Τετάρτη, 24 Νοεμβρίου 2010

Γενέθλιο

Από μιας σιγασμένης πιτσιρικαρίας τ’ αγαπομπαϊρια μάτια προφητικά λέει, αυτοεκπληρούμενης στο δρόμο όπου βιαστικοί ειδικοί θεοί ματαίωση της όρισαν σφραγίζοντάς της σαν τα δαμάλια τα πλευρά με φτεροκοψιές μιας ιδιόκτητης αξιολόγησης που μόνο η λύσσα της ξέφυγε απ το μέτρημα, δυο χρόνια τώρα ταϊζω μέλι αναπάντεχο το λεχούδι μου που σαράντα χρόνια το κουβάλαγα θεονήστικο να δαγκώνει τη στεγνή μου ρόγα με τάφου πίστη στα βλέμματα

Κυριακή, 21 Νοεμβρίου 2010

Όνειρο μέσα σ’ όνειρο

A Dream Within A Dream

Take this kiss upon the brow!
and, in parting from you now,
thus much let me avow-
you are not wrong, who deem
that my days have been a dream;
Yet if hope has flown away
in a night, or in a day,
in a vision, or in none,
is it therefore the less gone?
All that we see or seem
is but a dream within a dream.


I stand amid the roar
of a surf-tormented shore,
and i hold within my hand
grains of the golden sand
How few! yet how they creep
through my fingers to the deep,
while i weep - while i weep!
O God! can i not grasp
them with a tighter clasp?
O God! can i not save
one from the pitiless wave?
Is all that we see or see
but a dream within a dream?



Edgar Allan Poe



Όνειρο μέσα σ’ όνειρο




Κράτα αυτό μου το φιλί στο φρύδι, μιλημένο
χώρια από σένα τώρα πια που μόνος επιμένω
έτσι με το στόμα μου πολύ ας στο χω χαρισμένο
πως λάθος δεν ήσουνα που πίστευες να θες
τις μέρες μου, όνειρα φόβια σε πεζοδρόμια
ν’αγωνιεύουνε σκυφτά τις ταραχές
όμως ακόμα κι αν επέταξε η ελπίδα μου για πέρα
σε μια νυχτιά σε μιαν ημέρα με λυσσάρικο αγέρα
σε μιαν εικόνα ή εκεί στο μπάρκο για το διόλου
λες το φευγιό της εν γλαρόσταλτο, φτερό στοιχειό
κλέφτης λαφρύς αβούλιαχτο βαρκάκι στη θάλασσα της απειλής
που βούτηξε να πάρει απ το παιχνίδι των χειλιών μου την κραυγή
και στέλνει τη για να την ταξιδέψουνε σε λευκαγύρτες κι άλλους
βροχή λευκή, στάλα μέσα στη στάλα από της τσίγκινής μας λαμαρίνας
τη ροή, πως όνειρο αυτό που βλέπουμε αόριο μέσα σ’ όνειρο, σε όνειρο

έτσι όπως στέκομαι ακόμα ορθός ανάμεσα στης θάλασσας το μάνιασμα
που ξεκαρδίζεται από της παθημένης της ακτής το χάλασμα
και μέσα στα χέρια μου σφιχτά κρατώ
χρυσής άμμου λίγους κόκκους φυλαχτό
κι όμως απ τα δάχτυλά μου στα βάθη ξεγλιστράνε
αν και τα κλαίω αν και τα κλαίω αν και που δε μου φτάνουνε τα κλαίω

Αχ άραγε πώς να μην μπορώ έστω και σ ’έναν θε μου να φυλάξω γλιτωμό
από τα κύματα που κρίμα δε φελάνε
κι αυτής της ίδιας χούφτας μου αχ θε μου να περσσέψω
πώς άραγε να μην μπορώ τ' αγκάλιασμα
και να πιστέψω αυτό που βλέπουμε όνειρο μέσα σ’ όνειρο αγάλλιασμα

