Πέμπτη, 24 Απριλίου 2008

Ο πατέρας 5


Να σαι καλά βρε Αντώνη την έκανες και γέλασε τη θεία Ρούλα!



Δεκαπέντε χρόνια μετά και αφού είχαν κάνει με τη φρεγάτα δυο παιδιά και τον πύργο, συναντήθηκε με τον Παναγιώτη. Τον είχε πεθυμήσει, ήθελε να τον δει, να τον ρωτήσει για τ’ όνειρο... Του τηλεφώνησε. Τον προσκάλεσε σ’ ένα κουτούκι του κέντρου που πήγαινε, με καλό μπρούσκο και ωραίες καντάδες. Ο πατέρας Ιωσήφ δέχτηκε, με δισταγμό… για το χατήρι του. Είχε χειροτονηθεί, ήταν πρωτοσύγκελος στη Μητρόπολη.

Και, αφού θυμήθηκαν τα παλιά... είκοσι χρόνια μακριά, είπαν και τα νέα, το μπρούσκο και οι καντάδες πήραν το λόγο. Και ο πατέρας άρχισε να ρωτά.

-Πες μου, φίλε μου Ιωσήφ, γιατί νομίζω πως δεν καταλαβαίνω. Έπλασε ο Πανάγαθος, λέν’ οι Γραφές, τα ζώα «καλώς». Μετά αποφάσισε να πλάσει τον άνθρωπο. Και τον έπλασε «λίαν καλώς» μεγάλη η χάρη του και κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση του. Σωστά μέχρις εδώ;
Συγκατάνευσε ο πατέρας Ιωσήφ, ευχαριστημένος. Ο φίλος του μπορεί να είχε αρνηθεί τ’ όνειρο, αλλά δεν το ‘χε ξεχάσει.

-Και πως γίνεται, ευλογημένε, εσείς οι Δεσποτάδες να μας λέτε «Δούλους του Θεού», όταν μας παντρεύετε και ποίμνιο, όταν μας κηρύττετε το θείο λόγο του. Πώς από το «λίαν καλώς», πήγαμε στο δούλος και πίσω στο «καλώς», μαζί με τα πρόβατα;
Ο πάτερ συννέφιασε. Του είπε ότι αμαρτάνει. Ότι έχει απομακρυνθεί. Και του εξήγησε, με στωικότητα, για ώρα. Για τον νόμο, για το γράμμα, για το δόγμα. Ο πατέρας τον άκουσε με διάθεση να καταλάβει, με υπομονή… αλλά πάλι δεν καταλάβαινε.

- Αγαπημένε μου φίλε, έρχομαι εδώ, στο κουτούκι και γλυκαίνει η καρδιά μου. Με το κρασάκι, τη φρεγάτα μου, την καλή παρέα και τις καντάδες αγαλλιάζει η ψυχή μου. Είναι σαν τότε, που ψάλλαμε το «Γλυκύ μου Έαρ». Είναι απ’ την, τόσων χρόνων… αποτοξίνωση ή απ’ την αρτηριοσκλήρωση;
- Αρτηριοσκλήρωση, φίλε μου. Αρτηριοσκλήρωση και βαριάς μορφής, απάντησε ο πάτερ, γρήγορα, χωρίς σκέψη, χωρίς έλεος.
- Στάσου, βρε Ιωσήφ, μη με αποπαίρνεις, άκουσέ με. Σου ανοίγω την καρδιά μου.
Ο πάτερ, τίποτα. Άρχισε να μιλάει ακατάπαυστα. Αυστηρά, τώρα. Για το καλό και το κακό, το δέον, για τις γραφές, τους αποστόλους, τον Παύλο, την ιδέα, τους αγώνες…Οπαδός ο πάτερ, φανατικός… του θύμισε τους Παοκτσήδες στο καφενείο, ήμαρτον Θέ μου.

