Παρασκευή, 30 Μαΐου 2008

ΕΕΕΕΕΕΕ;

Κι είχε μια φασαρία εκείνες τις μέρες...θόρυβος απόλυτος μόνο θόρυβος όλα τα μηχανάκια και τα παιδάκια κι οι φωνές κι ο θυμός και το δε μπορώ άλλο του δρόμου...όλα μέσα απ το σπίτι περνούσαν. Καλοκαίρι για, όλα ανοιχτά πόρτες παράθυρα ολάνοιχτα και ξεσηκωμένα...όλα τα χειμωνιάτικα ξεσηκωμένα, με τα καλοκαιρινά έτοιμα για τη θάλασσα και κείνη μακριά, ακόμα...και θλίψη και καρτερία που μόνο η προσδοκία την έκανε ζάπι, ποτε ποτε.
Και κείνο...το που θελα παένεις ρε Καραμήτρου και το γελάκι να ξεπετιέται από παντού, σε κάθε βρισίδι από το δρόμο...μόνο για τα βουνά είσαι κοπελα μου που μου θες καιαυτοκίνητο...και θάλασσα να συμπληρώνει το χιουμοράκι το γελάκι...κι ο θυμός απ το δρόμο κι αγωνία... μέσα στο σπίτι, μαζί εκεί.
Κι όλες οι ημερομηνίες να την εκυνηγάνε, βουνό οι διεκπεραιώσεις να την πατάει το καθημερινό...αδακά στο λαιμό, ταμ στο καρύδι και να την πνίγει...όλα τελευταία στιγμή όλα τα μέτωπα ανοιχτά κάθε Μάη να ζητάνε πληρωμή, όπως κάθε χρόνο και χρόνο με το χρόνο όλο και πιο πολύ.
Το σύνηθες τουρλουμπόυκι το γνωστό...κάτι σαν το 42 χρόνια κουρασμένη κι άκεφη που λεγε και μια ψυχή
Και του κατσε του ανθρώπου να την επάρει τηλέφωνο, να θελήσει να την ακούσει...δεν το κανε συχνά, ψιλοαποδημητικός ο μαύρος και κείνο το τηλέφωνο για κακό το χε δεν του πήγαινε του ανθρώπου. Είχε καιρό να φανεί, μόνο χαιρετίματα έστελνε με φίλους...και διάλεξε την ώρα ο μαύρος, άμα την έχει τη γκαντεμιά ο άνθρωπος
Έλα τι γένιτι βρε πιδί;
Βρε μπας και χειμώνιασε κι ήρθανε τα χιόνια ξανά ή με γελάει ταυτί μου;...άμα το χεις το τακτ, δεν κρύβεται σε λέω...
Όχι δε σε γελάει, αλλά δεν είναι χιόνι, τσιόνι είναι κοπέλα μου
ΒΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡ η σέμπρικ η αγωνιστικιά στη μία, απ τη γωνία
Πιόνι πιόνι καλά το λες πιόνι γένιτι ο άνθρωπος αμα αφήνεται όπως εγώ κι από κει τον παίρνουν και πιο κει τον επάνε...πιόνι μια χαρά το πες
Όχι βρε τσιόνι είπα σε ο μαυρος... κι ανθός...ανθός του Μάη μπορεί ναναι...τι...
ΠΟΥ ΠΑς ΡΕ ΤΣΟΚΑΡΟ; κραυγασε ο νέος από το σταυροδρόμι και το φάσκελο έπεσε βαρύ κι ακούστηκε, μέχρι και το φάσκελο ακούστηκε
Ναι... ο παθός του Μάη μια χαρά τα λες τον εξέρω τον παθό τούτονε παλιοί γνώριμοι, από γεννησιμιού
Αχ, βρε σκασμένο μέκανες και γέλασα, αλλά ανθός είπα...άνθος του Μαγιού
ΑΝΝΤΩΝΑΑΑΑΑΚΗΗΗΗ θα σε τσακίσω αν σε δω να ξαναπειράζεις την αδερφή σου, νισσάφι πια έχω τα χαλια μου έχω και σας νασχολούμαι, φώναξε η κυρα Μαρίκα απαπέναντι και ΓΡΡΡΡΡΡΡΡΡ ΤΟ ΜΗΧΑΝΆΚΙ συμπλήρωσε
Ναι, ναι και ποιητικά παένει το λάθος του Μαγιού, διαβασμένη είμαι...το χω το λάθος
Πω πω τι έχω πάθει ο μαυρος...δε...ΦΤΑΝΕΙ ΠΙΑ, ΔΕΝ ΣΑΝΤΕΧΩ ΑΛΛΟ φώναξε η Μαρία από δίπλα που ήταν στα χωρίσματα.
Θε μου γιατί πρέπει να σας ακούω όλους...τι είπες...τι έπαθα ο γαύρος είπες; Μα για τη μπάλα με πήρες, άκου γαύρος...άστο το χιουμοράκι δεν είν ώρα ΓΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡ....γρρρρρρρρρρρ ένα μικρό κι ένα μεγάλο στη διασταυρωση και μπιιιιιιιιπ κι δυο τις κόρνες και πολλοί και γκαρντάσια...μα τι αμαρτίες πληρώνω...δε σακούω, δε σακούω...τι λες;...δε
Έλα έλα κοπελα το ξέρω, ξερω πως δε μακούς...θα στο στείλω σε μήνυμα να το δεις...
Τι είπες...στο κλείσιμο πάντα ο θόρυβος ήταν άπαιχτος, μαζεμένος όλος, μαζί μηχανάκια και παιδάκια και τερατάκια ούλοι μαζί στο κλείσιμο περνούσαν, απόλυτο timing, πάντα
Α καλά εσύ δεν πας καλά...τι σέλα και πράσιν άλογα μου τσαμπουνας;
Βρε... έλα, έλα κοπέλα και μήνυμα σου είπα...
Α... κι επιστρατεύουμε και το κίνημα για να ξεμπλέξουμε, μια ζωή στα δύσκολα το κίνημα...αγωνιστικούς χαιρετισμούς μαυρε στο κίνημα να πας να το βρεις...τι χάνεις τον καιρό σου με την τρελή...στο κίνημα καλό μου που σε χρειάζεται





Και ξανά μια φορά κι έναν καιρό όχι τα πολύ παλιά τα χρόνια το Ευγενιώ γέννησε το πρώτο της το μικρό της το κορίτσι της. Κι ήταν χαρούμενο μα πόσο χαρούμενο το Ευγενιώ γιατί μεγάλο δέντρο τη λέγανε, μεγάλο και γερό με παχιά σκιά, μα χωρίς καρπό το λέγανε το Ευγενιώ.
Και το χάιδευε το μικρό της και το ακουμπούσε μάγουλο με μάγουλο και το μύριζε, αχ πως το μύριζε και χαιρόταν και γέλαγε το Ευγενιώ.
Και το μικρό της μεγάλωνε και το φρόντιζε και το τάιζε και το έπλενε και το στόλιζε και χαιρόταν το Ευγενιώ και το βλεπε να μασουλάει την πιπίλα του και το καμάρωνε.
Ώσπου εκεί γύρω στους τρεις μήνες παιδάκι ολόκληρο το μονάκριβό της, είχε μεγαλώσει πια κι ένα βράδυ το Ευγενιώ του πήρε από το στόμα την πιπίλα του και την πέταξε.
Κι άρχισε να γκρινιάζει το πρώτο της και να κλαίει και να τη ζητάει πίσω και το Ευγενιώ να του λέει... όχι καμάρι μου όχι μεγάλωσες πια. Και γκρίνιαζε και μεγάλωνε το πρώτο της και δεν κοιμόταν τα βράδυα και μεγάλωνε το γκρινιάρικο, το κλαψιάρικο το σκασμένο το μεγάλο.
Κι άρχισε να περπατάει το μεγάλο και να ναι ζωηρό και σκανταλιάρικο και το Ευγενιώ να φοβάται, αχ πόσο φοβόταν μη του πάθει τίποτα το κορίτσι της, μη χτυπήσει το γρουσούζικο, μην πονέσει το καημένο και δεν ταφηνε πολύ πολύ να βγαίνει στην αυλή να παίζει.
Και γέννησε το δεύτερο το Ευγενιώ το μικρό της το γιο της το μικρό της το μωρό της κι άρχισε να το χαιδεύει και να το ακουμπά το μικρό της μάγουλο με μάγουλο και να το μυρίζει, αχ πως το μύριζε και χαιρόταν και γέλαγε το Ευγενιώ με το μικρό της.
Και το ξέχασε το μεγάλο της, μα αυτό είχε μεγαλώσει δυο χρονών ολόκληρο παιδί... στα πόδια του και μεγάλωνε και γκρίνιαζε το μεγάλο της κι έκανε και το μικρό να κλαίει.
Και θύμωνε το Ευγενιώ, αχ πως θύμωνε κι έσμιγε τα φρύδια κι άνοιγε ένα στόμα τεράστιο και κουνούσε τα χέρια της τα μεγάλα και χτυπιόταν το Ευγενιώ, ναι χτυπιόταν και φώναζε, αχ πως φώναζε, πάλι μου το ξύπνησες το μικρό φώναζε... και το μεγάλο της φοβόταν κι έκλαιγε κι έκανε και το μικρό να κλαίει και το διωχνε το μεγάλο το Ευγενιώ για να ησυχάσει το μικρό της... και το μεγάλο το παιρνε η Βεβένη και το κοίμιζε στο σπίτι της, μαζί κοιμόταν με τη Βεβένη το μεγάλο, μέχρι να μεγαλώσει το μικρό και του λεγε παραμύθια η Βεβένη και το μεγάλο δεν την άφηνε να κοιμηθεί και μετά και μετά, Βεβένη της έλεγε... κι άλλο μην κοιμάσαι, Βεβένη και ξημερώνανε με το μεγάλο το σκασμένο να σκουντάει τη Βεβένη, ανηχόρταγο το έλεγε το Ευγενιώ κι όσο πιο πολύ μεγάλωνε τόσο ανηχόρταγο γινόταν και κλαψιάρικο και σουρτούκο όλο στους δρόμους ήθελε να ναι, το σπίτι δεν το βλεπε...και μετά και μετά έλεγε της Βεβένης
Κι όταν το μικρό της μεγάλωσε, δεν ταφηνε το Ευγενιώ το μεγάλο της να κοιμάται πια στη Βεβένη και κείνο γκρίνιαζε κι έκλαιγε και ζητούσε από το Ευγενιώ παραμύθια, μα είχε δουλειές το Ευγενιώ δουλειές πολλές, που να χει ώρα για παραμύθια και του λεγε κοιμήσου αύριο θα σου πω και το μεγάλο δεν τη πίστευε και γκρίνιαζε κι έκλαιγε και τη ρωτούσε... μαμά μαγαπάς κάθε που ρχόταν να το σκεπάσει το κλαψιάρικο το βράδυ και το Ευγενιώ θύμωνε γιατί είχε δουλειές, πολλές δουλειές κι ήταν κουρασμένη κι έσμιγε τα φρύδια κι άνοιγε ένα στόμα τεράστιο και κουνούσε τα χέρια τα μεγάλα και χτυπιόταν, ναι χτυπιότανε το Ευγενιώ και του λεγε... ΣΑΓΑΠΑΩ, ΣΑΓΑΠΑΩ ΠΟΣΕς ΦΟΡΕς ΘΑ ΣΟΥ ΤΟ ΠΩ... και το μεγάλο ρωτούσε και ξαναρωτούσε για δε το πίστευε το Ευγενιώ

