Δευτέρα, 11 Οκτωβρίου 2010

Και κείνος λάγιεψε σαν άδης

Μας πήρε στο κυνήγι μάτια να μας ενδώσει
τρύπωσε όνειρο κακό στις δανεικές μας τις φωλιές
με υγρό θυμό, ξέρει πια πώς θα μας ελιώσει
που ένα καλοκαίρι δεν μας έφτασε για δυο ματιές


στο γαλανό του, που με καημό τσαλάκωσε
παιδιού μονάχου να κοιτάει τη ζωγραφιά του
αφού το ίδιο θολωμένο μπράβο ξανατσάκωσε
δεμένο σ'ένα χαρτομάνι που χρωστά του


στο πίσω κάθισμα αντικριστή λαλιά
και χνώτα να γροικούν και να χαϊδεύουν
ήλιον τε και πουλιά και σύννεφακια στη σειρά
που ψάχνουνε καιρούς να τα χορεύουν


ξοδέψαμεν τους και μην κλαις, πάλι δε θά δεις
λακίσαμε απ τ’ ουρανού το θες
και κείνος λάγιεψε σαν άδης


ξοδέψαμεν μας και μην λες, πάλι δε θά βρεις
ξαπλώσαμε επά στις σκαλωσιές
και κείνες σκούριασαν οι αυθάδεις


ξοδιάσαμεν τη, τι τα θες πάλη τσακνού σακάτη
που τι δε θα δινε ζωές για μάνα, μπλιο σ'αγάπη

Σάββατο, 9 Οκτωβρίου 2010

Εχ βρε τέλη το κουνέλι!

Εχ βρε τέλη το κουνέλι
τη μουσούδα σαν φρακάρει
και τον μύστακα ντραπάρει
σάμα του κατσε το τέλι

μη και πόλυσάσιρντίζεις
τα κιτάπια μην ανοίγεις
δε τη να την κύρα λένη
που χει την αυλή βρεγμένη


και μαζώχτει τους σαλιάγκους
αχ με κάτι πύγους δάγκους
που το έρμο το κουνέλι
άλλο απ το να πνιχτεί δε θέλει

Τρίτη, 5 Οκτωβρίου 2010

Ζεις μωρ’ αννέ με δαγκωνιές

Θα σε λιανίσω δασκαλίτσα
όχι όχι στο μύλο της αναπηρίας
αυτόν σάμα τον ένιωσες να σου τραβά το φουστανάκι
και φλάγεσαι τελευταία απ το στέρφο βέλασμα
ημίμαθης γκιόσας συμπεριφορίστριας
υπο ερώτηση μήπως εξαίρεσης πια, ενσυναισθητική λες σουσουραδίτσα;

Τώρα δασκαλίτσα… αναγνώστρια ακόμη στο μπαλταδάκι της γύμνιας μου;
που άκουσε…ζεις μωρ’ αννέ με δαγκωνιές… τα πρωινά μου χάλκινα
πετρίες να πετσικάρουνε των στομαχιών το γάνωμα
κι άρχισε να θυμάται πως και τα μπλάρια απόλναμαν
κάποτε κι από ντροπή για την ανήλεη ελπίδα
πώς θα φαρδαίνει κάποτε η μάνα και θα το μαζέψει
έστω στο μερί της το κόκαλο που έχασκε
εκεινά που κουτουλούσαμε για χάδι
βρεφούδι’ αφημένα στα χασαπιά των συνόρων
να βυζαίνουν μόνο αίμα απ της μάνας τους τη σπλήνα
και κείνη να τ’ αφήνει να τ’αφήνει να τ’αφήνει
μπαλόνι να τους γίνεται για μάσημα
μ’ επιθυμιά περίσσια για μια όπως όπως χρήση
απ ’του δαγκάματος να τους δίνει τ’ αγάλιαγμα
και της λαστίχας την αντοχή
στο σάλιο τους που ρισπεντάλ μυρίζει
και κάτι υπόκωφα σαθρό από πατέρα
στενό ανήλιαγο στα πλαϊνά του σπιτιού
χορτασμένου κρύο
ορεσίβιον επιβιώσαν μύστην
που ρούχο τη νογάει τη ζωή
μόναχα να το φέρει .

Κι έλα τώρα εσύ δασκαλίτσα έλα να σε ιδρώσω γι’αλλαγή
να μου μάθεις πώς η ζωή σου δίνει κι εκτός από φαί με τη χούφτα
έλα με την τάβλα να με πείσεις να διαλέξω απ’ ένα μενού για όλους
δημοσιουπαλληλίστικης συνεστίασης σερβιτοράκι για το μεροκάματο
που έφτασε να παίζει στο σχόλασμα και τις αφορμές του
τα τελειώματα της αχρηστίας του
τα πρώην παιδιά
τους κάποτε μαθητές
τα νυν υποκείμενα
τα μέλλοντα αντικείμενα
σκουλήκια στης πόλης τα χεσμένα
να ταϊζουν την ανακοίνωσή τους σε βουλιμικές αυτόχειρες
σάντουιτς να πάρουν μαζί στο σπίτι το απόγευμα
πνιγμένη σε μιαν ανέραστη ερωτική αποποίηση σάλτσα