Κυριακή, 30 Νοεμβρίου 2008

Αρτίν

Αρμένης, άνθρωπος πολύ. Πολύ ψηλός, πολύ χοντρός, πολύ κουβέντα, πολύ ποτό πολύ κάπνισμα, πολύ έκζεμα… στα χέρια,ανάμεσα στα δάχτυλα ευτυχώς υπήρχε ο καπνός τουτουνούμ μπενίμ ίνσαλάχ… ο δικός μου καπνός, δόξα το θεό Οσμάν, του λεγε.
Τραπεζάκι δε χρειαζόταν, ο Αρτίν, είχε την κοιλιά του, εκειά κουμπούσε τα τσιγάρα του. Ένα άναβε κι ένα έσπαζε και με τον καπνό έτριβε τις πληγές απ το έκζεμα ανάμεσα στα δάχτυλά του,ενώ η στάχτη απ ταναμμένο έπεφτε ολούθε, καθώς μιλούσε και τα Καρέλια χοροπηδούσαν, μαζί με την κοιλιά στο ρυθμό του γέλιου του. Έτριβε κι αναστέναζε με ικανοποίηση και το ίνσαλάχ εναλλασόταν επαναληπτικά με το δόξα το θεό…για τον Οσμάν το κανε…για κείνον… μπας κι ένας απ τους δυο θεούς, ακούσει τον πόνο του…πάεσε ο Αρτίν που να τον εβρείς να τον ρωτήσεις.

Πρωί βράδυ στον Οσμάν…τον αγαπούσε, τσάι καπνό και λακιρντί…δε χόρταινε κουβέντα ο Αρτίν. Μα ο Οσμάν έπρεπε να δουλέψει κουγιουμτζής,χρυσοχόος μάστορας , μόνο σαυτόν έστελνε δουλειά ο Μαρντιρός ο αδερφός του Αρτίν, που συνέχιζε την οικογενειακή παράδοση…κουγιουμτζήδες κι αυτοί εμπόροι…ντιπ χαμπάρι, ούτε από σχέδια, ούτε από χύσιμο στης σουπιάς το κόκκαλο, ούτε από χάραγμα.
Α, ρε Οσμάν…κλέφτης θα γινόταν ο αδερφός μου χωρίς εσένα…σάματις δεν είναι τώρα θα μου πεις και δίκαιο θα χεις…απόλους μας κλέβει κι από σένα κι απ τους μουστερήδες κι απ τους προμηθευτές του… και μαζεύει, μαζεύει…μόνο εμένα έχει να τον κλέβω και τον εκδικούμαι για όλους σας.

Το μόνο λίγο έως καθόλου που χε ο Αρτίν ήταν η δουλειά… ένας σκλάβος στην οικογένεια φτάνει Οσμάν…ποιος τον εφταίει τον Μαρντιρός, αφού δουλεύει για δυο…

Ο Οσμάν σκυμμένος με το λαμπατεράκι του πάνω απ τα δαχτυλίδια, κεφάλι δε σήκωνε, ούτε απαντούσε του Αρτίν…κάνα γιοκ ζαράρ… δεν πειράζει, που και που…και κανά ίνσαλάχ…δόξα το θεό για να συνεχίζει ο Αρτίν το μονόλογό του.
Μόνο όταν του λεγε για τα χέρια του…σαν ψωμάκια είναι ρε ουστά τα χέρια σου…πώς τα καταφέρνεις μαυτά τα εργαλεία τα λεπτά και γράφεις κι όλοκληρα ονόματα στις βέρες…τι να πω… γιασά μπε ουστά, μπράβο σου.. μόνο τότε σήκωνε το κεφάλι ο Οσμάν και γελούσε ευχαριστημένος.

Λίγο πριν το μεσημέρι έπαιρνε τις τελειωμένες παραγγελίες…παράδες μη ζητάς από μένα ουστά, εγώ μόνο χαμόγελα…ο πατρόν, ταφεντικό τα γράφει…γράφε κι εσύ μόνο …είπαμε για…
Ταμάμ Αρτίν, ταμάμ…κονουσούρους…θα τα πούμε ταπόγευμα

Στην ώρα του ο Αρτίν … ταμ έξι, στο σκαμπώ του…ούτε γεια δεν έλεγε του Οσμάν…ήταν ώρα για ταπογεματινό παιχνίδι , με τον Τζίνκο τον ανηψιό του Οσμάν που κάθε απόγεμα πήγαινε στο θείο για κανά θέλημα. Έδινε λοιπόν ο Αρτίν στο Τζίνγκο τις νέες παραγγελίες να τις δώσει στον Οσμάν, εκείνος έσκυβε το κεφάλι κι οι δυο έξω στα σκαμπώ άρχιζαν τον πόλεμο.

Δυο πλαστικά στρατιωτάκια ο καθένας περασμένα σε μπισινέντζα λεπτή, έτοιμα για μάχη. Το σκαμπώ του καθενού ήταν ο πύργος του κι οι πολεμίστρες τανοίγματα απ τα σκαλίσματα, στις τραβέρσες του σκαμπώ. Ο εχθρός έκανε περιπολία ανάμεσα στα δυο πόδια του σκαμπώ κι ήταν υποχρεωμένος να κοιτάει κάτω, μόνο τον πολεμιστή του. Από τανοίγματα στην τραβέρσα, κατέβαινε αργά αργά κι ύπουλα ο μαχητής του πύργου, με στόχο να πέσει πάνω στον εχθρό, που περιπολούσε από κάτω και να τον λιανίσει. Μια ο ένας μια ο άλλος…γέλια μα και ψιλοκλάμματα απ το μικρό, μια που ο Αρτίν ήταν πρώτος στη ζαβολιά.
Κάθε που ο Οσμάν άκουγε το ανηψούδι του να διαμαρτύρεται, σήκωνε το κεφάλι κι έριχνε μια αυστηρή ματιά στον Αρτίν…
Τι τα θες, μωρέ ουστά του λεγε εκείνος τα παιδιά είναι σαν τη δουλειά… δεν είν για όλους μπε ουστά, δεν είν για όλους .

Κάποτε νύχτωνε τελείωνε κι ο Οσμάν κι η μάχη.
Οι εχθροί έδιναν τα χέρια και ραντεβού για την επομένη.
Α, ρε Τζίνγκο, έλεγε ο Αρτίν χαϊδεύοντας του παιδιού το κεφάλι…πολύ καλό παιδί είσαι…μόνο ένα κουσούρι έχεις γιαβρούμ…
Παύση εδώ ο Αρτίν…και μιλούσαν τα χέρια…δείκτης και μέσος, γινόταν πιστόλι για λίγο και μετά ψαλίδι που ανοιγόκλεινε… τρεις φορές.