Σάββατο, 20 Νοεμβρίου 2010

Εκεί που γράφει για ρουξούνι

Την άλλη κόρες θυμηθείτε, στην πρώτη την ουρά
όχι ,όχι για την πρωτιά ποιος τη γαμάει αυτήνε
απ το βάρος ν’ αλαφρώσουμε
της αιτίας
και τους ζηλεύω τους ζηλεύω τόσο παιδικά βαθιά
έμπλεους στη λαφράδα του αποτελέσματος
ν ’απολαμβάνουν άπειρων δεδικασμένων το χατηράκι
μιας χρόνιας απ’ αδυναμία αθωότητας
Θυμηθείτε, θυμηθείτε κόρες την άλλη, στην πρώτη
εκεί που γράφει για τσουτσούνι που γέλαγε η γιάγια μου
κι η μάνα μου διόρθωνε για ρουξούνι μάνα, την τρίτη την ουρά

Τρίτη, 16 Νοεμβρίου 2010

Θολωμένοι έκπληκτοι

στιγμές που ένα άλλο βγαίνει απ τα πετσιά σου
θολωμένο να κοιτάει έκπληκτο μόνον εσένα
στιγμές που τρόμο τον τρόμο για σένα, έναν άλλον λευτερώνεις
στιγμές που οι χοντρόπετσοι με μάτι θολωμένο έκπληκτοι κι αυτοί
παρακολουθούν τη φονική αναδίπλωση προσπαθώντας γι' αλλαγή
να καταλάβουν την τελευταία που τους σέντραρε
και ίσα που μπόρεσαν να πιαστούν απ τη γωνία της κορνίζας
του αγχωμένου πρίγκιπα κάδρου που μπαλατζάρωντας αντραλιασμένος
εκλιπαρεί το δουλικό του το καρφί να πάψει στον τοίχο το χαροτριβιό
και το γελοίο φάλτσο του τραγούδι για την τελευταία, την τελευταία, την τελευταία
έστω στιγμή, έστω για λίγο, έστω πρωταγωνιστής και να αποσώνει... το δράμα που ξάφνου κοκκινίζει στο ημίφως με ολίγο από μορικόνε ν'αχνοκούγεται, αρκετό... γκούχου, γκούχου... είπαμε αρκετό ρεγουλάρισε το μηχάνημα θα πνιχτούμε αλμπάνη...από άσπρο καπνό εν είδει γκρεμίσματος και φωνή αξούριστου παλαιόθεν κοπουκίου με κιλά έκο κι ένα μαυροπήτειο πουρίδιο σβησμένο,εκκοσμόν το μουτράκιον του να μασουλάει τη λύση...τοίχος γκαρντάσια δι όνλι εντττ λόνλι σολούσιον, λούσιον, λούσιον, λούσιον...θα μπορούσε να ναι και φαρσοκωμωδία τρόμου σε καρτούν, θα μπορούσε και να χει κάπως γέλιο αν η χαρβαλομούρη μου δεν μου βογγούσε χαιρετίματα στ άνάμεσα ξυπνήματα που σάρωσαν τους χρόνους

Δευτέρα, 15 Νοεμβρίου 2010

Του μυαλού μου χάλασμα

Brain Damage
(Waters) 3:50

The lunatic is on the grass.
The lunatic is on the grass.
Remembering games and daisy chains and laughs.
Got to keep the loonies on the path.


The lunatic is in the hall.
The lunatics are in my hall.
The paper holds their folded faces to the floor
And every day the paper boy brings more.

And if the dam breaks open many years too soon
And if there is no room upon the hill
And if your head explodes with dark forebodings too
I'll see you on the dark side of the moon


The lunatic is in my head.
The lunatic is in my head
You raise the blade, you make the change
You re-arrange me 'til I'm sane.
You lock the door
And throw away the key
There's someone in my head but it's not me.