Ο ανθρωπάκος με τα μπιχλιμπίδια και το ξύλινο πόδι

Μια φορά κι έναν καιρό, όχι τώρα, τα πολύ παλιά χρόνια, ήταν ένας μυλωνάς που χε μια όμορφη κορούδα...που ταν όμως κομματάκι κουνημένη, ναι κουνημένη...πως το λέτε εσείς ιδώ σακάτ, σα μα το χε χαμένο λιγουλάκι η κορούδα... ήταν ελαφριά...όι ντιπ μωρέ, αμέσως και σεις, λίγο ελαφριά όμως, ήντουνε η κορούδα. Ο πατέρας της το ξερε, μα δεν το μολάγαγε σε κανένα. Όλο γέμορφη και πεντάμορφη και νοικοκυρά την έλεε. Κι όταν μιλούσε για το γνέσιμό της κόρδωνε σαν το παγώνι ο μυλωνάς για τη θυγατέρα του.
Μια μέρα ο μυλωνάς αντάμωσε το βασιλιά και θέλησε να τον εντυπωσιάσει.
"Έχω μια κόρη αφέντη μου που μπορεί να γνέσει τάχυρο και να το κάμει χρυσάφι σωστό"
Του βασιλιά ταρεσε που ταν μαστόρισσα η κορούδα κι είπε στο μυλωνά:" Αυτή η τέχνη μαρέσει πολύ. Αν είναι τόσο πιδέξια όσο μου τα λες, φερ΄την αύριο στο παλάτι μου να την εδοκιμάσω"
Έπεμψε το λοιπόν ο μυλωνάς τη θυγατέρα του στο παλάτι κι ο βασιλιάς την προυπάντησε και την οδήγησε αμέσως σε μια μικρή κάμαρα που τανε ίσαμε το ταβάνι γεμάτη με άχυρο. Της έδωσε ανέμη και τυλιγάδι και τη διάταξε:" Έχεις ολάκερη τη νύχτα να μου κάνεις όλο αυτό τάχυρο χρυσάφι. Αν δεν τα καταφέρεις, θα την εχάσεις τη ζωή σου, κορούδα. Είπε αυτά τα λίγα ο βασιλιάς κι έφυγε κλειδώνοντας πίσω του την κάμαρα αφήνοντας την κόρη μονάχη.
Το καημένο το μυλωνάκι δεν ήξερε τι να κάνει. Ιδέα δεν είχε πως θα μπορούσε κανείς να γνέσει τάχυρο και να το κάνει χρυσάφι. Το αρχικό ξάφνιασμα απ τη διαταγή έγινε χλωμιασμα φόβος και τέλος τρόμος που την κυρίευσε. Κρύος ιδρώτας και δάκρυα έλουσαν την κορούδα, ξαφνικά. Τότε, άνοιξε με μιας η πόρτα της κάμαρας κι ένας ανθρωπάκος με μπιχλιμπίδια και ξυλοπάδαρο, μπήκε μέσα και της είπε χαμογελαστά
Γιατί κλαίς μικρό μυλωνάκι. Γιατί χαρά μου κλαίς,τόσο πολύ;"
Αχ, πρέπει να γνέσω χρυσάφι από άχερο, αλλά δεν ξέρω πώς"
Έλα, έλα κόρη νέμορφη θα το γνέσω εγώ για σένα. Αλλά πε με πρώτα, πουλούδι μου, τι θα με δώσεις;
Το μενταγιόν...να πάρε το, το μενταγιόν που φοράω στο λαιμό μου θα σου δώσω, του πε η κορούδα.
Ο ανθρωπάκος πήρε το περιδαίραιο κάθισε μπρος στην ανέμη και γρρρρ, γρρρ, γρρρ, τράβηξε τρεις φορές και γέμισε το μασούρι με χρυσάφι. Συνέχισε να δουλεύει έτσι όλη τη νύχτα και πριν κιόλας ξημερώσει είχε γνέσει ολάκερο το άχερο και είχε γεμίσει όλα τα τυλιγάδια με χρυσό.

Με την ανατολή του ήλιου γιάτος κι ο βασιλιάς. Μόλις αντίκρισε το χρυσάφι, έδειξε μεγάλη έκπληξη κι ακόμα πιότερη χαρά, μα η καρδιά του γίνηκε τώρα ακόμα πιο άπληστη για χρυσάφι. Έδωσε εντολή να πάνε την κόρη σε μια διπλή απ την πρώτη κάμαρα γιομάτη κι αυτή με άχερο. Η κορούδα τα χασε διπλά ένιωσε ανήμπορη κι αβοήθητη και λύθηκε σε κλάμματα.Τσουπ, τότε μαζί με τους λυγμούς κι ο ανθρωπάκος
Έλα χαρά μου μη μου κλαις, αφού εγώ είμαι δω, μον πε με τι θα μου δώσεις για να σου γνέσω κι αυτό το άχερο σε χρυσάφι;
Το δαχτυλίδι μου να το δαχτυλίδι της μάνας μου πάρε, απάντησε η κορούδα.
Πήρε το δαχτυλίδι,και γρρρ στο γρρρ, γρρρ στο γρρρ για άλλη μια φορά άρχισε να γουργουρίζει με την ανέμη ο ανθρωπάκος μας και να γνέθει ακατάπαυστα. Η κόρούδα δεν έπαιρνε τα μάτια της από πάνω του, θαυμάζοντας την ικανότητά του.
Και τρίτη κάμαρα ο βασιλιάς τάλλο το πρωί, ακόμα πιο μεγάλη κι ακόμα πιο γιομάτη.
Μέχρι αύριο το πρωί, της είπε...Όχι βρε κουτό μην καλαις, αφού εγώ είμαι εδώ, μον πες με...δεν έχω τίποταλλο να σου δώσω, του πε κλαίγοντας...δεν έχεις μα ταχιά θαποκτήσεις θα γίνεις βασίλισσα και κόρη θα γεννήσεις, όμορφη κι αυτή σε μένα θα τη δώσεις.
Η κορούδα έδωσε την υπόσχεση της κι ο ανθρωπάκος χαρούμενος άρχισε να γουργουρίζει και να γουργουρίζει και να γιομίζει την κάμαρα με χρυσάφι, ώσπου ξημέρωσε. Ο βασιλιάς διέταξε να γίνουν οι ετοιμασίες για το γάμο. Έτσι το μυλωνάκι έγινε βασίλισσα.

Ένα χρόνο μετά γέννησε την κόρη της...και κει γύρω στα σαράντα εμφανίστηκε χαμογελαστός ο ανθρωπάκος μας στην κάμαρά της
Ήρθε η ώρα βασίλισσα μου, χαρούλα μου να μου δώσεις ότι μου υποσχέθηκες. Το μυλωνάκι κατατρόμαξε και του πρόσφερε όλα τα πλούτη΄του βασιλείου της παρακαλώντας τον να της αφήσει τη μονάκριβή της.
Όχι βασίλισσά μου, όχι προτιμώ ένα ζωντανό πλάσμα απόλα τα πλούτη του κόσμου. Άρχισε το μυλωνάκι να κλαίει και να τον εκλιπαρεί τόσο, που ο ανθρωπάκος μας τη λυπήθηκε.
Εντάξει, σου δίνω τρεις μέρες προθεσμία, χαρά μου κι αν μέχρι τότε μαντέψεις τόνομά μου, μπορείς να κρατήσεις την κόρη σου

Όλη τη νύχτα αναλογιζόταν το μυλωνάκι όλα τα ονόματα που χε ποτέ ακούσει και την άλλη μέρα έστειλε κι αγγελιοφόρους στη χώρα να μάθουν να ρωτήσουν όλα τα περίεργα ονόματα και την πιο άλλη μέρα άρχισε να του αραδιάζει όλα τα περίεργα Μελχιδεσέκ, Μπαλσαταρ,Λυμασιχο ότι ήξερε και δεν ήξερε το μυλωνάκι. Όμως για κάθε ένα ο ανθρωπάκος με τα μπιχλιμπίδια απαντούσε, όχι δε με λένε καθόλου έτσι.
Ζήτησε κι άλλη προθεσμία το μυλωνάκι, εντάξει χαρά μου της είπε γιατί σαγαπώ βασίλισσά μου. Τότε το μυλωνάκι έπεμψε τους ανθρώπους της στη γειτονιά να ρωτήσουν να μάθουν συνηθισμένα ονόματα των ανθρώπων που μέναν εκεί, μα και στο δάσος στο βουνό να ψάξουν τους έστειλε.
Της είπαν όλα τα ονόματα της γειτονιάς που τα ξερε, όχι όχι δεν μπορεί δεν μπορεί να ναι τόσο εύκολο τόσο συνηθισμένο τόνομάτου...και τότε ο ένας αγγελιοφόρος της είπε, εκεί ψηλά στο βουνό σε μια καλύβα συναντήσαμε έναν ανθρωπάκο με μπιχλιμπίδια κι ένα ξύλινο πόδι, τρελούτσικος φαινόταν, όλο γελούσε και χόρευε στην αυλή του γύρω από μια φωτιά και τραγουδούσε

Σήμερα φουρνίζω αύριο κούτσα κούτσα περπατώ
Μεθαύριο της βασίλισσας την κόρη αποκτώ
Κανείς δεν ξέρει από που κρατώ
κι ότι με λένε...με λένε Ξωτικό

Το μυλωνάκι πέταξε απ τη χαρά του μόλις έμαθε τόνομα του
Λοιπόν κυρά βασίλισσα το βρήκες... έμαθες, μήπως πως με λένε;
Μήπως σε λένε Χρήστο...μήπως σε λένε Γιάννη...μήπως σε λένε Νίκο...μήπως σε λένε Σταυρο κι άρχισε ναραδιάζει όλα τα ονόματα που ξερε το μυλωνάκι. Όχι ήταν η απάντηση σε όλα
Μήπως σε λένε Ξωτικό; τον ρώτησε τέλος τέλος η άμυαλη κορούδα
Ο διάβολος σου το πε αυτό. Ο διάβολος! Ο διάβολος! ούρλιαξε ο ανθρωπάκος κι απ το θυμό του χτύπησε το ξύλινο πόδι του τόσο βαθιά μεσα στο χώμα, που χώθηκε όλο μες στη γη! Έξαλλος καθώς ήταν απ την οργή του, τράβηξε με τα δυο του χέρια το αριστερό του πόδι με τέτοια δύναμη, που σκίστηκε στα δυο

Η Νόρα αντέγραψε, αδέρφια

Πέμπτη, 29 Μαΐου 2008

Αχ, Ανννντωνηηη

...Αν μπορείς να τακούσεις λοιπόν Σεφ, ναι είναι...ανθός ειν η ζωή...μον το Ρουλιώ μπλέκεται με τη γαμημένη την καθημερινότητα και πολλές φορές βαριακούει