Μια δυο τρεις το παιδί δεν καταλάβαινε…μα και δε ρώταγε…ντρεπόταν. Όλη η πρώτη χρονιά στο μαγαζί πέρασε με τον Τζίνγκο ναναρωτιέται…ποιο ήταν το κουσούρι του.
Την επόμενη χρονιά προς το τέλος, λίγο πριν ανοίξουν τα σχολεία, αποφάσισε να τον ρωτήσει.

Κομμένο το χεις μπε Τζενγκιζίμ… τούπε, κομμένο... συμπλήρωσαν δείκτης και μέσος.

Στην τρύπα του, στο υπόγειο εργαστήρι του, τον θυμόταν τον Αρτίν, όταν η στάχτη απ το τσιγάρο του σκορπούσε στην ποδιά του και στον πάγκο του...α ρε Αρτίν αμπί, που σαι... και δε σε ρώτησα...γιατί είναι κουσούρι;

Μη την αγάπη, μη

είπε σοφά
το μαύρο το γατί

Σκουλήκι

Τώρα πια κι η όψη η δικιά μου κίτρινη
η φλέβα δεν κυκλοφορεί το αίμα μου
σε καμιά ακτή δεν με βγάζουν
της Σεχραζάτ τα παραμύθια

Δεν καταλαβαίνω απ’ τη γλώσσα, πια
της ομορφιάς που αγκαλιάζει τη νύχτα
το μέσα μου βαθύ, τυφλό πηγάδι
δεν περιμένει τίποτε, από μένα, πια

να σωπάσω θέλω, να σωπάσω σήμερα
να σωπάσω, χωρίς καθόλου αγωνία
ένα μεγάλο πουλί κατεβαίνει απ τον ουρανό.
Σιγή κείνο που βλέπεις να κατεβαίνει

Η μουριά στη μέση του κήπου μου
δεν ταϊζει πια τους μεταξοσκώληκες.
Στο κεφάλι μου προσγειώθηκε η αιώνια σιγή.
Η μέρα δε θέλει να ξαναγεννηθεί


Αν κι έχω γίνει κώλος και βρακί με το πουλι
υπάρχει ένα σκουλήκι που τρώει το μυαλό μου.
Θέλω να καταλάβω τι κάνει.
Το πανί, όταν ταδειάζει ο αέρας

(Άγκυρα, Σεπτέμβρης 1936/ Varlık 1.1.1937)


Kurt
Orhan Veli Kanık

Σάββατο, 29 Νοεμβρίου 2008

Ω… μοντιέ!

Εδώ είμαι, καριόληδες αδακά στο σβέρκο σας τώρα, με το χνώτο μου να μυρίζει φοβισμένη ζωή τώρα και θάνατο καριόληδες σιδερωμένοι…ζωντάνεψα, ξέφυγα απ τη γαμωκαμπύλη σας, εκειά κάτω αριστερά μου πατε είν η θέση σου από γεννησημιού και μύριζε πείνα εκειά κάτω και κλάμμα μωρού που του τάξατε θάνατο, «κανονικής κατανομής», εσείς…και δεν έφτανε η μυρωδιά μας, σε σας, οι πλάτες σας γυρισμένες και να κοιτάτε μπροστά, σίγουρα μπροστά… στη θέση σας και σεις… απέναντι, κάτω και σεις, μα δεξιά, στην καλή μεριά, μες στακριβά σας ταρώματα…πού να μυρίσει η πείνα; Μόνο το κλάμμα των μωρών μας, σας έφτανε κάποτε κάποτε… κι ω μοντιέ αναφωνούσατε συντεριμμένοι… που σας χαλούσε το τσάι…ω μοντιέ, μωρέ καριόληδες δεν τον ελέτε το θεό σας… το δικό σας θεό… σαν τα μούτρα σας, φτιασιδωμένος κι αυτός. Φοβάστε σεις ρε κουφάλες τις μύγες, φοβάστε ότι θα ναι κάποια στιγμή πιο δυνατές απ τα χέρια σας και δε θα μπορείτε…δύναμη δε θα χετε να τις διώξετε απ τα μούτρα σας και θα παρακαλάτε το θεό να τις πάρει και κείνος θα ναι με τις μύγες…ω μοντιέ…καρνάβαλος…ω μοντιέ… καρνάβαλοι!

Κρυφτείτε γαμημένοι κρυφτείτε τώρα, σφαλίστε αεροδρόμια, ξενοδοχεία, εστιατόρια, θέατρα…ω μοντιέ… δε θα σας περιμένω άλλο,το μωρό μου νακούσετε…εδώ μαι τώρα αδακά στο σβέρκο σας πείνα δε θα μυρίζω, φόβο τώρα, το φόβο σας θα ντυθώ και θα τάξω στα δικά σας παιδιά… φοβισμένη ζωή και θάνατο.

Κι όσο για σας, εκειά πάνω στα ψηλά που σας βάλανε, στο κέντρο να παριστάνετε το μέσο όρο…καημένοι καταρέετε κι από ψηλά είναι χειρότερα…ω μοντιέ, προσοχή μην και χτυπήσετε

