξερε, τα γράμματα δε γνώριζε. Με δυσκολία έγραφε το όνομά του, μα ήξερε να κάνει υπολογισμούς, Θες απ’ το χτίσιμο, θες απ’ την κολτσίνα, θες απ’ την αυτοσυντήρηση, έμαθε και καμάρωνε γι’ αυτό. «Μπορεί να μην είμι γραμματιζούμενος, σαν κι σας, αλλά με τις παράδες κανένα ζλάπ, όσο τρανό και να ‘ναι δεν ημπορεί να μι γιλάσι».Τα λεφτά ήταν ανέκαθεν «κριβά» για το πουστοχώρι.

Στη μάνα μας τηλεφώνησε, η Βασίλω, για να πει τα κακά μαντάτα. Όλο το πουστοχωρήτικο σόι, στις δυσκολίες, πάντα στη μάνα μας τηλεφωνούσε. Νοσοκομεία, γιατρούς, αγορές, γεννητούρια, βαφτίσια, γάμους, κηδείες. Όλα έπρεπε να τα φέρει εις πέρας « η πρωτευουσιάνα». Καλά και κακά. Ήξερε αυτή, μπορούσε.
Κι η μάνα, παιδί υιοθετημένο από τα τρία από το νουνό της, τον Αμερικάνο, έναν πλούσιο για το πουστοχώρι, ηλικιωμένο Έλληνα της διασποράς, με μια γυναίκα, κατά πολύ μικρότερή του, και μια στριμμένη γριά την πεθερά του Αμερικάνου, να της κάνει τη ζωή μαύρη και να την αποκαλεί «παστρικιά», κάθε που ζητούσε να κάνει μπάνιο, μεγάλωσε στερημένη από κανάκεμα και χάδια.

Και νόμιζε ότι το πουστοχωρήτικο σόι την αγαπούσε, την εμπιστευόταν τη θεωρούσε ικανή, την εκτιμούσε γι’ αυτό της έβαζε δύσκολα. Και χαίρονταν και έτρεχε και νόμιζε πως τη χαϊδεύουν. Και χαίρονταν και τους χάϊδευε και τους κανάκευε. Όλους. Και δεν έβλεπε, τα πουστογέλια, δεν άκουγε τις μπηχτές «εμείς προτιμήσαμε θωριά. Όχι διαμεράσματα», δεν ένιωθε τα δαγκώματα αν και είχαν αρχίσει, με το θράσος του δυνατού, από νωρίς. Έξι μήνες, μετά που παντρεύτηκε,19 χρονών ήταν, όταν της ζήτησε το σόι να θάψει, μόνη η νύφη, το πρόωρο μωρό, μιας εκ των κουνιάδων της. Αχ, μαμά μου, μαμά μου.

« Θεός σχωρέστην», την κουνιάδα, βρε μαμά, λίγο πιο μεγάλη ήταν, λυπημένη, ζαλισμένη, έχασε το πρώτο της παιδί. Δεν την προστάτεψαν. Αυτό της είπαν να κάνει, αυτό έκανε.

«Ο παππούς τυφλώθηκε» είπε στο τηλέφωνο η Βασίλω, η νύφη του ξαδέρφου.
Η μάνα πάγωσε. Ο ξάδερφος ήταν ο αγαπημένος της στο σόι. Και της μάνας και του πατέρα.

Ο μπαμπάς μας μεγάλωσε , μέχρι τα έξι του που ήταν στο πουστοχώρι, έχοντας τον ξάδερφο για πατέρα. «Ήταν, πάντα τεράστιος» μας έλεγε συχνά. Τον αγαπούσε και τον φοβότανε. Όσες φορές και να μας έλεγε την ιστορία, που ο ξάδερφος τον έστειλε να μαζέψει τη γελάδα, και του ‘πε : «Ξανθέ, πρόσεξε καλά. Θα ρίξω μια φτυσιά απάν στην πέτρα και θα σε περιμένω. Πριν η φτυσιά στεγνώσει, η γελάδα πρέπει να ναι στο παχνί», συγκινούνταν.
Και με βλέμμα παιδικό, δικαιολογούνταν στο τέλος της ιστορίας «Πέντε χρονών ήμουν… ντάλα καλοκαίρι ήταν, 12 ή ώρα το καταμεσήμερο. Άστα…» Κάθε φορά η ίδια δικαιολογία, μήπως δεν την είχαμε ακούσει.
Μετά τα έξι του άφησε τον ξάδερφο και το πουστοχώρι και ξεκίνησε το ταξίδι στα ορφανοτροφεία της Φρειδερίκης… κι έμαθε να μεγαλώνει μόνος του.

-Έλα, βρε Βασίλω, είπε η μάνα, μήπως υπερβάλεις. Τυφλώθηκε; Μια χαρά ήταν ο άνθρωπος πριν ένα μήνα που ήμασταν επάνω. Θεριό ανήμερο, όπως πάντα.
- Όχι, όχι. Δε βλέπει ντιπ, σου λέω. Αυτή τη φορά την πάτησε για τα καλά, ο παππούς, είπε η Βασίλω με μια δόση ικανοποίησης, ίσως και προσμονής. Δεν είχε την καλύτερη σχέση με τα πεθερικά της, όπως όλες οι νύφες του καιρού της. Φοβισμένη γυναίκα, σκυλί στη δουλειά και τέρας υπομονής. Όλες τις ελπίδες της, τής είχε εναποθέσει στο Θεό. Γυναίκα της εκκλησίας. Είχε ακούσει πολλές φορές τον παπά να λέει «Ενός κακού μύρια έπονται»…Δεν το πολυκαταλάβαινε, τον ρώτησε. Τώρα ήξερε και το περίμενε.

