Σάββατο, 29 Ιανουαρίου 2011

Για μια Τεία και μια Νία στη φορμόλη

Γύρω γύρω όλοι οι εξ
Στη μέση αυνό με τα σπορτέξ
Εξ λαμόγια εξ νογάτοι
Καστανήδηδες τσουκάτοι
Από λίγο λίγο όλοι
Για μια Τεία και μια Νία στη φορμόλη

Και πιο γύρω κι οι ταχτοί
Τούρκοι πάνω σε μιράζ
Σέχτες που χανε βρεθεί
γκιαούρηδων παλιό τιράζ
Παίχτες εν αναμονή
Να τη βγάνει η αρπαχτή


Κι είναι κι είναι μια κι αυτή
Θεια μ αμιρσούδα παστρικιά
Που φόρενε πολλά βρακια
Κι όσο το έν να λύσει
Τ’άλλα τα έχει κατουρήσει

Τι να συ καν κι η επιτροπή
Ένα και κάτι χρόνο πλύσιμο του ζηλωτή
Της Τείας το να το βρακί απλώνει
Της Νίας τ’άλλο να στεγνώνει
Και λίγο λίγο όλοι
Σεκόντο στη φορμόλη
Να κρατηθούν να κρατηθούν
μια Τεία και μια Νία μικρανιψιές παρούσες
Σε αλλαξοκωλιές με τα μικρά ανθούσες
Μα στα κιβούρια μεγαλοπρεπούσες
Παρτάλου Πολιτεία, Δαμάλου Κοινωνία
Του δύο δέκα του χιλιάρικα απελθούσες
Να κρατηθούν να κρατηθούν να κρατηθούνε
έχουν παιδιά έχουν παιδιά πρέπει να μάθουνε κι αυτά
πώς και τους λάκκους τους να εκχωρούνε

Τρίτη, 25 Ιανουαρίου 2011

Ω τι τιμή εφέντιμ !

ω τι τιμή εφέντιμ, τι τιμή
τρία χρόνια πια θα πάνε
μα οι ευεργετούσες δεν ξεχνάνε
που με στελ-έχωσες, μα αυθωρεί



και είπες χίλια και διακό
έρεε το ρευστό ακόμα
τώρα χωστό, μα για το κόμμα!
και αυτοκίνητο και κινητό


κι έγραψες κατοστάρικα εννέα
πατρόνε ατιμούλη
ώρες οχτώ και ένσημα
φιλάω και χριστούλη


κι εννοούσες δεκαόχτώ
και πώ πώ πώ …μα κάτι είχα να πλερώ;
μυαλό, ένα μονάχο του κι αυτό, πατρόν
λησμόνησε…κάθε οπόταν το μισθό
κι όταν φοβόταν κανά ένσημο

και σόνραντα γκελί αφεντικό
μυαλό και πατριδογνωσία
πως αν για γίννο θηλυκό ψαχτείς
καπούλια από σερνικό με μιας θα δεις
μα γαϊδουρίτσας γκρεμνολάγνας αφασία
μ ’υπομονή σου την εφτιάχνει τη γωνία


και τι τιμή εφέντιμ, τι τιμή
μεσούσης της καταγγελίας
να χαίρω με τη μία ευδικίας
κι από στέρφο γαϊδουρομούλαρο
εις πουτανί με ταμ εννέα του μηνού του στο μουνί
να προαχθώ, νταχτιρντισμένε εργοδότη
έλληνα προστατευμένε δουλειοδότη



φτηνέ λιγδιάρη πατριώτη
που ναν καλά το τραπεζόνι
σου πήρενε κοψοχρονιά
του πατερούλη τη θηλιά
και τώρα μ’ένα εφηβικό μπροστάρικο αφιόνι
ψηλώνω εκραυγάζεις
πα σε ογδόντα μόνο φαμελιές χαράμι
κι αφεντικό σε στήνουνε ξανά στο μάνι μάνι
για ότι με όπλα και λακέ διπλωματία
δεν μας ίκατσε…χαλάλι αλάνι
τρέμετε βουνά, ποιας ωρέ Αλβανίας;
έλληνας νιος επενδυτής θα σας πατήσει
ίπρεπε… πως αλλιώς, μα για τη βόρειο ήπειρο
είναι καλέ, που έχει φαληρίσει!


ω τι τιμή εφέντιμ, τι τιμή!