Μόνο...μη γίνεστε

Χώθηκε ανάμεσα…βυζί και κοιλιά, εκεί στην κούρμπα κι αφέθηκε μένα μμμμμμμ αργόσυρτο, χουχουλιαστό…ερωτευμένος με την κοιλιά από παιδί από τότε που βλεπε τη μάνα του να πλένει στη σκάφη κι άνοιγε το κουμπί της ρόμπας της…κι όταν την κρυφοκοίταζε που κανε μπάνιο… και μόλις την έβλεπε να κοντεύει να βγει, το σκαγε σαν το γατί και βουρ στον κήπο στη λάσπη να φτιάσει την κοιλιά της, ένα βουναλάκι με μια τρύπα στη μέση και δώστου να τη χαϊδευει για να τη στρώσει…άμαν, γιετέρ του λεγε εκείνη με τη λάσπη τσαμουρλού ολντούν, ένα με τη λάσπη έγινες…μπορεί και να χε καταλάβει το ερκέκι της. Μα και για το βυζί ύμνος…και κείνη του λεγε ποιο μωρέ το γερασμένο το πεσμένο το ραγαδιασμένο…΄σταμάτα να σου πω της έλεγε τι έχει να σου πω, όι τι δεν έχει…μαλακό όσο πρέπει για να παίρνει το σχήμα της χούφτας μου και μεγάλο όσο πρέπει να χωράει και να μη χωράει κι η ρώγα του ούτε πολύ μικρή ούτε πολύ μεγάλη κι ούτε πολύ σκούρη ούτε πολύ ανοιχτή…το τέλειο βυζί της έλεγε…κι εκείνη γελούσε… και τουλεγε όσο πρέπει με δουλεύεις… κι ούτε, ούτε του παππά δε θα το πω.
Αι μωρέ παιδιά είμαστε οι άντρες της είπε, έτσι συνεχίζοντας το χουχούλιασμα, παιδιά και στην καρδιά και στα χούγια
Και μεις του απάντησε κοφτά
Γιοκ γιοκ, μπεκλέ, περίμενε άκου να σου πω τι είστε σεις…ωραίο, ζεστό, μαλακό,τεμίζ-τεμίζ, καθαρό, μοσχομυριστό…μόνο παιδιά μη γίνεστε

Παρασκευή, 28 Νοεμβρίου 2008

Ποσοτικός

Αγαπάω τις ωραίες γυναίκες
Αγαπάω και τις εργάτριες
Τις ωραίες εργάτριες,
περσότερο τις αγαπώ


Quantitatif
Orhan Veli Kanık
(Varlık,15.3.1940)




Περπατώντας στα σοκάκια


Περπατώντας στα σοκάκια, εγώ μεμένα
κάθε που παίρνω πρέφα ότι χαμογελάω
σκέφτομαι, πως θα με περάσουν για τρελλό
Χαμογελάω


Sokakta Giderken
Orhan Veli Kanık
(Varlık,15.3.1940)





Γκάνγκστερ

(Ο Χίτλερ θ’αφοσιωθεί στη λογοτεχνία)


Ποίημα έγραψα, τόσα χρόνια
Τι βρήκα;
Ληστής θα γίνω, από δω και πέρα

Ας έχουν χαμπάρι αυτοί που κόβουν τους δρόμους
δεν θα χουν πια δουλειά
πάνω στα βουνά

Αφού τους παίρνω το ψωμί
απ τα χέρια τους
ας ορίσουν κι αυτοί στο χώρο μου
έχει χηρέψει μια θέση στη λογοτεχνία
( Σεπτέμβριος του ’39)


Gangster
Orhan Veli Kanık




Μες στη

Θάλασσες έχουμε, μες τον ήλιο
δέντρα έχουμε, μες στα φύλλα
πηγαινοερχόμαστε πρωί βράδυ
ανάμεσα στις θάλασσες και στα δέντρα μας
μες στη φτώχεια


İçinde
Orhan Veli Kanık




Ποίημα με ουρά

Δεν ταιριάζουμε, οι δρόμοι μας χωριστοί
Εσύ χασαπόγατα κι εγώ κεραμιδόγατα
Το φαί σου σε τάσι γανωμένο
το δικό μου στου λιονταριού το στόμα
εσύ βλέπεις έρωτες στα όνειρά σου, εγώ κόκκαλα.

Αλλά και το δικό σου δεν είν’ εύκολο, αδερφέ μου
Καθόλου εύκολο
κάθε μέρα του Θεού, έτσι να κουνάει κανείς την ουρά του.



Kuyruklu şiir
Orhan Veli Kanık
(Yaprak, 15.12.1949)






Απάντηση
( από τον χασαπόγατο στον κεραμιδόγατο)


Μιλάς για την πείνα
Άρα είσαι κομμουνιστής
Άρα εσύ είσαι που έχεις κάψει όλα αυτά τα κτίρια
Αυτά στην Κωνσταντινούπολη, εσύ
κι αυτά στην Άγκυρα, εσύ…
Α ρε σύ, τι γουρούνι είσαι συ




Cevap
Orhan Veli Kanık
(Yaprak, 15.12.1949)

Άμα τη επιστροφή από εκδρομή

Πωωως περάσαμε;

Ωραία γιατρέ, είναι ωραία να σαι τoυρίστας

Και το χειμώνα, ακόμα καλύτερα. Είχαμε... τίποτα ύποπτο;

(Ώπα ώπα ώπα το…και έλα έλα έλα το… για θα μας πάρουνε φαλάγγι)

Υποθέτω... για το δόντι ρωτάτε γιατρέ

Ε… για το δόντι, μα και βεβαίως για το δόντι…το δόντι είναι η αρχή των πάντων, εξάλλου

Δόξα το θεό γιατρέ, όλα πήγαν κατ’ευχήν, δόξα το Θεό δαγκάμε…ακόμα ικανοποιητικά




Δυο τρεις μέρες μετά το κρύο σφίγγει, δόξα τον πανάγαθο επιτέλους χειμώνας...μα το δόντι αρχίζει ναντιδρά στο κρύο κι αυτό...ένας βαθύς πόνος, απ τα μέσα σε κάθε ποτήρι νερό...εμείς μπεκρούλιακες δεν είμαστε, νερό σαμπουάν και πότε πότε και λάδι κυκλοφορεί σε υγρή μορφή στο σπίτι... που σε κάνει να μαζεύεις μάγουλα και ούλα μπας και το φυλακίσεις το κρύο και το ζεστάνεις. Το ύποπτο που λέγαμε, ευτυχώς χτύπησε στην έδρα μας. Περνάν οι μέρες με όσο το δυνατόν λιγότερο νερό... ευτυχώς στο φαϊ ζεστό κρύο, βράχος το δόντι...και όσο το δυνατόν λιγότερο βαθιές ανάσες...είπαμε το κρύο έχει σφίξει οπότε στη βαθιά εισπνοή τα πράγματα είναι δυσκολα.
Θενκς γκαντ ις φράϊντευ κι έχω ραντεβού...πρωϊνο και με τον οδοντίατρο...έρμα μου νιάτα πού τσαλακωθήκατε...ας είναι θα δει το δόντι... μπας κι ησυχάσουμε από έναν πόνο


Μπαίνω το λοιπόν στο ιατρείο με βαθύ αναστεναγμό αγκαζέ με πόνο του ιδίου φυράματος...είπαμε καλός καλός ο γιατρός...μα τους προηγούμενους πώς να του ξεχάσεις, ε;

Καλημέρα γιατρέ

Καλημέρα, πώς είστε;

Μια χαρά...(και κάθομαι)...εσείς;

Καλά κι εγώ...πωωωως τα πάμε με το κρύο;

(Δεν είναι δυνατόν...με βλέπει...έχει κάμερα ο άνθρωπος με βλέπει πού ξέρει για το κρύο... θα βλέπει και που δεν πλένω τα δόντια μου...ε όχι και τελείως, όχι τόσο συχνά...κάτσε κάτσε δε γίνεται...)