And if the cloud bursts, thunder in your ear
You shout and no one seems to hear.
And if the band you're in starts playing different tunes
I'll see you on the dark side of the moon.

"I can't think of anything to say except...
I think it's marvelous! HaHaHa!"




Του μυαλού μου χάλασμα



Από του χόρτου το γινάτι αρπαγμένη η σαλή
με πράγμα πρώτο, δες τα, τα ρέστα μου γρυλίζει
λες κι αποκεφαλίζει παιχνίδια γέλια μου, δεσμά μου, μαργαρίτες
και λαιμαριά μου της τυλίγει να συγχωρήσω μου τις ήττες
και τις γυρίζει τις γυρίζει με πνιγμό να της θυμίζει να θυμίζει
κι άλλες παρμένες πώς χωρεί το μονοπάτι της τρελής


που είναι στο χωλ μου απλωμένη
στο διάβα μου ούλες να μπερδεύονται οι τρελές
κι η εφημερίδα να κρατάει τσαλακωσιές
τα μούτρα τους στο πάτωμα μου χτύπους
και κάθε μέρα η μικρή να φέρνει κι άλλους ίσκιους


Κι αν πολλές έπνιξε το φράγμα που δεν άντεξε, σπορές
από πολύ νωρίς κι αν πα στο λόφο δεν υπάρχει τόπος
που να ταιριάζει της σαλής κι αν το κεφάλι σου εκραγεί
μαζί με κρύφιες προφητείες
αλλήστρατη θα σ άνταμώσω σ’ αλητείες
στη σκοτεινή πλευρά του φεγγαριού


που υψώνεις τ’ αλάνι και με καρφώνεις
με μιας αίμα η τρελή στο κεφάλι μου πηδάει
τη σκηνή αλλάζεις τη σκηνή τελειώνεις
η σαλή το μυαλό μου στ’ ανάθεμα σκορπάει
ωσότου φρονιμέψω και με κλειδώνεις
με το να πόδι στη γωνία χωρίς κιχ
μέχρι να ακουστώ όσο εσύ
καθώς θα λιώνω με το μέτωπο ντουβάρια
και σε σκυλέψω όπως εσύ
από τα σπλάχνα σου να κλέψω το κλειδί
είναι κάποιανε τρελή μες στο κεφάλι μου
την ακούω άλλη, άλλη από μένανε φωνή



Και αν το σύννεφο γεμίσει και κεραυνό σου σκάσει μες τ’ αυτί σου
μάταια φόβια στριγγλίζεις κανείς δε φαίνεται ν’ακούει την κραυγή σου
κι αν η μέσα σου μπάντα γίνει η χάβρα του μυαλού σου θα 'σαι δω
στη σκοτεινή πλευρά του φεγγαριού θε να σε δω



Τίποτε άλλο δεν μπορώ να πω
εκτός ότι είναι μαγικό, ότι είναι μαγικό
ότι είναι της σαλής μου που γελάει, μαγικό

Σάββατο, 13 Νοεμβρίου 2010

Ενοχική μου μικραγκάλη πλέρια

Young Lust (Gilmour, Waters)


I am just a new boy,
Stranger in this town.
Where are all the good times?
Who’s gonna show this stranger around?
Ooooh, I need a dirty woman.
Ooooh, I need a dirty girl.
Will some cold woman in this desert land
Make me feel like a real man?
Take this rock and roll refugee
Oooh, baby set me free.
Ooooh, I need a dirty woman.
Ooooh, I need a dirty girl.