Κυριακή, 23 Ιανουαρίου 2011

Μαλακίες λέει αυτό από πάνω...

23.13.του 2 10 του χιλιάρικα
από το



Δύο δύο δέκα
Δέκα δέκα θα κατρακυλάς σκαλιά
Για τις δυο μου φτήνιες για τις δυο κοπριές
Π’ όταν σου τις φτύνω, ντύνεσαι λεκές


Πλάκα στο χωριό πλάκα στο χωριό
Ζίμενς βατοπέδι κι άγιος ο θεός

Δύο δύο δέκα
Δέκα δέκα θα σου στέλνω χρεωστικά
Για τις δυο σου φάρες και για οχτώ γενιές
Θα χεις να χρωστάεις και να μυξοκλαις


Φάκα στο χωριό φάκα στο χωριό
ούριο ποντικάκι ο κυρίαρχος λαός
Φάκα στο χωριό φάκα στο χωριό
Τ’ άκουσες, ω φάδερ εγιωργιέψαν τον υιό


δύο δύο δέκα
δέκα θα σου άδω, γιε του στο αυτί...ιιί ιιί ιί
και τούτονε το χρόνο και τ'άλλον που θαρθεί
και κείνον με το τρία και το έξι γιαλαντζί...βρε ιιί ιιί ιί
για να μην ξεχάσεις τη νέα μας αρχή


Φάκα στο χωριό φάκα στο χωριό
ούριο ποντικάκι ο κυρίαρχος λαός
Φάκα στο χωριό φάκα στο χωριό
Τ’ άκουσες, ω φάδερ εγιωργιέψαν τον υιό


Δύο δύο δέκα
Δέκα λέει, θα μου χώνει τα τζιβιά
που σ' άφησε να γλύψεις πειναλέοντα
μια για τη ρεμούλα δυο για την κλεψιά
κι ας χρωστάει ο γιόκας τον Αχέρωντα


Σήψη στο χωριό σήψη στο χωριό
Τ’άκουσες πατέρα βρώμισε χτικιό

Δύο δύο δέκα
δέκα δέκα κι ο πλερούπαις το αυτό
ντο εφτάς πατέρα νταβράντισεν ο γιος;
ντο εφτάς πατέρα, γύρισες πλευρό;


Σήψη στο χωριό σήψη στο χωριό
Τ'άκουσες πατέρα λέρωσα κι εγώ


Δύο δύο δέκα
δέκα το κατάπημένο σου παιδί
κι όταν εγυρίσεις πάλι απ την αρχή
ωσότου εξυπνήσεις, ωσότου σηκωθείς
ωσότου μου εγυρίσεις συγγνώμη διαδρομής


Σήψη στο χωριό σήψη στο χωριό
Ξύπνησε πατέρα, βγες μαζί μου εμπρός


Δύο δύο δέκα
δέκα δέκα ν'ανεβούμε τα σκαλιά
να διώξουμε γιαβόλια και πρίγκιπες υιούς
με δρόμους τα καριόλια, τους ντεμέκ ταγούς

Να γιάνει το χωριό να γιάνει το χωριό
να μυρίσει δίκαιο ξανά λαό

Παρασκευή, 21 Ιανουαρίου 2011

Του δύο δέκα του χιλιάρικα, λερή κληρονομιά

Μια κερά μ’ένα φουρό
μια φορά κι έναν καιρό
είχενεν πολλά σκυλιά
πεινασμένα ως τ’αυτιά

Τα λυπήθηκε η δόλια
π’αγυρτάγαν σα διαόλια
κι εσηκώνει το φουρό
και τους δείχτει νιο ντορό

Δω καλά μου, για ελάτε
και σας έχω για να φάτε
λιχουδιά λαχταριστή
θα σας πνίξω βρε μ’αυτή

Μια και δυο τα εσβερκώνει
χουβαρντού αναθρεμμένη
και κινάει να τα δένει
με λουκάνκα η ψημένη


Άι μωρ’ σκλιά μου, άι χορτάστε
κι έχω αρμαθιές μπαμπάτσκες
λουκανίκων, λουκαντρέων
λουκακώτσων των σπουδαίων
λουκατζώρτζων πριγκιπέων
και φρανκφούρτης για σιχτίρι
λουκαχμάκηδων γιωργάκηδων
ευθυτενών κι ωραίων