Για το δόντι λέτε γιατρέ;...για το κρύο και το δόντι;(πιο έντρομη απόταν με ρώτησε για το ύποπτο...)

Όχι όχι αυτή τη φορά λέω για το κρύο...όντως για το κρύο!!!

(Χαμόγελο ανακούφισης...ευτυχώς δεν προχώρησε τόσο...ακόμα η επιστήμη...βαθύς αναστεναγμός και σουβλιά απ τα μέσα...)

Εγώ ταπολαμβάνω το κρύο γιατρέ...το δόντι μου δεν το θέλει κι αντιδρά

Για ελάτε να σας δω...


...κι από δω και πέρα...ξέρετε όχι περάσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα...αλλά άνοιξε, φτύσε, υπομονή...άνοιξε, φτύσε, υπομονή


(Ζούδι μου κι η συνέχεια :)

Πέμπτη, 27 Νοεμβρίου 2008

Κατάλαβα

μην ανησυχείτε
γιατρέ μου, καταλαβα πως είναι
τις οδηγίες πάραυτα, θακολουθήσω


μην ανησυχείτε
γιατρέ μου, κατάλαβα τους λόγους σας
τη χειραψία σας, σαν συνταγή θα την κρατήσω

μην ανησυχείτε
γιατρέ μου, κατάλαβα τα μάτια μου
ναι,που να τα βάλω να κοιτάνε

μην ανησυχείτε
γιατρέ μου, κατάλαβα ταυτιά μου
πως δε θα ταφήσω, άλλο να μιλάνε

μην ανησυχείτε
γιατρέ μου, κατάλαβα τα χέρια μου
βάλσαμο να τα σταυρώσω στο θρανίο

μην ανησυχείτε
γιατρέ μου, κατάλαβα τα πόδια μου
τόπατε εξάλλου δε με πάνε

μην ανησυχείτε
γιατρέ μου, κατάλαβα τα βράδια μου
πια,δε θα τα μυρίζω

μην ανησυχείτε
γιατρέ μου, κατάλαβα πως ξημερώνει
τα χρώματα θαρχίσω να ορίζω

μην ανησυχείς…αλήθεια

κατάλαβα

μαλάκας δεν είμαι

ανάπηρη είμαι

λοβοτομή δε θα σαφήσω να μου κάνεις

Τετάρτη, 26 Νοεμβρίου 2008

Είναι κάποιες μέρες

Είναι κάποιες μέρες, που παίρνω το κεφάλι μου
και πηγαίνω
στην μυρωδιά των διχτυών, που μόλις βγήκαν απ τη θάλασσα
από νησί σε νησί, το δικό σου το δικό μου
ακολουθώντας τους θυελλοπόρους

Υπάρχουν κόσμοι, που δεν μπορείτε να φανταστείτε
τα λουλούδια με πάταγο νανοίγουν
το χώμα π’ακούς να καπνίζει

Προπάντων οι γλάροι, προπάντων οι γλάροι
σε κάθε τους φτερό μια άλλη ταραχή

Είναι κάποιες μέρες, μέχρι τα μπούνια το γαλάζιο στο κεφάλι μου
Είναι κάποιες μέρες, μέχρι τα μπούνια στο κεφάλι μου ο ήλιος
Είναι κάποιες μέρες, όπως ο τρελός…

Gün Olur
Orhan Veli Kanık

Σκιά του κρύου

κλόουν γρήγορος
παιχνίδι στο κόκκινο
σκιά του κρύου

κορνέτες άσπρες
πιάνει και στέλνει
γέλιο απ' τα φανάρια
να κλέψει ψάχνει

τέλος... μαζεύει
κυνηγάει βλέμματα
τη συνήθεια στάσχημο
το κυνήγι του πράσινου

παράξενος που είσαι
δε θα με ξεγελάσεις
δε θα με κλέψεις

τζάμπα παλεύεις
σε κρύβει το πράσινο
μονάχα αυτό
να μου το κλέψει μπορεί

άναψε γαμημένο
να τον βλέπω δεν μπορώ
γελάει στο κόκκινο
Νοτιάς

Κλουβί τρελάδικου, αυτός είν' ο νοτιάς
η ανάσα των αμαρτωλών νεκρών, κεζάπι γεμάτη
(1939)



Τι γυρεύω;

Είναι στιγμές που νιώθω περίεργα
Τι να γυρεύω άραγε σαυτόν τον άθλιο κόσμο;
(1976)


Λέξη

Πίστη,παράκληση,έκσταση,έρωτας...κάποιες λέξεις...
Λέξεις...αχ και να μου τις έδιναν στο χέρι μου, θα τις έπνιγα...
(1983)


Το παιχνίδι μου

Έσπασε το παιχνίδι μου, δε θα γελάσω πια
σκόνη θα γίνω, χώμα θα γίνω, καπνός θα γίνω...δε θα πεθάνω
(1983)


Necip Fazıl Kısakürek

Τρίτη, 25 Νοεμβρίου 2008

Μα;

λαλήσας τοίχος
επιτέλους...μα τώρα;
γιατί δεν ξέρω

θύμωσε, λες να;
μα θυμώνουν οι τοίχοι;

το είδα όμως
το χέρι να πετάει
τη μπάλα πίσω

να παίξει, λες να;
μα παίζουν οι τοίχοι;

και το μπαλάκι
στα γκράβαρα ζητιάνος
πεζούλι ψάχνει

καλό μας δρόμο
μα εκδράμουν οι τοίχοι;
χειμωνιάτικα;

πρωταθλήτρια
του σκουός συνομιλεί
με τη ρακέτα της

Δευτέρα, 24 Νοεμβρίου 2008

Για σε... που περιμένω

Άρρωστος δεν έχει περιμένει τόσο
το πρωί
ούτε κι ο τάφος το φρέσκο πτώμα
ούτε κι αυτός ο ίδιος ο διάολος, την αμαρτία
να συμβεί
όσο περιμένω
εσένα.