Ενοχική μου μικραγκάλη πλέρια


Είμ’ ένα μόναχο πιτσιρικάκι
μέσα στην πόλη αυτή ξενάκι
Που φύγαν τα καλά μας χρόνια;
Ποιος θα γυρίσει το ξενάκι;
Αχ πόσο θέλω μια γυναίκα μέσα στη βρωμιά
να τη γεμίσω μ’ αγοριού ένοχη πεθυμιά
για ένα μυξωμένο, λασπωμένο κοριτσάκι

άντρα, να μοιάσει με ένα βιτρινογκομενάκι
δεν το μπορεί σ’αυτή τη χώρα τη ρημάδα
Πάρε και κύλα τον το βράχο προσφυγάκι
Λευτέρωσέ με, ρε μωράκι με απλάδα
λευτέρωσέ με απ τα χίλια απουσίας γράδα
μέσα στ'άλικα σου πληγιασμένα νάδα
Και να σαι βρώμια να σαι λέρια
ενοχική μου μικραγκάλη πλέρια
για ένα μύξιο λασπωμένο μουτζουράκι

Πέμπτη, 11 Νοεμβρίου 2010

στο καθρεφτάκι μου, για το καινούριο φορεμένο τσίτι

νύχτες με πώμα αντρικό
νύχτες με πτώμα θηλυκό
νύχτες με πιώμα π’ αντηχεί
στόμα μωρουδιακό


νύχτες με κουκούλι τη μετάφραση
νύχτες πλατύσκαλα με θέα στην πρασιά
νύχτες με ρούχα λόγια δόντια νύχια δανεικά
θηλυκών επίορκων που άλλο δεν αντέχουνε γυμνές
νύχτες με άπνοιες νύμφες ονείρωξης σε αρπαγές

έρμη ψυχούλα μου πόσο για λίγο αγκαλιές
νυχτες με χνάρια βάλσαμο επίθεμα
σε φρέσκα δαγκωμένα μύχια παιδικά
γριές μου κουρασμένες εκπνοές, όσο περίλυπες γραφές

απαντοχής λαχανιασμένης συντροφιές
να γλείψει η ανάσα μου αέρα δυο ριχτιές
να ξαναπαίξει στην άδεια τη μεριά σου
ίσως απ ’αύριο ξανά το χτες σε δυο ζαριές

με φαγωμένα νύχια μαστοράκι
μπορεί και χρώμα να ξανοίξει μου
απ τις παραχωμένες μου κηρομπογιές
και γω να του φωνάζω είπες λαφάκι
είπες μυρούδια είπες για άνοιξες τραγούδια
ποταμάκι είπες είπες και τι δεν είπες μάτια μου
όσες ψευτιές τόσες σκαφτιές


για ηχόχρωμες λαλιές λίγο πιο κάτω πόσο ακόμα χώμα
πόσο ακόμ’ αρούρια τύφλα σε στοές, πόσο ακόμα ίδιες αντοχές
όσες γενιές δεν είπες μάτια μου τόσες οργιές, τόσες ψυχές

Δευτέρα, 8 Νοεμβρίου 2010

Και του πρέπει ανήμερη του αγεριού μας η ζωή

Wild is the wind


Love me, love me, love me, love me
say you do
Let me fly away with you
For my love is like the wind
And wild is the wind
Wild is the wind

Give me more than one caress
Satisfy this hungriness
Let the wind blow through your heart
Oh wild is the wind, wild is the wind

You touch me, I hear the sound of mandolins
You kiss me
With your kiss my life begins
You are spring to me, all things to me
Don't you know you're life itself!

Like the leaf clings to the tree
Oh my darling cling to me
For we’re like creatures in the wind
And wild is the wind
Wild is the wind
Wild is the wind
Wild is the wind
Wild is the wind

Nina Simon




Και του πρέπει ανήμερη του αγεριού μας η ζωή

Να μ’ αγαπάς κι άλλο να μ’αγαπάς
πουλούδι μου και να μου λες το
κι ας μακριά φτεροκοπήσουμε μαζί το τάμμα
αφού ειν’ η αγάπή μου για σε ρούσα δρυάδα
που θυσιάζει στο βωμό του τα μαλλιά της, βάμμα
στου αγεριού του λυτρωτή την αγριάδα
στου αγεριού του λυτρωτή την αγριάδα