Τετάρτη, 28 Μαΐου 2008

Κόλπα μαγικά...γλυκόπικρα

Δείτε βρε...δείτε κι απολάυστε και θυμηθείτε όσοι μπορούσατε ή τουλάχιστον προσπαθήσατε και θαυμάστε και γελάστε γλυκόπικρα...και μην ακούσω κακομοίρηδες κανά λογάκι για αμερικανιές και χαζοζαρούμενες ιμπεριαλιστικές αηδίούλες...για θα σας δανκάσω που λέει και ο Γούφας...αμάν πια το σικάσατε το Ρουλιώ:)




Ο άντρας με την μπλε γενειάδα

Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν ένας άντρας που είχε αμύθητα πλούτη. Είχε χρυσά και ασημένια σερβίτσια, έπιλα, κεντήματα και ολόχρυσες άμαξες. Όμως για κακή του τύχη, είχε μια μπλε γενειάδα. Τα μπλε γένια του τον έκαναν τόσο άσχημο και τόσο αποκρουστικό, ώστε, όποια γυναίκα ή κοπέλα κι αν τον έβλεπε, το έβαζε στα πόδια. Μια γειτόνισσα του-μια κυρία με αριστοκρατική καταγωγή, είχε δυο πανέμορφες κόρες. Ο άντρας με την μπλε γενειάδα ζήτησε, από την κυρία το χέρι της μιας απαυτές, αφήνοντάς το στη δική της κρίση, για το ποια από τις δυο, θα του το έδινε. Όμως, και οι δυο δεν τον ήθελαν-η μια τον έριχνε στην άλλη, γιατί καμιά της δεν μπορούσε να αποφασίσει να παντρευτεί έναν άντρα με μπλε γένα. Πέρα απ' αυτό όμως, τις φόβιζε το γεγονός, ότι είχε ήδη παντρευτεί αρκετές γυναίκες και κανένας δεν γνώριζε τι είχαν απογίνει.

Για να τις γνωρίσει καλύτερα, ο πλούσιος άντρας προσκάλεσε τις δυο αδερφές, μαζί με τη μητέρα τους και τρις τέσσερις από τις καλύτερες τους φίλες, καθώς και νέους από τη γειτονιά, να περάσουν μερικές μέρες σ'ένα από τα εξοχικά του. Οχτώ ολόκληρες μέρες πέρασαν εκεί, με βόλτες με κυνήγι και ψάρεμα στη λίμνη και στο ποτάμι της περιοχής, με χορούς κι επίσημα γευματα. Και, μεταξύ άλλων τους απονεμήθηκαν τίτλοι ευγενείας και αξιώματα. Δεν τους έμενε χρόνος ούτε για ύπνο...περνούσαν τις νύχτες με αστεία, με ιστορίες και παιχνίδια. Τελικά, ήρθε έτσι το πράγμα, ώστε η μικρότερη από τις δυο αδερφές δεν έβλεπε πια τα γένια του οικοδεσπότη να είναι τόσο μπλε, και ο ίδιος της φαινόταν αρκετά ενδιαφέρων τύπος, της άρεσε...τον ερωτεύτηκε η μικρή. Με την επιστροφή τους στην πόλη, τέλεσαν και το γάμο τους.

Είχε περάσει ένας μήνας από το γάμο, και ο άντρας με την μπλε γενειάδα ανακοίνωσε στη γυναίκα του ότι έπρεπε να φύγει για ταξίδι στην επαρχία, για έξι βδομάδες τουλάχιστον, λόγω μιας πολύ σημαντικής υπόθεσης. Κι ακόμα της είπε ότι στο διάστημα της απουσίας του, αυτή θα μπορούσε να διασκεδάσει και να χαρεί όσο ήθελε. θα μπορούσε μάλιστα να καλέσει τις φίλες της να πάνε στον πύργο τους στην εξοχή και να τις φιλέψει με ότι καλύτερο υπήρχε στην κουζίνα και στο κελάρι. "Εδώ είναι τα κλειδιά" της είπε, "αυτά είναι για τα δυο μεγάλα δωμάτια με τα έπιπλα, αυτά είναι για το χρυσό και το ασημένιο σερβίτσιο, αυτά για τις κασετίνες με τις πολύτιμες πέτρες μου, κι αυτό είναι το κεντρικό κλειδί για όλα σχεδόν, τα δωμάτια. Και αυτό εδώ το μικρό κλειδί, είναι για το δωμάτιο στο τέλος του μακρύ διαδρόμου στο ισόγειο. Σου απαγορεύω, όμως να ανοίξεις αυτό το δωμάτιο και σου το απαγορεύω με κάθε αυστηρότητα. Σε περίπτωση που αγνοήσεις την απαγόρευση και τολμήσεις να το ανοίξεις ετοιμάσου να υποστείς τις συνέπειες, που θα είναι πολύ οδυνηρές". Η γυναίκα τού υποσχέθηκε ότι θα ακολουθούσε όλες τις εντολές του κατά γράμμα. Την αγκάλιασε "Γεια σου αγαπημένη μου" της είπε, ανέβηκε στην άμαξά του και έφυγε για το ταξίδι.

Οι γειτόνισσες και οι φίλες καίγονταν τόσο από την περιέργεια να δουν όλο τον πλούτο αυτού του σπιτιού, που άδραξαν αμέσως την ευκαιρία.΄Οσο καιρό ήταν εκεί ο σύζυγος δεν τολμούσαν να πάνε, γιατί φοβόντουσαν τα μπλε του γένεια. Τώρα όμως, περιδιάβαιναν στις σάλες, στις αποθήκες και στα δωμάτια που είχαν τις ντουλάπες με τις ενδυμασίες. το ένα ήταν πιο λαμπερό και πιο μεγαλοπρεπές από το άλλο. Ανέβηκαν και στα δωμάτια με τα έπιπλα, όπου η μια έκπληξη διαδεχόταν την άλλη, μ'όλα αυτά τα απίθανα χαλιά, τα κρεβάτια, τους καναπέδες, τις ντουλάπες με τα μυστικά συρτάρια, τα τραπέζια και τους καθρέφτες με τις ασημένιες κορνιζες, όπου μπορούσε κανείς να δει το είδωλό του απ' την κορυφή ως τα νύχια. Και τι δεν είδαν τα μάτια τους! Τα ωραιότερα, τα πιο λαμπερά πράγματα που είχε δει ποτέ ανθρώπινο μάτι.

Και ήταν αδύνατο, βέβαια να μην παινέψουν αυτό τον πλούτο, και να μη ζηλέψουν την τύχη της φιλενάδας τους. Η νεαρή γυναίκα, ωστόσο, δεν έβρισκε καμιά αληθινή χαρά στη θέα αυτών των θησαυρών. Την έτρωγε η λαχτάρα ν'ανοίξει το μικρό δωμάτιο στο ισόγειο, στο βάθος του διαδρόμου.
Η λαχτάρα της ήταν τέτοια, που ούτε καν σκέφτηκε ότι θα ήταν αγένεια ν'αφήσει τις καλεσμένες της μόνες τους. Από μια μικρή μυστική σκάλα κατέβηκε με τέτοια βιασύνη, που δυο φορές γκρεμοτσακίστηκε, έπεσε και πόνεσε, πολύ.Μόλις βρέθηκε μπροστά στην πόρτα του μικρού δωματίου, κοντοστάθηκε για μια στιγμή, θυμήθηκε την απαγόρευση του συζύγου της και αναλογίστηκε ότι η ανυπακοή της θα μπορούσε να την κάνει δυστυχισμένη. Δεν άντεχε όμως, άλλο να μην ξέρει. Ο πειρασμός κι η λαχτάρα την παίδευαν τόσο, που υπέκυψε. Πήρε το κλειδί και άνοιξε την πόρτα τρέμοντας.

Στην αρχή δεν έβλεπε τίποτα, γιατί τα παντζούρια ήταν κλειστά. Σιγά-σιγά, όμως, τα μάτια της άρχιζαν να ξεχωρίζουν. Και το πρώτο πράμα που είδε, σχεδόν καθαρά, ήταν το πάτωμα που γυάλιζε από ξεραμένο αίμα. Μέσα σ'αυτό καθρεφτίζονταν τα σώματα πολλών νεκρών γυναικών, που ήταν κρεμασμένες γύρω-γύρω στους τοίχους. (Ήταν οι γυναίκες που είχε παντρευτεί ο άντρας με την μπλε γενειάδα και τις είχε σκοτώσει τη μία μετά την άλλη). Η νεαρή γυναίκα νόμιζε ότι θα πεθάνει από το φόβο της, και το κλειδί που είχε, εντωμεταξεί, βγάλει από την κλειδαριά, της έπεσε από τα χέρια. Αφού συνήλθε κάπως, σήκωσε το κλειδί, τράβηξε την πόρτα πίσω της κι ανέβηκε τρέμοντας στο δωμάτιό της, προσπαθώντας να ηρεμήσει από την τόση ταραχή της.Ήταν όμως αδύνατο. τόση μεγάλη ήταν η έκπληξη ο τρόμος και η απογοήτευσή της. Καθώς αναλογιζόταν αυτά που είδαν τα μάτια της άρχισαν να μπερδεύονται στο κεφάλι της και οι φωνές των γυναικών που δεν άκουσε. Σάστισε, εντελώς.Ενιωσε τα γόνατά της να κόβονται, τα χέρια της να τρέμουν έκανε να κλείσει ταυτιά της και οι φωνές να μην σταματούν. Ακινητοποιήθηκε, κάθισε για λίγο στο πάτωμα και κατέβασε το κεφάλι της. Ασυναίσθητα το βλέμμα της έπεσε στο κλειδί που κρατούσε στα χέρια της. Ήταν λεκιασμένο με αίμα- κι ενώ το σκούπισε δυο τρεις φορές το αίμα δεν έλεγε να φύγει.Όσο και να το τριβψε το αίμα εκεί. Βγήκε έξω πήγε στη βρύση, το πλυνε πήγε στο κήπο το τριψε με χώμα για ώρα πολύ. Τίποτα, αυτό παρέμενε ματωμένο. Τότε κατάλαβε ότι το κλειδί αυτό ήταν μαγεμένο. Με κανένα τρόπο δεν μπορούσε να καθαριστεί. Κι όταν το αίμα χανόταν από τη μια μεριά, έβγαινε από την άλλη.