Αχ, βρε, Παναγιώτη, τι το κάναμε το ρημάδι τ’ όνειρο;

Ο πατέρας άκουγε όλο και με λιγότερο υπομονή. Δεν μπορούσε να πιαστεί από πουθενά. Από κανένα λόγο του. Λόγος αυστηρός, ξύλινος, μακρινός, ερχόταν κάπου από ψηλά και ακουγόταν όλο και λιγότερο. Σε λίγο ο πάτερ, μόνο τα χείλια κουνούσε, φωνή δεν άκουγε ο πατέρας.
Ξαφνικά, άκουσε τη φωνή της μάνας. Τον επισκεπτόταν στα δύσκολα. «Αχ, παιδάκι μου κάθετι αψηλά… δε σου λεγα;»

Βάλσαμο ο λόγος της μάνας. Κιβωτός ευλογημένη…
Ξύπνησε το ορεσίβιο στον πατέρα. Είχε κουραστεί κι ο πάτερ. Του άρπαξε τη μπάλα.

«Θα σου πω μια ιστορία Παναγιώτη, θκιά μας των ανθρώπων. Είναι συνάμα και σοβαρή και αστεία. Σχώρα με, από τώρα, αν σε στεναχωρήσω.»
Και του πε, του πάτερ για το Θεολόγη, το φίλο του το μαραγκό.

«Πριν έξι μήνες, ο Θεολόγης, άρχισε να μου παραπονιέται για έναν πόνο στο στήθος. Σαν και μένα, φοβόταν τους γιατρούς και δεν πήγαινε. Μαζί λέγαμε για τους πόνους μας. Τέλος πάντων ο πόνος επέμενε και χειροτέρευε. Τον έπεισα να πάει στο γιατρό. Καρκίνο του είπε και σε προχωρημένο στάδιο. Ζαλίστηκε ο Θεολόγης. Σταμάτησε το τσιγάρο και να ‘ρχεται στο μαγαζί. Πήγα μια μέρα να τον δω στο σπίτι. Έβλεπε ειδήσεις… φοβισμένος, μαζί με τη γυναίκα του τη Μαρία. Καλό κορίτσι της εκκλησίας. Του στάθηκε πολύ.

«Είπαμε με τη Μαρία, να πάω στο Όρος, να εξομολογηθώ, να αλαφρύνει η καρδιά μου» μου είπε. «Φεύγω αύριο. Σε δυο μέρες , αν θέλει ο Θεός θα ‘μαι πίσω. Θα ‘ρθω να σου πω.»

Ο Θεολόγης στο Όρος να εξομολογηθεί; Σκεφτόμουν πηγαίνοντας στο σπίτι. Τι να εξομολογηθεί, ούτε μυρμήγκι δεν πείραζε. Όλοι οι μαστόροι σ’ αυτόν πήγαιναν για δανεικά. Μα πολλά, μα λίγα, ότι είχε όλα τα ‘δινε. Όχι από τους δυο τον ένα, αλλά από τους δυο και τους δυο… έδινε. Και ποτέ δεν τους ζητούσε πίσω.

Με την εκκλησία δεν τα πήγαινε, βέβαια, πολύ καλά από παιδί. Είχαν ένα τραγόπαπα στο χωριό που όλο τους μάλωνε και τους έσκιζε τις μπάλες και αντί να βλέπει το Θεό και την εκκλησιά του, έβλεπε και κάρφωνε τους «κομουνιστοσυμμορίτες». Ο πατέρας του Θεολόγη ήταν «ένας από δαύτους».
Τέλος πάντων πονεμένος ήταν τώρα, φοβισμένος, βαριά η καρδιά του. Τον έπεισε, φαίνεται και η Μαρία, το αποφάσισε. «Να ‘ναι ευλογημένο είπα με το νου μου. Καλό θα του κάνει.»

Ο πατέρας Ιωσήφ τον άκουγε, με συναισθήματα ανάμεικτα. Μια περηφάνια για «το απολλωλός» και «την επιστροφή του». Μια τσίτωμα για «τον τραγόπαππα» και «τους κομουνιστοσυμμορίτες». Πάντως τον άκουγε τον πατέρα, με προσοχή.