μα φάτε, φάτε… φάτε ζωντανά μου, φάτε
εφαρδύναν οι μασέλες, ξεχειλώσανε οι κλιές
μπίτισαν κι οι αρμαθιές, γίνηκαν κερά και σκύλοι
να γελάς και να τους κλαις

και κει στης πείνας τις αρχές, στου δύο δέκα του χιλιάρικα το βγες
ένα το πιο διαβαστερό και σοφαρό, που τοχε στείλει ο θεός για δώρο,
ταβάνι να χουνε τα άλλα τα σκυλιά
πόσο πολύ μπορεί να ξεχειλώσει μια κοιλιά
εκεί που μάσαγε μιαν αρμαθιά γκαβάντζα
εσηκώθη απ’ανάγκη ισχυρή
μια που ως άρρεν ίπρεπε ορθός να κατουρεί
κι όσο εψαχνότανε για να βρει που είχενε καταχωνιάσει
κείνο που εμπέρδεψε με τη σκληρή τη βούρτσα του θανάση
του ρθε ιδεάκι τιριλό… όχι ρε θεία!
δεν ειμαστε σα λόγου σου από χωριό
ορμάτε αδέρφια, πόδια γοφιά μεριά κοιλιά
φάτε όπως μας έμαθε η θεια
φάτε σκυλούμπες μου, ώμους δαχτύλια και αυτιά,
φάτε την κι ειν χαζιά η θεια
φάτε την κι είναι σας ελέγω προς δικαίου, δυτικού ντορός
τεό ντορός, τεό συν μόνο κι αυτό ίσως υπευθύνου, ο ντορός
αφού μονάχη αλαφροκάνταρη η θεια έκανε το φουρό
λωρό κι ανάθρεψε αντί παιδιά σκυλιά, γερόντια ξυγκιάρικα σκυλιά
του δύο δέκα του χιλιάρικα, λερή κληρονομιά

Δευτέρα, 17 Ιανουαρίου 2011

Στην Αστιανή

φευγάτη σε αλάνα διπλανή
με γλάρους που τις πέτρες καταπίνουν
να στείλουν γλιτωμό στην Αστιανή

και γάτες που πεινάνε και ξοδιούνται
ανάμεσα σε μια μπουκιά και μια κλωτσιά
κλέβοντας κόρες σπουργιτιών που κατοικούνται
από μια σβελτάδα ενοχική για την κλεψιά
ανθρώπων ψίχουλα να διηγιούνται

σε αμανέ τις ευλογίες
στης φουρτούνας τις γητειές
στων λαϊκών τις αντοχές
μόναχων του καφενέ ματιές
για δυο ήλιου τζούρες
μπάμπουσκας μαλαγανιά
στου κόλπου των νυμφών τις υγρασίες

στην τριανδρία στης σουλτάνας
πλάτη στο μέσα και το χέρι μαξιλάρι
να στηρίζει σου τα μπόσκα
του κακοκαιριού αγκωνάρι
να τανύσει σου το στήθος
στην κοπάνα ν αναπνεύσει
το παλιακό ώρα καλή, ψαρά ευκή
για επιστροφή στο γρίφο

Σάββατο, 15 Ιανουαρίου 2011

Μια γραία της υπομονής

Μια γραία της υπομονής
εσυναντήθη στα στερνά
με μιαν ωραίαν εποχής
και εσασύρντισεν


Εφόρεσε καπέλα
να διασκεδάσει τα λευκά
έμαθε τα γαργαλιστά μποά
κι ωμοεδέχθηκε νυμφίους
παρέα στους έως πρότινος
αλί τρεμάμενους γομφίους

Μ’ άμα τη εμφανίσει γοβακίου στενωπού
κάλοι ανταριάσαν τση ωραίας αλαφρής
γόνα κι αστράγαλοι κλωτσάγανεν της τη φτιαξιά
άμαν έχει ξεσκισμένη στο γιαπί ν’αναχαρίσει
ότι μύρο της απόμεινε τόσο που το χε ντύσει


τόσο που είχε αργήσει με ότι μύρο της απόμεινε
να περπατήσει της, της εποχής αποκοτιά λαθραία
σάλι καπέλο και μποά να κομποζάρει με γαλότσες λασπωμένες
να κουτσοφτιάξει της υπομονής κακογουστιά εξ’αναβολής μοιραία





Άντε καλή χρονιά μας βρε :)