Το ίδιο κιόλας βράδυ ο σύζυγος με τη μπλε γενειάδα επέστρεψε από το ταξίδι του. Της είπε ότι, ενώ βρισκόταν στο δρόμο για τον προορισμό του, έλαβε ένα γράμμα που τον πληροφορούσε ότι η υπόθεση για την οποία είχε ξεκινήσει αυτό το ταξίδι, τακτοποιήθηκε προς το συμφέρον του.Η γυναίκα του έκανε τα πάντα για να τον πείσει ότι χαιρόταν για την γρήγορη επιστροφή του. Την άλλη μέρα ο άντρας ζήτησε πίσω τα κλειδιά. Η νεαρή γυναίκα του τα έδωσε τρέμοντας- έτσι ο άντρας εύκολα κατάλαβε τι είχε συμβεί."Πως κι έτσι;" είπε "γιατί δεν είναι το κλειδί του μικρού δωματίου μαζί με τ'άλλα:". ¨Πρέπει να το έχω αφήσει πάνω στο δωμάτι ό μου" απάντησε εκείνη. "Μην ξεχάσεις να μου το δώσεις αργότερα" είπε εκείνος. Εκείνη το ανέβαλλε όσο μπορούσε, αλλά στο τέλος έπρεπε να του το επιστρέψει. Σαν το πήρε στα χέρια του και το περιεργάστηκε, είπε στη γυναίκα του:"Γιατί υπάρχει αίμα πάνω στο κλειδί;" "Δεν ξέρω κατάφερε να ψελλίσει η άμοιρη γυναίκα, πιο χλωμή κι από το θάνατο. "Δεν ξέρεις:", φώψναξε τώρα ο άντρας της. "Εγώ όμως ξέρω! Μπήκες στο μικρό δωμάτιο! Και τώρα αγάπη μου, έλα να πάρεις τη θέση σου δίπλα στις κυρίες που είδες εκεί" Η νεαρή γυναίκα έπεσε κλαίγοντας στα πόδια του και τον ικέτευσε να τη λυπηθεί, δείχνοντας πραγματική μετάνοια που υπήρξε τόσο ανυπάκουη. Θα είχε μαλακώσει, σίγουρα και βράχο- τόσο απελπισμένη και τόσο όμορφη ήταν. "Πρέπει να πεθάνεις αγάπη μου και μάλιστα αμέσως!" "Αν πρέπει να πεθάνω αποκρίθηκε τότε η γυναίκα και τον κοίταξε με μάτια γεμάτα δάκρυα, "δώστε μου λίγο χρόνο να προσυεχηθώ στο θεό.¨"Σου δίνω ένα τέταρτο της ώρας" της είπε ο άντρας "ούτε λεπτό παραπάνω"

Σαν βρέθηκε μόνη της στο δωμάτιοο η νεαρή γυναίκα φωναξε την αδερφή της και της είπε:"Αγαπημένη μου Άννα, σε παρακαλώ, ανέβα στον πύργο να δεις αν έρχονται τ'αδέρφια μας. Είχαν υποσχεθεί ότι σήμερα θα μου κάναν επίσκεψη. Αν τους δεις κάνε τους σήμα να βιαστούν".
Η αδερφή της ανέβηκε στον πύργο και η απελπισμένη γυναίκα φώναζε που και που από μέσα "Άννα αδερφή μου Άννα, τους βλέπεις ναρχονται;" Κι η αδερφή απαντούσε "βλέπω μονάχα τον ήλιο να λάμπει και το χορτάρι να πρασινίζει. Εν τω μεταξει ο άντρας με την μπλε γενειάδα μ'ένα σπαθί στο χέρι, φώναξε μ΄'ολη τη δύναμή του τη γυναίκα του
Έλα αμέσως κάτω!
Ένα λεπτό ακόμα...Άννα;
Βλέπω μονάχα τον ήλιο και το χορτάρι να πρασινίζει
Έλα αμέσως τώρα κάτω, γιατί αλλιώς θα έρθω εγώ επάνω
Έρχομαι...Άννα;
Βλέπω ένα μεγάλο σύννεφο σκόνης που ρχεται προς τη μεριά μας
Είναι ταδέρφια μας;
Αχ όχι είναι μόνο ένα κοπάδι πρόβατα
Θα κατέβεις επιτέλους κάτω; ούρλιαξε τώρα ο άντρας με τη μπλε γενειάδα
Ένα λεπτό ακόμα...Άννα;
Βλέπω ναρχονται δυο ιππότες κατα δω καβάλα σταλογά τους...αλλά είναι ακόμα πολύ μακριά
Εκείνη τη στιγμή ο άντρας με την μπλε γενειάδα μούγκρισε τόσο δυνατά που σείστηκε ο πύργος. Η άμοιρη γυναίκα κατέβηκε, έπεσε στα πόδια του αναμαλλιασμένη, ξεσπώντας γοερά κλάματα.
"Τίποτε δεν σε ΄σώζει πια αγάπη μου, πρέπει να πεθάνεις" Την άρπαξε από τα μαλλιά με το ένα χέρι και με το άλλο σήκωσε το σπαθί.
Η άμοιρη γυναίκα τον κοίταξε με το φόβο του θανάτου στα μάτια εκλιπαρώντας τον για ακόμα μια φορά.
Όχι, όχι αγάπη μου, ετοιμάσου να παραδώσεις την ψυχή σου στο θεό... και σήκωσε το σπαθί και πήρε το κεφάλι της αγαπημένης του.



Το παραμύθι αυτό το βρήκε το Ρουλιώ στο κομμωτήριο της Νόρας...η Νόρα ήθελε να γίνει γραμματέας αλλά επειδή ήταν κακή μαθήτρια δεν τα κατάφερε... έμαθε όμως να πληκτρολογεί...έτσι όταν γυρίζει απ' το κομμωτήριο για να ξεκουραστεί πληκτρολογεί ασταμάτητα κι αντιγράφει παραμύθια...τα χει στο κομμωτήριο μαζί με τα περιοδικά


...Και το τραγουδάκι για το παρεάκι του Μάη του εξεταστικού...παπικουλίνο πολύ σευχαριστώ:)



Get your own playlist at snapdrive.net!

Τρίτη, 27 Μαΐου 2008

Συσκέφθηκα κόκκινο μικιό ζούδι

Α όλα κι όλα μπορεί το θέμα ναν καυτό αλλά πως να χαλάσεις χατήρι σε μια μαρουδίτσα;Κι είχε και γενέθλια η μαρουδίτσα προχτέ...ενός χρονών έγινε να τα κατοστήσεις ζούδι μου γλυκό τα χρόνια και να μη σταματήσεις να μας δίνεις αναρτήσεις διεξόδους στα δύσκολα... ειδικά την άνοιξη ΖΟΥΥΥΔΙΙΙΙ
Αδιέξοδα δεν είπαμε;)κι ατάκες που επιλέγουμε για να ξεμπερδέψουμε
Μωρ τι αδιέξοδα...αν ο άνθρωπας είνι ΚΑΛΟΣ τι αδιέξοδα;
Αν είνι όμως ΚΑΛΟΣ Νατασσάκι, βδώμα η δουλειά λέει το Ρουλιώ
Οπότε το ρίχνεις στην παλαβή και κει που η κουβέντα δεν παέννει άλλο αρχίζεις και κακαρίζεις...ναι μωδέ κα-κα-κα-κακα-κακακα-κακακακακα...όπως κάνουν όλες οι κότες, αμάν πια τόσο παιδιά της πόλης;...ή γαβγίζεις, αυτό το ξέρουμε ε;...ένα pet shop το χουμε κάπου κοντά δεν το χουμε; ή ανοιγοκλείνεις τα χείλια, αφού πρώτα τα φέρεις σε σχήμα Ο και λες το περίφημο οοοο το καημένο το κορκοδειλάκι το πικίνδυνο το δαγκασιάρικο!
Αν ο ΚΑΛΟΣ, λοιπόν Νατασσάκι έχει ελαφρύ χέρι μπορεί και να την εγλιτώσεις...αν σου κάτσει όμως τρωφαντός ΚΑΛΟΣ τσαμπουκαλεμένος...ντικατλίολ, έχει κι αλλού πορτοκαλιές λέει το Ρουλιώ
Plan b λοιπόν Νατασσάκι για δυσκολα αδιέξοδα, με δυο μπορεί και τρία κιλά μπράτσα και κάκαλα
Ρητορικές ερωτήσεις ή διαπιστώσεις θεούσας πρώτα, είπαμε να τον εξευμενίσουμε τον μπαρουτιασμένο και να βάλει κι ένα χέρι κι ο Πανάγαθος
Αχ, μωρέ ο ΚΑΛΟΣ βλεπει ΚΑΛΟ; και πού να τον εδεί ο άνθρωπος αν τον έχει τον ΚΑΛΟ στον εγκέφαλο...λίγο τα μαλιά λίγο ο θολωμένος καθρέφτης που να τον εντοπίσεις τον ΚΑΛΟ
Και το all time classic o Θεός είναι μεγάλος βοηθάει...εντάξει σε μια μίνι αποφόρτιση, μέχρι να ζητήσεις το λογαριασμό ή νανοίξεις την τελεόραση βδε Νατασσάκι.
Αλλά ντικατλίολ δεύτερο, μη τυχόν ο βαρυχέρης μπαρουτιασμένος είναι και κουμμουνιστής... δεν την επιλέγουμε τη θεούσα...ζαμέ Νατασσάκι κι έχουν και κονσερβοκούτια τούτοι, έχει ακούσει το Ρουλιώ
Οπότε plan c για τη διακοπή του αδιεξόδου...παροιμίες, λαϊκή σοφία
Τι τα θες, τον μαύρο κι αν τον επλένεις το σαπούνι σου χαλάς
Ή στραβός είν ο γιαλός ή θεόστρεβα αρμενίζουμε
Ουζούν αντάμ αχμάκ ολούρ, κιοσέ ανταμ πουστ ολούρ...ή
Αλ σικιμε, βουρ ντουβαρά...νε σικίν κιριλίρ, νε ντουβάρ γικιλίρ...αν βέβαια το αδιέξοδο εμπεριέχει ανδρικό πληθυσμό,πράγμα σπάνιο ομολογουμένως...μελαχροινάκι, ψαρά ή πολυγκλότ
Αν δε το αδιέξοδο το χει δημιουργήσει μια γυναίκα...αν τι αν... όταν, όποτε...ορισμός του αδιεξόδου είναι τούτες...τότε μια είναι η ρήση
ΠΟΥΤΑΝΕΣ!!!

Θέτε να παίξτε βδε τσακαλάκια;)...ελεύθερα λέει το Νατασσάκι

Λέτε να χει κανά τραγουδάκι για τ' αδιέξοδα;
Για να δγιω και θα σας πω!