«Ήρθε στο μαγαζί, όντως, με τη βοήθεια του Θεού, δυο μέρες μετά. Τον αγκάλιασα. Μου φάνηκε, καλά. Ο παλιός, καλός Θεολόγης, μ’ εκείνο το παιδικό, πονηρό χαμόγελο, πριν ή μετά την σκανταλιά.

«Κάτσε, φίλε να σου πω» Άναψε τσιγάρο κι άρχισε…
«Πήγα, λοιπόν ο αθεόφοβος, στο μοναστήρι. Με φίλεψαν, με κοίμησαν. Να ναι καλά οι παππούληδες μ’ ‘κάναν όλα τα χρέα. Την άλλη μέρα το πρωί ξύπνησα ξεκούραστος και πήγα να δω τον μοναχό που μου ‘χε πει η Μαρία. Ήθελα να του μιλήσω. Και τα ‘πα όλα, φίλε μου. Στο ορκίζομαι. Κι αυτά που ρώτησε κι αυτά που δε ρώτησε. Χαρτί και καλαμάρι, και ξαλάφρωσα. Εκεί, που τελείωσα αυτά που είχα να πω, μου λέει ο παππούλης. «Γονάτισε, Θεολόγη, παιδί μου και βάλε το κεφάλι σου, κάτω από το πετραχήλι να σε ευλογήσω.»

Μου ‘ρθε ο ουρανός σφοντύλι, βλαχούλι μου. Δεν ήξερα από πού να φύγω. Πώς να μην γελάσω. Πώς να διώξω από τα μάτια μου τη στιγμή που κορόιδευα τη Μαρία για τον τραγόπαπα, κάτω απ’ τ’ αυλάκι, που τον τσακώσανε να χώνει τις ανεψιές του, κάτω απ’ το πετραχήλι και να δείχνει, καμαρωτός… τα τέτοια του. Μπίτ χαβά σου λέω πήγε η εξομολόγηση. Μπίτ χαβά και η εξομολόγηση και το ταξίδι!

Πού πας, ρε αθεόφοβε, είπα στον εαυτό μου; Τώρα στα τελευταία; Ή παπάς, παπάς ή ζευγάς, ζευγάς. «Και μένα, βλαχούλι μου», μου είπε, «μου ταιριάζει, μάλλον, καλύτερα ο ζευγάς. Εδώ θα πεθάνω, κάτω στο εργαστήριο, στο υπόγειο, με το τσιγάρο και τα ροκανίδια μου»

Σιγή ο πάτερ, σιγή κι ο πατέρας.
Ήπιαν δυο γουλιές κρασί. Ο πατέρας άναψε κι ένα τσιγάρο.

«Άνθρωποι με τις αδυναμίες μας, ουστά. Άνθρωποι με ράσα και χωρίς ράσα.» είπε ο Παναγιώτης.
Ο πατέρας χαμογέλασε, τ’ άρεσε η απόκριση.

«Πες του να προσεύχεται, φίλε μου. Είναι καλός άνθρωπος. Ο Θεός βλέπει και ακούει. Κι απ’ το υπόγειο. Πες του να προσεύχεται για να ξαλαφρώνει»

Ήπιαν το τελευταίο μπρούσκο, σιωπηλοί, μονιασμένοι, αδελφές ψυχές, όπως, τότε…
Τα ξαναχάλασαν κατά το ειωθός στο λογαριασμό, για λίγο. Τον άφησε ο πατέρας να κεράσει τον φίλο του, αφού εξάντλησε όλα τα επιχειρήματα, « εγώ σε κάλεσα… δε σου ‘πα και λίγα…».
Επέμεινε, σθεναρά ο πατέρας Ιωσήφ. Ήθελε να πληρώσει αυτός για τη συνάντηση. Σα να το χρωστούσε στο φίλο του.



2 σχόλια:

An-Lu είπε...

Από τις ωραίες ιστορίες σου...

roula karamitrou είπε...

Να σαι καλά, βρε An-lu που συνεχίζεις κι έρχεσαι και τις διαβάζεις:)