- Να τον πάμε σε ένα γιατρό τον άνθρωπο να δούμε τι θα μας πει, είπε η μάνα.
- Μπα δεν κατεβαίνει ο παππούς, δεν αφήνει τον οντά του. Εδώ σε μένα δεν έρχεται. Όλη μέρα ξαπλώνει και κοιμάται. Ούτε στο καφενείο δεν πάει. Έχει πέσει να πεθάνει σου λέω, ξεστόμισε τέλος, τέλος.

Το βράδυ η μάνα είπε στον μπαμπά μας τα μαντάτα.
Εκείνος συννέφιασε και πήγε στο τηλέφωνο, διαδρομή που επέλεγε, μόνο σε εξαιρετικά κρίσιμες καταστάσεις.

-Έλα, Τάκη. Χαθήκαμε, βρε, κουπούκι, είπε στον νεανικό του φίλο,έναν μεγαλοοφθαλμίατρο. Τάκη ένας ξάδερφός μου, παππούς, δεν είναι καλά και θέλω να τον δεις.
-Φέρ’ τον αύριο το πρωί στο νοσοκομείο.
-Όχι, όχι, αύριο Τάκη. Να τον πείσω πρώτα να κατέβει απ’ το χωριό.
- Εντάξει. Τότε, μεθαύριο στις 9.

Ο Τάκης, 50αρης οφθαλμίατρος, στο απόγειο της καριέρας του. Ακριβοθώρητος, με ραντεβού κλεισμένα για δυο μήνες μετά, και μια γραμματέα, Γκεστάπο την έλεγε ο ίδιος, να σε περνάει από χίλια κόσκινα, μέχρι να σου κλείσει ραντεβού, δεν χαλούσε ποτέ χατήρι στον μπαμπά μας. Και ήξερε ότι ο φίλος του δε χρειαζόταν παραπάνω από ένα πρωινό για να πείσει κάποιον.

Δυο μέρες μετά, ο ξάδερφος με το καλό του το κουστούμι την τραγιάσκα του και το χασεδένιο του μαντήλι στην τσέπη ήρθε στην πόλη. Δεν του άρεσαν οι μετακινήσεις, τον ζάλιζε και το λεοφωρείο, λίγο και η αγωνία, φαινόταν ταλαιπωρημένος. Μόνο, γι’ αυτούς που τον ξέρανε.

Μπήκε στο γραφείο του Τάκη επιτρέποντας στον μπαμπά μας, μόνο ένα ελαφρύ αγκαζέ, ως βοήθεια. Για μπαστούνι ούτε λόγος. «Μη μας πιριγιλούν κιόλας»… κι οι εχθροί στην πόλη είναι και περισσότεροι κι αμολημένοι.

Γέμισε το γραφείο ξάδερφο… ήταν και μικρό νοσοκομειακό.

Ο γιατρός καθισμένος στο γραφείο του, χάθηκε. Ο Τάκης ήταν σαν τη «μπάμπω». Μαύρος, κοντός ξερακιανός, όλο νεύρο. «Διάολος, σωστός», έλεγε ο πατέρας. Ευτυχώς δεν έβλεπε ο ξάδερφος.

Κάθισε στην καρέκλα ο ξάδερφος, συμμαζεύτηκε, λίγο το πράμα.

Πήρε ο φίλος, παράμερα το φίλο να μην ακούσει το βουνό.
-Τι παππούς, βρε αθεόφοβε, αυτός είναι θεριό. Αντάρτης ήταν; ρώτησε ο Τάκης, με ελπίδα... αναντάν μπαμπαντάν αριστερός.
-Σιγά Τάκη ! Θα μας ακούσει και θα σε πνίξει αν καταλάβει, που τον λες αντάρτη.

Γέλασε και μαζεύτηκε ο γιατρός.
Τον εξέτασε.

-Καταράκτη έχει ο άνθρωπος, είπε τελειώνοντας την εξέταση. Φέρ’ τον αύριο να κάνουμε την επέμβαση. Δεν είναι τίποτα. Σε μια βδομάδα θα είσαι καινούριος…. Μόνο πρέπει να σε διώξουμε γρήγορα μπάρμπα. Μη μας χαλάσεις και τις νοσοκόμες!

Ο ξάδερφος χαλάρωσε και γέλασε. Περήφανα. Του άρεσε αυτός ο γιατρός. «Θκός μας άνθρωπος!».

Το θεριό έζησε δώδεκα αξιοπρεπή χρόνια μετά την επέμβαση. «Έλυσε τον άλσο» στα ενενήντα δύο του χρόνια, πλήρης ημερών και ιστοριών. « Και έζησε αυτός καλά κι ‘μεις καλύτιρα».