Να και το άσμα...Ζαμπέτας...παρακαλώ δώστε βάση στη φάτσούλα του Λαμπρούκου στο βίννντεο...πολύ γλυκούλης δεν είναι;)


Δευτέρα, 26 Μαΐου 2008

Ποδιές με λειτουργικό design

Άκου Αμαλιώ

Πριν κανά μήνα ή Ρουλίτα επεσκέφθην ένα δημόσιο νοσοκομείο κι αφού περίμενε σε ουρές κι αφού έσμπρωξε και σμπρώχτηκε κι αφού έβρισε και βρίστηκε, κι αφού ρώτησε και δεν έλαβε απάντηση και ξαναρώτησε κι έλαβε κούνημα της κεφαλής και ξαναρώτησε κι έλαβε μανιασμένο... εκεί κυρά μου ντιπ δεν καταλαβαίνεις κι αφού έκανε τον κινέζο Αλέκο...το ένα δε φτάνει για να τη βγάλεις καθαρή...ακούς δικό μου κατάδικό μου Ε.Σ.Υ...έπιασε καρέκλα στην τελευταία αναμονή έξω απ την ορθοπαιδική...η χαρά του γύψου αδέρφια!!
Aναστέναξε εκ βαθέων κι άρχισε να βλέπει γύρω τριγύρω μπας και περάσει η ώρα...και γύψος από δω...γύψος...απα κει...εμφανίζεται κύριος με άσπρη ποδιά ξινισμένο ύφος...τόσα χρόνια διάβασμα γιαυτό;...και βήμα ταχύ...μην τυχόν με σταματήσει κανένας και με ρωτήσει τίποτα, γιατί σας...όπα χτυπάει το κινητάκι μου, που το χω στην τσέπη του παντελονιού μου...και πως θα το πάρω, αφού φοράω την ποδιά μου την άσπρη την τιμημένη και παιδεμένη...ναρχίσω να ξεκουμπώνω τα κουμπιά εδω στο διάδρομο...δεν το θεωρώ καθόλου σωστό γιατρέ μου, χωρίς μουσική υπόκρουση αυτά τα πράματα δε γίνονται...και συνεχίζει και χτυπάει το κινητάκι κι ο γιατρός αγχώνεται...θα το χάσω το τηλεφώνημα, γαμώ την ποδιά μου και την τσέπη μου τι το θελα το κινητάκι στην τσέπη...και ζουμ στην τσέπη ο γιατρός μπας κι έβρει λύση...και ναι το σέασες γιατρέ μου φοράς την καινούρια την ποδιά με το νέο design το λειτουργικό...με τα δυο σκισίματα ακριβώς στη θέση της τσέπης του παντελονιού...και της αριστερής και της δεξιάς...προσβάσιμες οι τσέπες σου γιατρέ μου κι οι δυο...δε χρειάζεσαι τσέπες στην ποδιά πια...κατευθείαν στο παντελόνι γιατρέ μου...στην τσέπη του παντελονιού...το κινητάκι...δε θα χάσεις τίποτε πια, γιατρέ μου... στο πιτς φυτίλι θα τα βάζεις και θα το βγάζεις το κινητάκι...ρε τους τσ, τσ, τσ τι σκέφτηκαν...με γεια την καινούρια την ποδιά, γιατρέ μου!


Τι τραγούδι να βάλουμε ρε Αμαλιώ τώρα να γιορτάσουμε την πρόσβαση στις τσέπες;









Γιατί υπάρχουν άνθρωποι που νοιάζονται και δεν το διαπραγματεύονται κι ας πονάει
Φτύνουν τις λάσπες κατάμουτρα κι αν τύχη κι είναι νερουλές έχουν κι ωραίο ήχο... και επιμένουν και είναι και σαματατζήδες, αλλά δώστε τόπο στην οργή οι σοβαροί και υποψιασμένοι...είναι λαϊκοί τύποι...και ένα μυστικό...τους αρέσει και η πίτσα...η Παπαδοπούλου ντε και το τζάμπα καίει η λάμπα...Χριστέ κι Απόστολε, λαϊκάντζα
Εσύ ρε Καραμήτρου, για πες μας... πόσα παίρνεις;
Πολλά αδέρφια, γιατί έχει και καλά αφεντικά ο ντουνιάς.

Δευτέρα, 19 Μαΐου 2008

Νάτο, βδε ζούδι!

Τάκης Μωράκης- Νίκος...καλά ντε...Γιώργος Αναγνωστόπουλος, ένα λάθος κάναμε...λέει κόκκινο μικιό...το αυθεντικό το παλιό το καλό δεν μπόρεσα να το βρω...γιαυτό,πάρτε μια Καλομοίρα παίδες...και...τσίκι τσίκι το δοντάκι μου λοιπόν, ζούδι μου, τραγουδάει η Φρίντα, λέει το Ρουλιώ...άκου σφυρίζουν οι σκίουροι!




και επειδή το κορίτσι την έχει τη δροσιά και τη φρεσκάδα και την τσαχπινιά...το καλό να λέγεται, αδέρφια...αλλά από φωνή soile boile...κι ένα καραόκε για τους καλλίφωνους...τουλάχιστον για εμπέδωση!




Κυριακή, 18 Μαΐου 2008

Μάης... ο εξεταστικός

Μη με κοιτάς έτσι...όχι αυτό το βλέμμα του μπάτσου...την ανάσα σου στο σβέρκο μου δε μπορώ...τι κάνεις, ακόμα δεν άρχισες...δε θα προλάβεις...δε μακουσες στα λεγα εγώ, θέλει πιο πολύ προσπάθεια...ΜΑΝΑ ΜΗ...ΦΥΓΕ...ΚΛΕΙΣΕ ΤΑ ΠΑΡΑΘΥΡΑ ΜΑΝΑ, ΕΧΕΙ ΦΑΣΑΡΊΑ...ΔΕ ΜΠΟΡΩ ΝΑ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΘΏ ΔΕΝ ΜΠΟΡΏ...ΤΟ ΧΑΝΩ ΤΟ ΚΕΦΑΛΙ ΜΟΥ...ΚΙΜΑ ΜΟΥ ΤΟ ΚΑΝΑΤΕ ΤΟ ΜΥΑΛΟ ΜΟΥ...ΔΕ ΜΠΟΡΩ ΆΛΛΟ
Μπόρα και κασίδα απάντησε η μάνα...και θα την έχεις σε λίγο...σταμάτα να μαδιέσαι, σταμάτα να βγάζεις τα μαλλιά σου...έχεις γεμίσει τρίχες το δωμάτιο, χθες το καθάρισα...ΑΝΟΙΞΕ ΜΑΜΆ, ΑΝΟΙΞΕ ΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ...ΖΕΣΤΗ ΕΧΕΙ...ΔΕ ΜΠΟΡΩ ΤΗ ΖΈΣΤΗ...ΔΕ ΣΑς ΜΠΟΡΩ ΑΛΛΟ
ΞΕΚΊΝΑ επιτέλους...μετά δε διορθώνεται...πες τι θέλεις να βοηθήσω...να σου φτιάξω ένα χυμό να σε βοηθήσω...μπας και ξεκινήσεις...

Κι αν κάνω λάθος μαμά...κι αν δεν τα καταφέρω...κι αν δε μπορέσω και πάλι...θα μαγαπάς μαμά μου...μη με κοιτάς έτσι μαμά μου...φοβάμαι...φοβάμαι να ξεκινήσω


...Κι ήρθε η γαμημένη η ώρα ναποδείξεις ακόμα μια φορά...ναποδείξεις ότι προσπάθησες αρκετά, ότι δε χάζεψες δε σπατάλησες ότι δούλεψες...ναποδείξεις για να σαγαπήσουν...να πετύχεις νασαγαπήσουν...κι όλοι να σε κοιτούν...και να περιμένουν να σκοντάψεις, γιατί ξέρουν αυτοί στο λεγαν, ξέρουν πόσα απίδια χωράει ο γαμωσάκος...κι ήρθε η ώρα ναπαντήσεις και συ...κι ούτε το σάκο δε βρίσκεις...μόνο το λάκο βλέπεις μπροστά...το λάκο τον εξέρεις...τόσες φορές στον δείξαν...και σου παν θα πέσεις...

ΝΑΙ ΓΑΜΩ ΤΗΝ ΑΓΑΝΑΚΤΗΣΗ ΜΟΥ ΘΑ ΠΕΣΩ ΚΑΣΣΑΝΔΡΕς...ΌΠΩς ΚΑΙ ΣΕΙς ΧΊΛΙΕς ΦΟΡΈς ΠΕΣΑΤΕ...ΚΙ ΑΚΟΜΑ ΔΕΝ ΤΟ ΣΧΩΡΝΆΤΕ ΣΤΟΝ ΕΑΥΤΌ ΣΑς

Μη βρε μαμά μη έτσι... μη με μετράς άλλο...μαγαπάς βρε μαμά...έστω και λίγο...τώρα που μαι λίγη...θα μαγαπάς, μαμά μου... αγάπα με

Ποιος ρε δήμιοι...ποιος θα τη μετρήσει την αγωνία και τον παιδεμό και την ταλαιπώρια και τα μαλλιά στο πάτωμα...και το ξεπουπούλιασμα...ποιος θα το μετρήσει...δε φτάνουν τα εργαλεία σας...δε φτάνουν...τι βαθμό θα της βάλετε της αγωνίας...λίγοι είστε...λίγοι και σίγουροι... και δήμιοι...πολλοί...βρε κατς παρά η αγάπη σας...πόσο κάνει;...πόσα θέτε, ρε μεγάλοι για ναγαπήσετε;

Δεν μπορώ ναποδείξω για όλους ρε μάνα και για σένα και για τον πατέρα που ρωτάει τι τάξη είμαι...δε μπορώ ναποδείξω και να κάνω ότι δεν καταφέρατε... και σε σένα δασκαλίτσα και σε σένα κυρ δάσκαλε...δεν έχω άλλο να δώσω...μαδιάσατε, γαμώ τη λογική σας...μαδιασατε...δώρο τη θέλω την αγάπη...αέρα θέλω...δώρο, καθημερνό


Σάββατο, 17 Μαΐου 2008

Το πρώτο βήμα…δύσκολο, ακόμα (1)

Για ούλα τα κορίτσα που σήμερα κάνουν υπομονή...γαμώ το νταμπλ τους και το τριπλ τους... α, ρε τσακαλάκια δόξα τον Πανάγαθο να λέτε που υπάρχει κανένας Βασίλης και κανένας Χρήστος και μπερδευόμαστε ακόμα, και σας πιστεύουμε...
Υπομονή, κόρες...θα τελειώσει κι αυτό το ματς




Μπήκαν στο τρένο. Κάθισαν σε διαφορετικές θέσεις. Τα κορίτσια μαζί και η Ρούλα μόνη.
Ο πιστολάς προσπαθούσε να εξηγήσει στο παιδί, τι είναι τούτο το παιχνίδι που παίζουν οι μεγάλοι.
Ότι έχει θέλω και δε θέλω, άλλα λέω κι άλλα εννοώ, άλλα θέλω και άλλα κάνω τελικά, ότι έχει δε λέω όσα έχω στο κεφάλι μου…ότι…έχει κρύβω,θολώνω, μπερδεύω... δεν τα λέω όλα...φόρα παρτίδα...όχι όχι...ότι...
Το παιδί ζαλίστηκε. Ζήτησε να μάθει τους κανόνες του παιχνιδιού. Ο πιστολάς γέλασε και του χάιδεψε το κεφάλι.
«Δεν έχει κανόνες, καλό μου αυτό το παιχνίδι. Μάλλον οι κανόνες είναι διαφορετικοί κάθε φορά. Σάμπως ξέρω και ‘γω. Εγώ, δεν το κατάλαβα, τότε, το φοβήθηκα το θολό αυτό παιχνίδι, θύμωσα κι έφυγα. Δεν το έπαιξα, ποτέ ως το τέλος. Δε πας να ρωτήσεις την ξανθιά, που, κατά πως λέει, έχει αποφασίσει να παίξει αυτή τη φορά;»
Γύρισαν κι δυο, από μακριά να δουν την ξανθιά.
Βλέμμα απλανές, θολό σαν το παιχνίδι…κουρασμένο.
Δεν πήγε να ρωτήσει, το παιδί. Κοίταξε τον πιστολά…
«Όχι» του είπε. «Δεν είναι ώρα…Άστην, τώρα».