Πέρασε,
δεν θέλω ναρθεις πια
σε βρήκα στην απουσία σου`
άσε τη σκιά σου, μόνο
στους παράλογους φόβους μου
μην έρθεις,
σε τι θα ωφελούσε;


Necip Fazıl Kısakürek
(1937)

Κυριακή, 23 Νοεμβρίου 2008

Υποκλίνομαι

Κοκορακίου
τσιτάτο ξεθάφτηκε
το γεια χαρά να πνίξει

μπας και ο θρήνος
ντυθεί θυμός, ποτάμι
και καθαρίσει

τύψεις κι ενοχές
ζέχνει το σενάριο
κυρ σκηνοθέτα

φόβο κιδρώτα
για την πρωτιά που τρίζει
μα μη φοβάστε

στην κωμωδία
ήμουν πάντοτε καλή
καιρός να ξαναπαίξω
αντικέρασμα
στο πιάτο φάρσα

τσάκω το λοιπόν
με μυρωδιά βαρδάρη
τριαντάφυλλο

μύδι αχνιστό
θάλασσα να μυρίζει
ιώδιο και κύμα
χωρίς μουστάρδα

να γουστάρουμε
και να γλείφουμε
με όλο μας το μέσα
χοντρά, χορτάτα

ειδαλλιώς παρτεί
μα ελάτε πριν
τον ίδρο να σας πάρω
για την προσπάθειά σας

και το κέλυφος
χαλάλι του μαγαζιού
αντίδωρο της χοντρής
που δεν μπορεί γωνίες
να χαϊδεύει

α...και μην ξεχάσετε
τα κόκκαλα μου
και αυτά δε μαντέχουν
τους πέφτω βαριά
θα συνεννοηθείτε

άντε γεια χαρά
κυρ σκηνοθέτα
στο ταλέντο σας
υποκλίνομαι

Πέμπτη, 20 Νοεμβρίου 2008

Το νατασσάκι καλεί για συμμετοχή...Αναδημοσιεύστε

Με αφορμή το πρωτόγνωρο κύμα απεργιών πείνας από τους κρατούμενους στις Ελληνικές φυλακές αλλά και την εγκληματική αποσιώπησή του από τα κυρίαρχα ΜΜΕ, για τη Δημοκρατία και την προάσπιση των βασικών ανθρώπινων δικαιωμάτων, καλούμε όλους όσους διατηρούν μπλογκς, διαδικτυακά φόρα και όχι μόνο να δημοσιεύσουν ταυτόχρονα και συντονισμένα στις 20 Νοεμβρίου 2008, ημέρα Πέμπτη, το παρακάτω κείμενο και όλους του χρήστες του διαδικτύου να το υπογράψουν.

Όχι στο Όνομά μας

“Είναι απαράδεκτη η κατάσταση στις ελληνικές φυλακές. Είναι κύριο θέμα η ριζική αλλαγή του σωφρονιστικού συστήματος”.

–Κάρολος Παπούλιας, 6/11/08

“Είμαστε άνθρωποι – κρατούμενοι. Άνθρωποι, λέω”

- Βαγγέλης Πάλλης, Κρατούμενος, 9/11/08

Από τις τρεις Νοεμβρίου μία εκκωφαντική κραυγή συνταράσσει τα θεμέλια της Δημοκρατίας μας. Από τις τρεις Νοεμβρίου σύσσωμοι οι κρατούμενοι όλης της χώρας κατεβαίνουν σε απεργία πείνας διεκδικώντας το αυτονόητο : τη χαμένη τους αξιοπρέπεια. Απέναντί τους αντιμετωπίζουν την εκκωφαντική σιωπή των κραταιών ΜΜΕ και την παντελή αδιαφορία της πολιτικής ηγεσίας. Σε αυτές τις πρακτικές όσοι υπογράφουμε αυτό το κείμενο ΔΕ ΣΥΝΑΙΝΟΥΜΕ.

Η κατάσταση στις Ελληνικές φυλακές είναι απερίγραπτη και μπορεί να γίνει κατανοητή μόνο με τη σκληρή γλώσσα των μαθηματικών. Στα κατ’ επίφαση “σωφρονιστικά” ιδρύματα της χώρας έχουν καταγραφεί συνολικά417 θάνατοι την τελευταία δεκαετία, ενώ ο ρυθμός τους έχει απογειωθεί σε τέτοιο σημείο, ώστε σήμερα να σβήνουν στα χέρια του κράτους τέσσερις άνθρωποι το μήνα. Η πληρότητα αγγίζει το 168% (10.113 κρατούμενοι για 6.019 θέσεις) με την αναλογία χώρου για κάθε άνθρωπο να φτάνει σε περιπτώσεις το 1τμ. Με ημερήσιο κρατικό έξοδο ανά κρατούμενο τα 3,60 Ευρώ τα συσσίτια που παρέχονται είναι άθλια, οι υποδομές θυμίζουν μεσαίωνα και η ιατροφαρμακευτική περίθαλψη είναι ελλιπέστατη. Συγχρόνως, το Ελληνικό δικαστικό σύστημα στέλνει στη φυλακή έναν στους χίλιους κατοίκους της χώρας με τους έγκλειστους χωρίς δίκη (υπό προσωρινή κράτηση) να αγγίζουν το 30% του συνολικού αριθμού των κρατουμένων. Αν η ποιότητα μίας Δημοκρατίας κρίνεται από τις φυλακές της, τότε η Δημοκρατία μας ασθμαίνει. Αν η τιμώρηση παραβατικών συμπεριφορών με εγκλεισμό γίνεται από το κράτος στο όνομα της κοινωνίας, τότε για την κατάσταση στις Ελληνικές φυλακές είμαστε όλοι υπόλογοι, με συντριπτικές όμως ευθύνες να αναλογούν στην κρατική μηχανή. Σε αυτή την πραγματικότητα όσοι υπογράφουμε αυτό το κείμενο απαντούμε ΟΧΙ ΣΤΟ ΟΝΟΜΑ ΜΑΣ.

