Παρασκευή, 21 Ιανουαρίου 2011

Του δύο δέκα του χιλιάρικα, λερή κληρονομιά

Μια κερά μ’ένα φουρό
μια φορά κι έναν καιρό
είχενεν πολλά σκυλιά
πεινασμένα ως τ’αυτιά

Τα λυπήθηκε η δόλια
π’αγυρτάγαν σα διαόλια
κι εσηκώνει το φουρό
και τους δείχτει νιο ντορό

Δω καλά μου, για ελάτε
και σας έχω για να φάτε
λιχουδιά λαχταριστή
θα σας πνίξω βρε μ’αυτή

Μια και δυο τα εσβερκώνει
χουβαρντού αναθρεμμένη
και κινάει να τα δένει
με λουκάνκα η ψημένη


Άι μωρ’ σκλιά μου, άι χορτάστε
κι έχω αρμαθιές μπαμπάτσκες
λουκανίκων, λουκαντρέων
λουκακώτσων των σπουδαίων
λουκατζώρτζων πριγκιπέων
και φρανκφούρτης για σιχτίρι
λουκαχμάκηδων γιωργάκηδων
ευθυτενών κι ωραίων


μα φάτε, φάτε… φάτε ζωντανά μου, φάτε
εφαρδύναν οι μασέλες, ξεχειλώσανε οι κλιές
μπίτισαν κι οι αρμαθιές, γίνηκαν κερά και σκύλοι
να γελάς και να τους κλαις

και κει στης πείνας τις αρχές, στου δύο δέκα του χιλιάρικα το βγες
ένα το πιο διαβαστερό και σοφαρό, που τοχε στείλει ο θεός για δώρο,
ταβάνι να χουνε τα άλλα τα σκυλιά
πόσο πολύ μπορεί να ξεχειλώσει μια κοιλιά
εκεί που μάσαγε μιαν αρμαθιά γκαβάντζα
εσηκώθη απ’ανάγκη ισχυρή
μια που ως άρρεν ίπρεπε ορθός να κατουρεί
κι όσο εψαχνότανε για να βρει που είχενε καταχωνιάσει
κείνο που εμπέρδεψε με τη σκληρή τη βούρτσα του θανάση
του ρθε ιδεάκι τιριλό… όχι ρε θεία!
δεν ειμαστε σα λόγου σου από χωριό
ορμάτε αδέρφια, πόδια γοφιά μεριά κοιλιά
φάτε όπως μας έμαθε η θεια
φάτε σκυλούμπες μου, ώμους δαχτύλια και αυτιά,
φάτε την κι ειν χαζιά η θεια
φάτε την κι είναι σας ελέγω προς δικαίου, δυτικού ντορός
τεό ντορός, τεό συν μόνο κι αυτό ίσως υπευθύνου, ο ντορός
αφού μονάχη αλαφροκάνταρη η θεια έκανε το φουρό
λωρό κι ανάθρεψε αντί παιδιά σκυλιά, γερόντια ξυγκιάρικα σκυλιά
του δύο δέκα του χιλιάρικα, λερή κληρονομιά