(2)

Κατέβηκαν στην επόμενη στάση. Η Ρούλα έδωσε το σύνθημα.
Έναν καφέ να μυρίζει, έναν ωραίο καπουτσίνο, μεγάλο, χωρίς κανέλλα και ένα κρύο περιποιημένο σάντουιτς με φρέσκο ψωμί και ωραία σαλάτα και ένα γλυκό, με σοκολάτα, λιωμένη και ζεστή.
Θα το βρω, θα με περιποιηθώ.
Το εντόπισε ιταλικό, ντελικάτο, μυρωδάτο με φρέσκα panini και γαλλικό touch, σουφλέ σοκολάτας.
Έδειξε στις κοκόνες το τραπέζι, χωρίς εξηγήσεις.
Εκείνη θα έκανε την παραγγελία. Την είχαν ζορίσει τα κορίτσια με τα μπούρου-μπούρου, τις μπηχτές και τα νάζια. Τι τις πήρε, μαζί;
Τέλως πάντων, όχι άλλα δύσκολα για σήμερα. Απλά καθημερινά και απολαυστικά, τώρα. Καφέ, σάντουιτς, γλυκό, τσιγάρο και ησυχία, ηρεμία. Χωρίς κουβέντες και σκέψεις. Κιχ, κορίτσια!
Συγκεντρώθηκε στο στόμα και στη μύτη της η Ρούλα και άφησε γεύσεις και μυρωδιές να εναλλάσσονται.
Έκλεισε και τα μάτια της. Ο κόσμος όλος ένας καπουτσίνο κι ένα panini. Απολαυστικό δεκάλεπτο.
Έστριψε τσιγάρο κι έκανε νόημα στο σερβιτόρο να της φέρει το ζεστό σουφλέ που θα ολοκλήρωνε το πάρτυ.
Αν και self-service το καφέ, το είχε ζητήσει ως χάρη η Ρούλα από τον Ιταλό να της το φέρει, μόλις θα τελείωνε το σάντουιτς της. Δεν της χάλασε χατίρι το καλό παιδί, «Si siniora» της είπε τραγουδιστά. Τα σαράντα την είχαν την αίγλη τους!
Άφησε το σουφλέ να αγγίξει τα χείλια της και να γλιστρήσει αργά στη γλώσσα και στον ουρανίσκο της. Να ευφράνει το μέσα της, να πλημμυρίσει την ψυχή της. Σοκολάτα, θεά. Γυναίκα θεά.
Άφησε δυο γουλιές καφέ για το τελευταίο τσιγάρο κι άρχισε σιγά, σιγά να επιστρέφει στη γη.
Ήταν έτοιμη για τουρισμό, ξανά.
«Κορίτσια θα σας πάω στον κήπο, τώρα. Με την όπερα, τους ακροβάτες και τους ξυλοπόδαρους. Στον κήπο το χρωματιστό με τις μουσικές. Θα σας αρέσει πολύ, θα δείτε»
«Μπα μας θυμηθήκατε, siniora Ρούλα;» την κάρφωσε ο πιστολάς
«Κοίτα… κόψε τις μπηχτές, Ζαχαρούλα, για θα σ’αφήσω αμανάτι στον Ιταλό και θα του πω να σε βάλει στη λάντζα, εντάξει;» της είπε η Ρούλα και απευθύνθηκε στο παιδί.
«Εσύ, μωρό μου θες να’ρθεις μαζί μου στον κήπο;»
Κούνησε, επαναληπτικά προς τα κάτω το κεφάλι της η Ζαχάρω και φόρεσε το πανωφόρι της.
Την πήρε η Ρούλα από το χέρι, χαιρέτησε από μακριά τον Ιταλό και βγήκαν στο δρόμο.
Η Ζαχαρούλα ακολούθησε με ύφος απορρημένο, αρκετά πιο πίσω.
«Μου την είπε, ρε παιδιά, η ξανθιά ή μου φάνηκε;»



Τετάρτη, 14 Μαΐου 2008

Κυρ αστυνόμε, κυρ αστυνόμε...περιμέντετε!

-Κυρ αστυνόμε μου, μη φεύγετε...φώναξε τρέχοντας, όχι και ταχύτατα ξοπίσω του.
Εκείνος βαρύς κι ασήκωτος, έκαμε πως δεν άκουσε
-Καλέ, εσείς με τη στολή, καλέ...δεν ακούτε, περιμέντετε να καταγγείλω κάτι θέλω, καλέεεε
Τον πρόλαβε τη στιγμή που έβγαζε το καπέλο τόμορφο κι ήταν έτοιμος να σαλτάρει στην υπηρεσιακή τ' γκούρσα
-Όφου, ευτυχώς σας πρόλαβα, όργανό μου
Σήκωσε το φρύδι και την κοίταξε υπό γωνίαν
-Αχ, καλέ μου άνθρωπε να σας κάνω μια καταγγελία ήθελα, είπε με τη χαρακτηριστική φωνή της εν εξάλλω γυνής.
-Μη φωνάζετε, μαντάμ είπε τόργανο. Τι καταγγελία να μου κάνετε δω στη μέση του δρόμου...στο τμήμα πρέπει να ρθείτε να καταγγείλετε
Πήρε το μελιστάλαχτο η πρώην εν εξάλλω
-Ελάτε βδε κυρ αστυνόμε, αφού βρεθήκαμε σιμά κοντά να σας την κάνω επιτόπου να ξαλαφρώσω και γω η δόλια.
Έστρωσε τη φράντζα και χαμογέλασε με νόημα τόργανο
-Εντάψει μανταμίτσα, για να σας δω να μου την κάνετε...ατάκα κι επιτόπου τότενες, άμα είναι να ξαλαφρώσετε αβτζού μου, του ξέφυγε, μανταμίτσα μου διόρθωσε πάραυτα.
-Αχ τι καλός που είστε...ακούτε το λοιπόν...βρίσκομαι σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης κυρ αστυνόμε μου...θέλω να καταγγείλω...να καταγγείλω, ντε...δυο πως το λενε κυρ αστυνόμε μου δυο...θόλωσε η μανταμίτσα και πήρε εκείνο το επίσης χαρακτηριστικό, ύφος της κότας, φιλενάδα μου
Ναι, ναι...να κατγγείλετε μαντάμ...δυο...δυο τι να καταγγείλετε είπε αδημονώντας τόργανο
-Δυο γατάκια...νομίζω, κυρ αστυνόμε
-Γατάκια είπατε;Για τα γατάκια με παιδεύετε τόση ώρα, κυρά μου είπε θυμωμένα τόργανο...στο μπόγια, καρντιά μου στο μπόγια να τα κατγγείλετε τα γατάκια
-Όχι, όχι κυρ αστυνόμε...ψέματα δεν είναι γατάκια τα δυο που θέλω να καταγγείλω, αλλά είμαι σε σύγχηση συλλυπηθείτε με τη γυναίκα...μη θυμώνετε, να δείτε πως το λένε;
-Ε κυρά μου επιτέλους έχουμε και δουλειές, συγκεντρωστε τη μαρμελάδα σας και κάντε τη ρημάδα την καταγγελία.
-Αχ, να φάτε μαρμελάδα απ τα χεράκια μου κυρ αστυνόμε...
-Στο θέμα μας μαντάμ αφήστε τις μαρμελάδες για θα μπλέξουμε τελείως να καταγγείλετε δυο... όχι γατάκια, αλλά;
-Παπάκια, παπάκια κυρ αστυνόμε μου, το βρήκα φώναξε ενθουσιασμένη η αλλού νταλλού μανταμίτσα
-ΠΑΠΑΚΙΑ, πάς καλά κυρά μου ή να βάλω τις φωνές, γαμώ το μπλέξιμο μου γαμώ, που σε πέτυχα πρωινιάτικα.
-Μη μωρέ, μη μου μιλάτε αποτομούτσικα κυρ όργανο, ένα μυαλό χειμώνα καλοκαίρι...το βρήκα, το βρήκα κυρ όργανο...δυο καπάκια ήτανε, που θελα να καταγγείλω
-ΚΑΠΑΚΙΑ;ΝΑ ΚΑΤΑΓΓΕΙΛΕΤΕ ΔΥΟ ΚΑΠΑΚΙΑ;...Ένα χειμώνα καλοκαίρι κι αυτό ότι να ναι, όντως κυρά μου...τι να σου κάνει...ΑΙ ΣΤΑ ΤΣΑΚΊΔΙΑ ΘΕΌΜΟΥΡΛΗ ΠΡΩΊ ΠΡΩΊ είπε έξαλλο τόργανό και μπήκε σν γκούρσα
Και...εκεί που η ζαβλακωμένη, φαρμακωμένη μανταμίτσα ήταν έτοιμη να βάλει τα κλάμματα...beep-beep-beeeeep- Ρουλιώωωωω...δυο ματάκια βδε, δυο ματάκια ήταν να καταγγείλεις είπε το Γουίλυ κογιότ το κόκκινο και χάθηκε μες στη νύχτα







Yasa be kizim!

Αδέρφια, καλημέρα. Θησαυρός ανέκυψε, ψες της Ρουλιώς! Θησαυρός μουσικός, απλόχερα δοσμένος...και πυργοδέσποινα αυτού μια γειτόνισσα μας...bizim comsu. Η Hilal Cengiz, που γεννήθηκε, ζει και δουλεύει στην Προύσα...κι αγαπάει τις μουσικές, ελληνικές, ναι, ναι αδέρφια, τούρκικες και εν γένει μουσικές του κόσμου. Sevdigi muzikleri η Hilal...μουσικές που αγαπάει και τις μοιράζεται μαζί μας, έχοντας κάνει απίστευτη δουλειά μια που έχει συγκεντρώσει και αναρτήσει 838 ολοκληρωμένες συλλογές τραγουδιών για το 2007 και άλλες 38 για το 2008.

Πεταχτείτε αδέρφια...ΑΞΙΖΕΙ!

Tesekkurler, Hilal

Υ.Γ.
Hilal θα πει νέα σελήνη, συνκολυμβητές







Τρίτη, 13 Μαΐου 2008

Τουτέστιν,ρουλάκι;



Τουτέστιν, An-lu:)

Δευτέρα, 12 Μαΐου 2008

Ουζούν αντάμ, αχμάκ ολούρ!