Τα στοιχεία που αποκαλύπτονται από επίσημους φορείς για τις Ελληνικές φυλακές σκιαγραφούν εικόνα κολαστηρίων. Έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την Πρόληψη των Βασανιστηρίων (2007) διαπιστώνει βασανιστήρια, απάνθρωπη μεταχείριση και απειλές κατά της ζωής κρατουμένων, σειρά παραβιάσεων αναφορικά με τις συνθήκες κράτησης, ελλείμματα στη διερεύνηση και τιμωρία των ενόχων, αποσιώπηση περιστατικών βίας με την συμπαιγνία ιατρών και φυλάκων, απαράδεκτες συνθήκες ιατρικής περίθαλψης και ιατρικού ελέγχου στους κρατούμενους κλπ. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έχει εκδώσει σειρά καταδικαστικών για την Ελλάδα αποφάσεων που αφορούν κακομεταχείριση ή/και παραβιάσεις άλλων δικαιωμάτων κρατουμένων από σωφρονιστικές αρχές. Η Εθνική Επιτροπή για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου έχει πάρει απόφαση - καταπέλτη για τα κακώς κείμενα στις φυλακές, προτείνοντας άμεσες δράσεις για την επίλυση τους. Ο Συνήγορος του Πολίτη διαμαρτύρεται για την παντελή έλλειψη συνεργασίας των αρμόδιων κρατικών φορεών μαζί του, λόγω της οποίας έχει ουσιαστικά απαγορευτεί η είσοδός του στις φυλακές της χώρας τα τελευταία δύο χρόνια.Οι δικηγορικοί σύλλογοι όλης της χώρας, μη κυβερνητικές οργανώσεις, όπως η Διεθνής Αμνηστία, και πολλοί πολιτικοί/κοινωνικοί φορείς καταγγέλλουν την απαράδεκτη κατάσταση και ζητούν ευρύτερη συνεργασία για το ξεπέρασμα του προβλήματος. Αν ανθρώπινα είναι τα δικαιώματα που πρέπει να απολαμβάνει κάθε ανθρώπινο ον, κάθε στέρησή τους στις Ελληνικές φυλακές αποτελεί ανοιχτή πληγή για την κοινωνία μας. Σε αυτή την κατάσταση όσοι υπογράφουμε αυτό το κείμενο απαντούμε ΝΑ ΣΠΑΣΕΙ ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ ΤΟ ΑΒΑΤΟ ΤΩΝ ΦΥΛΑΚΩΝ.

Με την απεργία πείνας οι κρατούμενοι καταφεύγουν στο τελευταίο οχυρό αντίστασης, που τους έχει απομείνει, το σώμα τους. Είχε προηγηθεί έσχατη έκκλησή τους προ μηνός προς τους ιθύνοντες να ενσκήψουν στο πρόβλημα, καθώς δεν πήγαινε άλλο. Για να λύσουν την απεργία πείνας ζητούν την ικανοποίηση αιτημάτων, που αποκαθιστούν την χαμένη τους αξιοπρέπεια και επανακτούν τα βασικά ανθρώπινα δικαιώματά τους, αιτημάτων συγκεκριμένων, αξιοπρεπών και άμεσα υλοποιήσιμων. Απέναντι στις κινητοποιήσεις των κρατουμένων η πολιτική ηγεσία εξαντλεί τη δράση της σε αδιαφορία, υποσχέσεις και καταστολή των κινημάτων τους. Τυχόν αδιαφορία και αναλγησία της πολιτικής ηγεσίας όμως και σε αυτή τη φάση θα σημαίνει νεκρούς απεργούς πείνας. Στη μετωπική λοιπόν σύγκρουση που επιλέγουν οι κρατούμενοι της χώρας για τη διεκδίκηση των ανθρωπίνως αυτονόητων δε μπορούμε να μένουμε απαθείς σταυρώνοντας τα χέρια και περιμένοντας τις ειδήσεις των θανάτων από τις απεργίες πείνας αλλά θα σταθούμε αλληλέγγυοι. Αν η περιφρούρηση της δημοκρατίας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων επιβάλλουν την επαγρύπνιση όλων μας, τώρα είναι λοιπόν η στιγμή να πάρουμε θέση όλοι απέναντι στο πρόβλημα χωρίς αδιαφορίες και υπεκφυγές.

Απέναντι στην τεταμένη κατάσταση στις φυλακές όλης της χώρας όσοι υπογράφουμε αυτό το κείμενο καθιστούμε την πολιτική ηγεσία απολύτως υπεύθυνη για ό,τι συμβεί και απαιτούμε άμεσα την τόσο θεσμική όσο και στην πράξη ΕΓΓΥΗΣΗ ΤΩΝ ΒΑΣΙΚΩΝ ΑΝΘΡΩΠΙΝΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΤΩΝ ΚΡΑΤΟΥΜΕΝΩΝ ΟΛΗΣ ΤΗΣ ΧΩΡΑΣ.

Το κείμενο είναι αναδημοσίευση από το blog “Όχι στο όνομά μας” Το να το αναδημοσιέυσω και να υπογράψω είναι δυστυχώς το λιγότερο που μπορώ να κάνω, σήμερα. Το λιγότερο, όταν πάνω από 6.000 άνθρωποι κάνουν απεργία πείνας..!

Καλημέρα…

Τετάρτη, 19 Νοεμβρίου 2008

Για τους φόβους μου

γράμματα παλιά
καθισμένα στο λαιμό
ανυπομονούν

και συ δήλωνεις παρών
αν και δεν είσαι
απών παραλαμβάνεις

κιεγώ άθλια
σε εκμεταλλεύομαι
γιατί μαφήνεις
μοναχά αυτό μπορώ


σε εκμεταλλεύομαι
κάθε που γεννάς
γιατί οφείλεις
στα μωρά του κόσμου, λες
τα αβύζαχτα

ευχαριστώ σε
που σαι κεί,για όσο
κι απαλύνεις... το φόβο,
για τους φόβους μου
το φόβο