που λυσσομανάει δως μου, δως μου ψυχή μου, όσης
ζωής καθημερνά μου χάνω, τα προδομένα θέλω
την πείνα πλήρωσε της πρώτης μου μ’ανάσα νοιώσης
και είθε η ανάγκη να τρυπήσει σαν το βέλος
από τα μέσα την καρδιά σου
του αγεριού η αγριά σου
του αγεριού η αγριά σου


Κάποτε που με δάχτυλα ζητιάνικα με βλέπεις
μαντολίνα ω, σά να μου αγάπη μουρμουράνε
κάθε όμως που χιμάς στα δυο τα κόκκινα μου χείλια
λιονταρίνας φίλημα με μιας ζωή ξαναβαστάνε
κείσαι σ’ όλα μου εσύ, άνοιξη καθημερνή στα πόδια μου
πάγοι κλαφτοί, σε ρέμβη υγρή που εγκυμονεί τα ξόδια μου


Λες κι είσαι φύλλο μάτια μου που ετρώθει
απαρχής σαν το παιδί να αρπαχτεί απ το κλαδί του
σταθερή να κλέψει του ζωή από δρόμο προς τις ρίζες
κι είμαι κλαδί που φυλλωσιά επόθησε σ’ανασαιμιά
με χρώμα και λαφράδα να κρυφτεί ,να αρπαχτεί
σαν χέρι απ’ απαλάμη, ζωή να πάρει του χουφτιές
να τις επερασύρει σε θάλασσες και σε στεριές
μ’ αγέρα να τις σπείρει μ’αγέρα να τις σπείρει

γιατ’ είμαστε πλασμένοι απ’ αγέρικη πνοή
και του πρέπει ανήμερη του αγεριού μας η ζωή
και του πρέπει ανήμερη του αγεριού μας η ζωή

Σάββατο, 6 Νοεμβρίου 2010

Πχίου πχίου








Έξι εκείνος, πέντε εγώ
σκούπας ξύλα τ’ άλογά μας
μαύρα εκείνος, άσπρα εγώ
αεί νικηφορής στο πάλεμά μας

πχίου-πχίου μου έριξε
πχίου-πχίου με γκρέμισε
πχίου-πχίου το γκντουπ φριχτό
πχίου-πχίου το γκντουπ για δυο
πχίου-πχίου ταίρι μου συ με σκότωνες γι αυτό

περάσανε τα χρόνια κι οι τρόποι άλλαξαν
τον έλεγα δικό μου σαν μεγάλωσα
γελούσε κι έλεγε θυμήσου
τότε που έπαιζα μαζί σου

πχίου-πχίου σου έριξα
πχίου-πχίου σε γκρέμισα
πχίου-πχίου το γκντουπ φριχτό
πχίου-πχίου το γκντουπ για δυο
πχίου-πχίου ταίρι μου συ σε σκότωνα γι αυτό


μουσική ακουγόταν
άνδρες γυναίκες τραγουδούσαν
μόνο για μένα οι καμπάνες χτυπούσαν

έφυγε πια να πάει μακριά
γιατί δικό του δεν έχω να λέω
κάποιες ημέρες,ακόμα συχνά
και τώρα,μωρό μου,μας κλαίω

δεν ένευσέ μου, ένα γεια
δεν χάρισέ μου, μια ψευτιά


πχίου-πχίου μου έριξε
πχίου-πχίου με γκρέμισε
πχίου-πχίου το γκντουπ φριχτό
πχίου-πχίου το γκντουπ εγώ
πχίου-πχίου κοιτάζοντας με σκότωσε
το βλέμμα του,που έσταζε στο πλάι
πχίου-πχίου αδειάζοντας με σκότωσε
το βλέμμα του,που απόμεινε στο πλάι