Ναι, ναι αδέρφια δεν το λέειτο Ρουλιώ, μια τούρκικη παροιμία το λέει, όσο πιο αψηλός τόσο πιο αχμάκης... πιο μουρός, που λεγε κι η Λέγγω.
Τζαστ ταμάμ για τον Χασάν η παροιμία πάνω από 1 και 90 και μυαλό γκόλντουργκας...ναι βρε απ΄το γκολντουρ-γκολντουρ-γκόλντουρ που κάνουν οι σερνικές, όταν είναι σέξαψη...ναι, ναι κάπου θα τις έχετε ακούσει... τις σερνικές τις γαλλοπούλες. Ασταμάτητες γκόλντουρ-γκόλντουρ-γκόλντουρ και τα λαιμά τους και τα λειριά τους να συντονίζονται με τις φωνές τους κι όσο συντονίζονται, τόσο εξιτάρονται και συνεχίζουν ακάθεκτες, οι σερνικές οι γαλοπούλες.
Ταμ ο Χασάν ο ουζούν...ψέματα όχι μόνος... χωρίς παρέα δε λαλεί η σερνικιά η γαλοπούλα, θέλει παρεάκι τιριλό.Ταμ οι Χασάνηδες λοιπόν τρεις τον αριθμό.
Χασάν ο ουζούν, Χασάν ο Λατσό ο killer και Χασάν ο εγγονός του Ιμάμη απ΄τομορφόσογο. Ο δεύτερος κι ο τρίτος ξύπνιοι...και τον λέγαν γκόλντουργκα τον ουζούν και χιάρ από μικρό...μες στα σοκάκια της αγοράς τακουγες... χιαρά μπακ και γύριζε ο ουζούν να δει που 'ντοι οι ξύπνιοι. Κι αυτοί γκόλντουρ-γκόλντουρ-γκόλντουρ γελούσαν κρυμμένοι στις γωνίες.
Ώσπου πήγε ο δόλιος ο ουζούν στην πόλη μια φορά, μεγάλος ήταν εκεί πίσω απ' το καπαλί τσαρσί στην αγορά κι ακουγόταν από παντού... χιαρά μπακ, χιαρά μπακ κι έψαχνε να τους έβρει, αλαφιασμένος...και δω;Ώσπου σε μια στροφή έπεσε απάνω στον πάγκο με ταγγουράκια τα φρέσκα τα μικρά τα καταπράσινα...χιαρά μπακ του πε ο πωλητής χαμογελώντας και του το καθάρισε ταγγουράκι και ταλάτισε και το φαγε ο ουζούν...μοσχοβολούσε και τάρεσε πολύ και σαν να χαμογέλασε.
Και γύρισε πίσω και την είπε την ιστορία, μουρός για δεν είπαμε και τους την είπε με υπερβολή για να γελάσουν και χτυπήθηκαν απ΄τα γέλια μαζί... μα κάπου ανάμεσα στα γέλια ξανακούστηκε το γκόλντουρ- γκόλντουρ απ τους ξύπνιους και τα πήρε ο ουζούν, μεγαλώσαμε αδέρφια τους είπε, νισσάφι...γιετέρ το γκόλντουργκα, δε θα γίνω, άλλο μεζές για το ούζο σας... και τους απαράτησε σύξυλους.
Αναπάντεχος ο θυμός...ακόμα κι οι ξύπνιοι αιφνιδιάστηκαν, το παρακάναμε, φασλά γιαπτίκ είπε ο εγγονός του Ιμάμη, θυμούμενος την οικογενειακή παράδοση.
Αι σιχτίρ και συ νε φασλά γιαπτίκ, έτσι μεγαλώσαμε εμείς... νε φασλά γιαπτίκ; είπε ο killer... Σίμντι μπακ, τώρα θα δεις τι χουνέρι θα πάθει, ο ουζούν.
Και του στήσαν καρτέρι οι ξύπνιοι του ουζούν...ξέραν τις διαδρομές του...κι άρχισε να ψιλοβρέχει, αλλά εκεί...υπέρ πάντων το χουνέρι, γιατί έτσι μεγαλώσαν οι Χασάνηδες.
Κι όπως πήγαινε ο ουζούν σκυφτός για το σπίτι με τα χέρια στις τσέπες και το γιακά σηκωμμένο, ξεπετιόταν δυο τρία, κάθετα, σοκάκια πιο κάτω ο Λατσό με τα χέρια απλωμένα σαν φτερούγες, τρέχοντας στο βρεγμένο καλντερίμι και φωνάζοντας γκόλντουρ-γκολντούρ γκόλντουρ.Και στην επόμενη στροφή πάλι...και στη άλλη γωνιά γκόλντουρ-γκόλντουρ-γκόλντουρ, ξανά
Πάνω στο σιχτίρ πιλάφι του killer, την είπε τη γκόλντουργκα ο ουζούν, στο ούζο μετά το ετσιθελικό φευγιό του, το ξαφνικό...που έπινε και θυμόταν η αντροπαρέα, έπινε και σχωρούσε... νεντεν μπε Λατσό, γιατί μπε αρκαντάς...νασιλ μπε αντας, συνονόματε... γιατί δεν είπες τίποτα;


ΜΕΓΑΛΩΣΑΜΕ ΑΔΕΡΦΙΑ,ΓΙΕΤΕΡ!



Κυριακή, 11 Μαΐου 2008

ΑΛΛΙΩΣ !

Έβαλε την κάρτα με τη γάτα στον πίνακα
γ α έγραψε ...μαζι;... γα, απάντησε, αφού από κάτω μούγκα.
τ α έγραψε δίπλα...μαζί; ξαναρώτησε...τα, απάντησε μονάχη
Οπότε παιδάκια γ α...γα...τ α...τα κι όλο μαζί...γατα, εξήγησε χαμογελαστά. Εντάξει παιδάκια, πάμε μια φορά όλοι μαζί γ α...γα...τ α...τα... μαζί γατα. Επανέλαβε τρεις χορωδιακά με τη δική της τη φωνή, να προίσταται και το πλήθος νακολουθεί. Σιγοψυθιριστά οι κάπως μυημένοι και κρυμμένοι σιωπηλά οι υπόλοιποι.
Πάμε τώρα ένα ένα παιδάκι να διαβάσει, να δούμε τι μάθατε; ρώτησε χαμογελαστά και μοίρασε για το καινούριο το επικίνδυνο παιχνίδι...το ένας, ένας.
Ο Κώτσος το ξερε τούτο το παιχνίδι και δεν τάρεζε ντιπ.
Ωχ είπε από μέσα του κι έβγαλε το ένα πόδι απ το παράθυρο , έτοιμος για την έξοδο. Το παράθυρο ήταν η σανίδα σωτηρίας του...δεν χρειαζόταν πάντα, αλλά για καλό και για κακό ο Κώτσος το διάλεγε μόνιμα, για γκαβάντζα.
Για πες λοιπόν Μαρία γ α γα...τ α τα... γατα είπε φωναχτά, σίγουρη η Μαρία που ηγείτο των μυημένων.
Μπράβο Μαρία, πολύ καλά είπε χαμογελαστά η δασκάλα και διάλεξε κι άλλους 4-5 μυημένους για να συνεχίσουν το παιχνίδι.
Περίφημα, είπε μπράβο παιδάκια στα επαναλαμβανόμενα γ α γα...τ α τα...γατα.
Η ομάδα πετούσε το παιχνίδι προχώραγε η ώρα περνούσε...ο Κώτσος χαλάρωσε, αλλά όχι τόσο, ώστε να βάλει το ποδάρι μέσα...για καλό και για κακό.
Για πες μας τώρα εσύ Δημήτρη;
Ωχ...ο Κώτσος, ο Δημήτρης ήταν δικός...το παιχνίδι χόντραινε. Ανασηκώθηκε απ' την καρέκλα του κι έβγαλε πιο αποφασιστικά το ποδάρι όξω απ΄το παράθυρο...στο τέλος της αίθουσας, ευτυχώς το θρανίο του και δεν τον έπαιρνε χαμπάρι η δασκάλα.
Έλα Δημήτρη, πες μας.
Μούγκα ο Δημητρός.
Εντάξει είπε η δασκάλα με συγκατάβαση...πάμε μαζί...γ α γα... τ α τα...όλο μαζί;
ΚΑΤΣΟΥΛΑ είπε ο Ροδίτης...
ΜΑΤΣΚΑ ο Ντόντου...
Κίτε ο Χασάν...
Κότε ο Πομάκος...
ΚΟΤΚΑ το βουλγαράκι και πήδηξε ο Κώστας απ το παράθυρο, γιατί είχε έρθει η σειρά του να παίξει...και πις-πις...πις-πις...πις-πις είπε βγαίνοντας έξω, ψάχνοντας την πισίκα τη μαύρη.







Και για όσους δεν έφτιαξαν ποτέ ή ξέχασαν πως ο μάστορας φτιάχνει, γιατί κάποιοι τόνειρο το κάναν δουλειά...με τα νύχια, άλλη επιλογή δεν είχαν.
Άντε βρε, στόχους έχουμε στο σημάδι να εξασκηθούμε λίιιγο κι όλα καλά θα πάνε!

Με τη σιωπή

Και κει με τη σιωπή αγκαλιασμένοι από ώρα, σηκώθηκαν,ξαφνικά, αναπάντεχα...όμορφα,αχ πόσο όμορφα...κι άρχισαν να χορεύουν, αγκαλιασμένοι, μες στη σιωπή να χορεύουν, λουσμένοι σε χρώματα κοκκινα και μωβ, όμορφα,αχ πόσο όμορφα...σκηνή, στιγμή...μπερδεύονταν τα δυο, της έλεγε για σκηνές που έβλεπε, που του μίλησαν και τις έπαιζε...και κείνη του λεγε, ωραία είναι στις ταινίες, αλλά...όχι της έλεγε αλήθεια είναι και γω είμαι μέσα, εκεί...και μπερδευόταν...κι όταν τους άκουσε κι είπε τέλος δεν θα μπω άλλο...εκείνη άρχισε να του μιλά για σκηνές και τη διόρθωνε...δεν είναι σκηνές αυτές της έλεγε, στιγμές είναι, τη διόρθωνε, αυστηρά.
Και συνέχιζαν να χορεύουν, αγκαλιασμένοι μαζί.Και κείνη κοιτούσε τα πόδια τους να καταλάβει να δει, να μάθει τα βήματα, κοιτούσε τα πόδια τους. Τα δικά της... φορούσε μποτάκια μαλακά με κορδόνια δεμένα να προστατεύουν τους γυάλινους ταλαιπωρημένους της αστραγάλους, και τα δικά του... πόδια γυμνά να πατούν σταθερά δυνατά στο πάτωμα, και να χορεύουν, να γυρίζουν...και κείνη να πατάει ανάλαφρα πολύ και να γυρίζει όλο και πιο ελαφριά και να τον παίρνει μαζί και σε λίγο νανεβαίνουν ναφήνουν το πάτωμα και νανεβαίνουν και να γυρίζουν και χρώματα μωβ κόκινα και μουσική όμορφη, αχ πόσο όμορφη... και να αιωρούνται μαζί.Και σταμάτησε να κοιτά τα πόδια τους κι΄ανέβασε το βλέμμα της, τους ακολούθησε τους έβλεπε πια... να χορεύουν, να γυρίζουν και νανεβαίνουν,να αιωρούνται... όχι δε θέλει βήματα δε θέλει, ρυθμό θέλει, ρυθμό μαζί...και να χορεύουν, να γυρίζουν, νανεβαίνουν, να αιωρούνται μαζί.





Σάββατο, 10 Μαΐου 2008

Μας ήρθε με mail το πρωί...

...Ήταν ντιπ ασπρόμαυρο κι είπα να βάλω λίγο γαλαζουλί, να το φωτίσει κομματάκι!