Τρίτη, 18 Νοεμβρίου 2008

τσουβάλιασμα

μόνο τον κώλο σου εγωιστικό κοπρόσκυλο του κερατά, μόνο τον κώλο σου και το μουνί σου... ζουμ σε σένα πάντα... τσουβάλιασες ανθρώπους ανάσες βιώματα, ένα αχταρμά τα κανες για σένα όλα, κομματάκια τους ανθρώπους... μωρή σκύλα είσαι... κόκκαλο κόκκαλο τους χώρισες τους ανθρώπους για να χεις να γλείφεις μια ζωή πεινασμένη, αχόρταγη, αχόρταστη...θλιβερή είσαι...όχι όχι επικίνδυνη είσαι,θλιβερά επικίνδυνη... χασάπης έκοψες κι έραψες κατά το δοκούν...ΑΝΘΡΩΠΟΥς, μωρέ, μες στο αίμα είσαι... δέσε σφάχτης... μυρίζεις... τώρα πια το μυρίζεις το αίμα, για όχι ακόμα... και τους έφτιαξες ένα αυτό που ήθελες σαν παιχνίδι,για τη συγκίνηση, για σένα μπας και λειψή δε νοιώθεις...λείψε κοπρόσκυλο, χάσου...γράψε τώρα λεξούλες μπας κιεξιλεωθείς, μπας και καθαρίσεις...γράψε και χτυπήσου... ανθρώπους μωρέ έχεις απέναντι ανάσες δάκρυα γέλια χέρια πόδια τι έκανες, μωρέ,δεν είναι παιχνίδι μωρέ, δεν είναι παιχνίδι η συγκίνηση... πως θα το συμμαζέψεις τώρα πως θα σε αντέξεις

για πάρτη μου

άχρηστη, πάλι αδύναμη μικρή ακινητοποιημένη, εσωτερικά προσανατολισμένη με το στόμα ανοιχτό χάνος που δεν αντέχει τον πόνο... συγχώρεσε με μωρέ, δεν έχω... δεν μπορώ δεν έχω προστάτη να σου στείλω μου... το λεγε κειος ο μικρός σηκωνόταν ξαφνικά απ το θρανίο του κι έπαιρνε το μολύβι του και το βαζε να βλέπει το ταβάνι και γω του λεγα κάτσε κάτω... άχρηστη, για πάρτη μου τον γείωνα... και μου λεγε δεν είναι μολύβι ραβδί είναι μαγικό, ούτε ταβάνι είναι, ουρανός είναι ανοιχτός... και μαυτό "καλώ τον προστάτη" μου λεγε... κι εγώ τρόμαζα με το φευγιό του παιδιού τρόμαζα που τον άβλεπα νανεβαίνει ο μικρός να μας αφήνει τους άχρηστους, τους φυτεμένους και να τον φωνάζει μαπελπισία τον προστάτη... όχι όχι δεν τον φώναζε... αυτός ήθελε νανεβεί να πάει μαζί με τον προστάτη κι εμάς να μας αφήσει να μας διαγράψει που του λέγαμε πως ζει σε ταινία πως δεν πατάει, πετάει, πως δεν είναι ραβδί μολύβι είναι , πως δεν είναι ουρανός, ταβάνι είναι...ναι ναι έλεγε να πετάξω θέλω,ξέρω ξέρω τι θα μου πεις... ξέρω ξέρω δεν υπάρχει αλλά κι εσύ δεν τον ψάχνεις εσύ δε θα θελες να υπάρχει... "καλώ καλώ τον προστάτη" κι εγώ εκεί να τον γειώνω να πατήσει γιατί αν πετούσε θα τον έχανα θα μαφηνε μόνη να πατάω... για πάρτη μου σου λέω για πάρτη μου τον γείωνα και τώρα μεκδικείται που τον καλώ και δεν έρχεται... δεν έρχεται να στον στείλω... σχώρα με μωρέ να πετάξω δεν μπορώ χρόνια πατάω, πατάω γερά καρφωμένη

Παρασκευή, 14 Νοεμβρίου 2008

Βζζζζζζζζ....λες κουνουπάκι;

Νε ολί ζούδι;
βζζζζζζζζζζζ
Προλαβαίνεις ακόμα...
σου φεξε, τζάμπα
βζζζζζζζζζζζ

Άλλος πληρώνει
Εσύ αυτό που ξέρεις
βζζζζζζζζζζζζζζ
μ’αίμα δάγκαμα


Λαχείο φέτο
μεγάλο φθινόπωρο
βζζζζζζζζζζζ
Απεγνωσμένο

Λίγο ακόμα
εκλιπαρεις για δώρο
βζζζζζζζζζζζ
ζέστη άρρωστη

Λες κουνουπάκι;
Λες να τα καταφέρεις;
βζζζζζζζζζζζζ
Κατσαριδούλα;

Μη μου κρύβεσαι
Τονειρευόσουν πάντα
βζζζζζζζζζζζζζζζζ
Παντός καιρού να γίνεις

Τζάμπα

Τζάμπα ζούμε, τζάμπα
ο αέρας δωρεάν, το σύννεφο δωρεάν
τα ρυάκια, οι λόφοι δωρεάν
η βροχή, οι λάσπες δωρεάν
πεζός, δωρεάν
οι πόρτες των κινηματογράφων, δωρεάν
οι βιτρίνες, δωρεάν
το ψωμοτύρι δεν είναι, αλλά
το πικρό νερό, δωρεάν.
Χαράτσι,ακριβό η ελευθερία
η σκλαβιά, τζάμπα.
τζάμπα ζούμε, τζάμπα


Bedava
ORHAN VELİ KANIK

Τρίτη, 11 Νοεμβρίου 2008

Ψευδαίσθηση

Απελευθερώθηκα, από μια παλιά αγάπη.
Τώρα πια, όλες οι γυναίκες είναι όμορφες.
Το πουκάμισό μου καινούριο
έχω πλυθεί
έχω ξυριστεί.
Ήρθε η ειρήνη
Ήρθε η άνοιξη
Ο ήλιος βγήκε
Στο δρόμο έχω βγει,οι άνθρωποι είναι ήρεμοι
κι εγώ, ήρεμος είμαι


Illusion
ORHAN VELİ KANIK

Τετάρτη, 5 Νοεμβρίου 2008

Για το τσιμπιδάκι...ποίημα






Ούτε βόμβα ατομική,
ούτε του Λονδίνου η σύνοδος
στόνα χέρι το τσιμπιδάκι
και στάλλο τον καθρέφτη...
στο μουνί της, ο κόσμος


Cιmbιzlι siir

ORHAN VELİ KANIK




Περιπέτεια

Ημουν μικρό, μικράκι
έριξα στη θάλασσα την πετονιά
μαζεύτηκαν ψαρούλια
τη θάλασσα, είδα

έφτιαξα ένα χαρταετό
με τούλια και κορδέλες
της ουράς του τα χρώματα, ουράνιο τόξο
μεμιάς... τον άφησα στον ουρανό
τον ουρανό, είδα

μεγάλωσα, έμεινα χωρίς δουλειά
πείνασα, χωρίς φαϊ έμεινα
με τους ανθρώπους ανακατεύτηκα,
είδα... τους ανθρώπους

ούτε απαγάπη, ούτε από ζόρι κώλωσα
ούτε από θάλασσες...απ τον ουρανό, ούτε
το τελευταίο που είδα, όμως...δε μαφήνει
το κάθε μέρα...της επιβίωσης...δε μαφήνει

του καήμένου, του ποιήτη...
αυτό, λέω...του πρεπε να δει



Macera

ORHAN VELİ KANIK



Για την πατρίδα

Και τι δεν κάναμε γιαυτή την πατρίδα
μερικοί, πεθάναμε
μερικοί...λόγους βγάλαμε



Vatan icin

ORHAN VELİ KANIK

Τρίτη, 4 Νοεμβρίου 2008

Τηλέφωνο για ραντεβού...στον απαπάπαπάγιατρό!!!

Καλημέρα

Γεια σαααας (με ελαφρύ αναστεναγμό)

Θα θελα να κλείσω ένα ραντεβού

Γιαααα νακούσουμε;

Για αύριο ας πούμε...Τετάρτη, μπορείτε;

Τι πρόβλημα;

Έσπασε ένα δόντι μου... (τρία είναι σπασμένα...αλλά τι να σου λέω τώρα...)

Μεσημεράκι;

Δηλαδή;

Μία;

Εντάξει

Ονοματάκι;

Ρούλα καραμήτρου

Ο.Κ....γειααααα

Γεια σας!!!!!!


Μαρέσει να μη λέω πολλά ο γιατρός...άμα μαρέσει και να ...μην παίρνω πολλά...κι άμα μαρέσει κι όταν θα πέσει παγωνιά...που πέφτει πάντα άμα τη θέα της γαμωκαρέκλας... να φτιάχνω κήπους σαν ολόγιομο φεγγάρι στη σκηνή...ή έστω έχω διάθεση να το προσπαθήσω...μπορεί και να τη γλιτώσουμε τη μασέλα...
Α, να δούμε σαν να έχω καλό προαίσθημα, μετά το τηλεφώνημα




Κυριακή, 2 Νοεμβρίου 2008

Μπρε κου μπρε ρα μπρε στη μπρε κα

Και εν δύο τρία χοπ!

κε κου κε ρα κε στη κε κα!

αι μωρε πως κου...ου..ου πως ρα, πως στη, πως κα..α..α!

μαρί κου, μαρί ρα, μαρι στη, βρε, βρε στη...μαρι κα!

ολέο κου
ολέο ρα
ολέο στη
ολέο κα!

τζουστ ταραραμ κου, τζουστ ταραραμ ρα, τζούστα, τζούστα στη... τζουστ κα!

κου...ρα...στη...κα!

κ...ου...ρ...α...σ...τ...η...κ...α!

κο..υ..ρα..στη..κα......μη και με πεις ω..ρα..ι..ος κα..ι..ρος για θαπαντήσω!

Αει μωρε ζλάπια (χτύπημα στο γόνατο!)...φέγατι και κουράστκα σήμερα!
Σκόρπσα συ λιέω, σκόρπσα

Α... θα μας τριλάνς Ελενίτσαμ κουράσκα και κουράσκα...ολημερίς κι ολονυχτίς το λούαμε...το βράδυ χτενιζόταν!

Μανταμίτσα... το λοιπόν...σιλανσιέ, τουμπεκί...για κουράστηκε το παλουκάρι, γκέγκέ μανταμίτσα;

Νύχτααααα!

Σάββατο, 1 Νοεμβρίου 2008

Φουρφούρι μου πήρες μωρέ;

Μην τυχόν και το ξεχάσεις κακομοίρη μου φορφούρι χρωματιστό …μην έρθεις χωρίς φουρφούρι… να το φυσάμε να τρέχουν οι άκρες του να κυνηγιούνται οι γωνιές του και να μην προλαβαίνονται, ποτέ να μην προλαβαίνονται μόνο να κυνηγιούνται, φουρρρρρρρ, φουρρρρρρ το κόκκινο να πάει να χτυπήσει τον ώμο του πράσινου και κεινο να φεύγει…φρρρρ φρρρρ για κυνηγάει το κίτρινο που λάμπει και φρουπ… μεμιάς κι αυτό να του ξεφεύγει για το μπλε που δεν το φτάνει και κείνο στο κατόπι το μωβ που ναι ακριβοθώρητο και μόνο την πασχαλιά μυρίζει…μη μωρέ το ξεχάσεις…και δε θα γίνει ο κύκλος αλλιώς…για θα το βάλουμε στη γλάστρα μετά, στο χώμα θα το μπήξουμε να 'ναι στέριο κι από μακριά θα το κοιτάμε και κείνο φρρρρρ…φρρρρ…φρρρρρ θα γυρίζει και θα γυρίζει και θα γυρίζει μόναχο…φρρρρ…φρρρρ….φρρρρρ και θα τις ενώσει τις γωνιές… κύκλο θα φτιάξει…ένα …χρωματιστό… δε θα γίνει ένα, αλλιώς…αέρα και φουρφούρι…αέρα και φουρφούρι, χρωματιστό, φέρε μου…μην έρθεις χωρίς φουρφούρι


Μπουμπού μου, κάτσε φρόνιμα

Μπουμπού μου, τι σου κάνανε
και ύπνος δε σε πιάνει
καντή μου, πες να σε χαρώ
τιν’ τούτο το φιρμάνι

ισόβια με δίκασες
νταλγκάς να με βαραίνει
πες με πώς να δικαιωθώ
πως μπλέχτηκα η ψημένη

Μπουμπού μου,μη μπερδεύεσαι
κούνησες την ουρά σου
μην τώρα μυξοκλαίγεσαι
για θα βρεις το μπελιά σου

και το ισόβια δεσμά
που δεν καταλαβαίνεις
μπορώ να κάνω πάραυτα
βουνό να ανεβαίνεις

και δε σε κόβω, βρε μπουμπού
ναντέχεις ανηφόρα
τα έχεις τα κιλάκια σου
τι να τα λέμε τώρα

κυρ δικαστη κατάλαβα
άλλο δε θα ρωτήσω
αχ, τι το ήθελα ουρά
στερνά να σε γνωρίσω

κι από μπουμπού, τρελή μπουμπού
τωρά μπουζουριασμένη
και σε σεβντά, ντελή σεβντά
τωρά παραδομένη