Συμβουλές αντιμετώπισης γυναικών σε προχωρημένη ηλικία (εκείνο με την κότα και το ζουμί, αγόρια;)
Συμβουλές αντιμετώπισης γυναικών σε προχωρημένη ηλικία ( και το άσμα με την πρόσθεση, τζάμπα το πε το κορίτσι;)





Είναι σημαντικό για κάθε παντρεμένο άντρα(κι οι αστεφάνωτοι λέμεεε, γροικάτε δεν

ειν'κακιά ιδέα) να λαμβάνει υπόψη του ότι καθώς η σύζυγός του γερνάει, της γίνεται όλο και

πιο δύσκολο να διατηρήσει το ίδιο υψηλό επίπεδο στα οικιακά της καθήκοντα. Μόλις

αντιληφθείτε κάτι τέτοιο, προσπαθήστε να συγκρατηθείτε και να μην της βάζετε τις φωνές,

καθώς δεν υπάρχει τίποτα χειρότερο από μία υπερευαίσθητη γυναίκα.(τιτραβάτε βδε αγόρια

υπομονετικά, πολύ σας συμπονάω :)

Με λένε Γιάννη(για πε, ρε Γιάνννη, ούλη αυτιά είμαι). Θα σας διηγηθώ την προσωπική μου

εμπειρία με τη σύζυγό μου, την Πέγκι. Όταν βγήκα στη σύνταξη πριν από μερικά χρόνια, η

Πέγκι(έχει και στην αλλοδαπή Ιφιγένειες...με την ευρύτερη ομηρική έννοια, του

θύματος) αναγκάστηκε να αναζητήσει πλήρη απασχόληση μαζί με την part time δουλειά της,

τόσο για το επιπλέον εισόδημα, όσο και για τις ιατρικές παροχές που χρειαζόμασταν. Σε

σύντομο χρονικό διάστημα, τα σημάδια του γήρατος άρχισαν να γίνονται εμφανή(τα πιδιά,

αγόρια για τους αδιάβαστους όταν μεγαλώνουν, ακόμα και πουλύ γίνονται σαν το παλιό

καλό κρασί...ενώ ιμείς κόρες κάτι σαν το παλιό το ντιπ καλό καλαμπούκι...τούτο λαλούν στο

πουστοχώρι...συ βρε Γιάννη τίνος πιδί είσι;)

Συνήθως επιστρέφω από τη λέσχη του γκολφ την ίδια ώρα που γυρνάει από τη δουλειά της.

Παρόλο που γνωρίζει πόσο πεινάω, σχεδόν πάντα μου λέει ότι πρέπει να ξεκουραστεί για μισή

ώρα τουλάχιστον προτού αρχίσει να ετοιμάζει το δείπνο. Δε της βάζω τις φωνές(άχουτο,

άχουτο το στοργικό). Αντιθέτως, την ενθαρρύνω(διδασκαλικές ευαισθησίες το Γιαννιό,

κουρίτσα) να ξεκουραστεί και να με ξυπνήσει μόλις ετοιμάσει το δείπνο. Το μεσημέρι συνήθως

γευματίζω στη λέσχη του γκολφ οπότε το να τρώω έξω και το βράδυ μου φαίνεται υπερβολικό

(αλλού να τρως βδε Γιάννη, αλλού να πίνεις...κι απαλλού να ζητάς τα ρέστα, βρε πιδί...σαν

κομματάκι ριψοκίνδυνο σε βρίσκω). Με το που φθάνω σπίτι πάντα θέλω διακαώς να φάω ένα

σπιτικό γεύμα. Παλαιότερα έπλενε τα πιάτα με το που τελειώναμε το φαγητό. Τώρα όμως, τις

περισσότερες φορές, τα αφήνει άπλυτα για αρκετές ώρες μετά το δείπνο(αχού κι

επαναστατημένη η γριά η κότα, αχού ίντα έπαθες, βρε Γιάννη;). Αυτό που κάνω λοιπόν, με

περισσή διπλωματία, είναι να της υπενθυμίζω αρκετές φορές ότι δεν πλένονται από μόνα τους

(άμα το χει το τακτ ο άνθρωπας, τον εκτιμάς βρε παιδί!). Ξέρω ότι το εκτιμά αυτό ιδιαιτέρως,

αφού πάντα την κινητοποιεί και τα πλένει προτού πέσει να κοιμηθεί.(είπαμε επανάσταση η

ιφι, αλλά μην μας φάνε και οι κατσαρίδες)

Άλλο ένα από τα συμπτώματα της γήρανσης είναι ότι παραπονιέται όλο και περισσότερο(α,

και γκρινιαρούλα η γραία). Για παράδειγμα, μου λέει ότι της είναι δύσκολο να βρει χρόνο να

πληρώσει τους λογαριασμούς κατά τη διάρκεια του μεσημεριανού της διαλείμματος. Κι εκεί

δείχνω τη δέουσα κατανόηση και συμπαράσταση(ψυχοπονιάρη μου εσύ, εσύ!), λέγοντάς της

να κάνει τις πληρωμές σε 2 ή 3 μέρες και να μην πιεστεί να προλάβει τα πάντα σε ένα μόνο

μεσημέρι. Της υπενθυμίζω επίσης ότι δε θα της έκανε κακό να χάνει ένα γεύμα που και που

(αν καταλαβαίνετε τι θέλω να πω)...(α, και χοντρούλα η γραία). Πιστεύω ότι το τακτ είναι

ένα

από τα δυνατά μου σημεία. (το χεις το χεις Γιάνννη μου!)

Όταν κάνει απλές δουλειές, πιστεύει ότι χρειάζεται περισσότερα διαλειμματάκια. Τις

προάλλες το θεώρησε σκόπιμο να ξεκουραστεί αφού είχε κουρέψει μόλις το μισό γκαζόν της

αυλής(ούτε μια τόση δα αυλίτσα βρε Πέγκυ;). Κάνω μεγάλη προσπάθεια για να μην ξεσπάσει

καβγάς. Είμαι δίκαιος.(Γιάννης- Αριστείδης ο δάσκαλος) Της λέω να ετοιμάσει μια μεγάλη,

παγωμένη και φρεσκοστιμένη λεμονάδα για να δροσιστεί και να κάτσει να ξεκουραστεί για

λίγο. Και μια που μπαίνει στον κόπο, να ετοιμάσει μία και για μένα. ( και στίβειν η Πέγκυ,

στίβειν δις σε λέω)

Γνωρίζω ότι ενδεχομένως να δείχνω άγιος( μόοονο, ορέ παλουκάρι'μ ;) με τον τρόπο που

υποστηρίζω την Πέγκι. Δε λέω ότι είναι εύκολο να δείχνεις τόση κατανόηση. Πολλοί άντρες

θα δυσκολευτούν. Σε άλλους θα φανεί αδύνατο (έχει και μαλακοπιτουροξινισμένες παρτίδες η

φάρα των παλιών καλών κρασιών, ο Γιάνννης το πε!). Κανένας δε γνωρίζει καλύτερα από

εμένα πόσο κουραστικές μπορούν να γίνουν οι γυναίκες καθώς μεγαλώνουν(ο καλός καλό δεν

έχει, Γιάνννη μου!). Ωστόσο, αγαπητοί μου φίλοι, αν χρησιμοποιήσετε λίγο περισσότερο τακτ

και λιγότερη κριτική απέναντι στη σύζυγό σας, επωφελούμενοι από τις συμβουλές μου( α, ρε

δάσκαλέεεε), θα θεωρήσω ότι ο χρόνος που έχω επενδύσει στη σύνταξη αυτού του κειμένου

άξιζε τον κόπο(τσοκ μερσί μπε Γιάνννη!). Εξάλλου, βρισκόμαστε σ' αυτό τον πλανήτη για να

βοηθάμε ο ένας τον άλλο(αλλλοίμονο!).

Γιάννης

ΣΧΟΛΙΟ ΑΡΧΙΣΥΝΤΑΚΤΗ:

Ο Γιάννης πέθανε ξαφνικά στις 16 Ιουνίου από εντερική διάτρηση. Η αναφορά της αστυνομίας έγραψε ότι βρέθηκε με ένα μπαστούνι του γκολφ καρφωμένο στον πρωκτό του, με μόλις 10 εκατοστά του χερουλιού να εξέχουν και μια βαριά σε απόσταση δύο μέτρων.

Η σύζυγός του Πέγκι συνελήφθη και κατηγορήθηκε για φόνο εκ' προμελέτης. Οι ένορκες, όλες γυναίκες, χρειάστηκαν μόλις 15 λεπτά για να την αθωώσουν, κάνοντας δεκτό το επιχείρημα της υπεράσπισης ότι ο Γιάννης, κατά διαβολική σύμπτωση, χωρίς να κοιτάζει, κάθισε κατά λάθος πάνω στο όρθιο μπαστούνι του γκολφ.

Σχόλιο Ρουλιώς

Από διαβολική σύμπτωση, κατα λάθος κι ο Γιάννης...κι ήτο και άτεκνος η Πέγκυ

Παρασκευή, 9 Μαΐου 2008

Ίσα, ρε...θαλασσοτσακαλάκια

Ίσα, ρε...τολμηροί καπεταναίοι, θαλασσότσακαλάκια που δεν τη φοβάστε την αγριεμένη τη θάλασσα, τα κύματα, ούτε κι αυτά τα σκυλόψαρα τα πεινασμένα. Που ξέρετε τα σημάδια να διαβάζετε και τον καιρό και τους γλάρους, ακόμα.Με τους μπούσουλές σας, την πορεία χαραγμένη και τους χάρτες σας ξεκάθαρούς.
Ίσα ρε πολυταξιδεμένοι, με την εμπειρία καράβι σας.
Ουρτ, ρε τσακαλάκια, που μόνο τα λιμάνια και η πλήξη τους σας φοβίζουν, ατρόμητοι.
Αντέστε που λεν και στο χωριό μου.Αντέστε,δεν μπορώ νακούω άλλο... τη σιγουριά σας, δεν μπορώ. Αντέστε στη φουρτούνα κι αφίκετε εμάς τους θολωμένους, κάθε που πατάμε στο λιμάνι να προσπαθούμε ναπαλλαγούμε απ τη ζαλούρα μας, να ζήσουμε με τη ναυτία και την κοτρώνα στο στομάχι





Get your own playlist at snapdrive.net!





Υ.Γ.
ΓΕΙΑ ΣΟΥ ΒΔΕ ΖΟΥΔΙ,ΦΙΛΟΥΘΚΙΑ!
Περάστε απ΄τον Γιώργη, συνκολυμβητές, που χει καλά νέα για την Ελένη τη Βιτάλη, που αν και δεν ήταν σίγουρη,δεν θαλασσοπνίχτηκε και συνεχίζει να μας τραγουδάει

Πέμπτη, 8 Μαΐου 2008

Για τη mamma μου... γιατί πέρασα και δεν μπόρεσα να πω κάτι

Δεν μπορώ. Σήκω!Μα δεν μπορώ. Άκου, με!Μα δεν μπορώ, σου λέω.Πες μου, πες σε μένα,τι! Δεν μπορώ, δεν ξέρω.Δες γύρω σου! Κάνε κάτι, επιτέλους! Δεν μπορώ, για δε μ'ακούς; Ζήσε όπως όλοι, επιτέλους!Δεν μπορώ, δεν με βλέπεις; Κουνήσου, σου είπα!Δεν μπορώ, δες μας! Ζήσε, όπως οι άλλοι σου είπα!Δεν μπορώ, άκου με ρε μάνα! Σήκω, τώρα!

Κι μπορώ, κι μπορώ, κι μπορώ, ρε μάνα, άκου με...
Φύγε μάνα, φύγε, μοναχά να κλάψω μπορώ, να μας κλάψω, να κλάψω με την ησυχία μου,
να ζήσω όπως μπορώ!



Επειδή η ντομάτα...ένιωσε ένα κενό μέσα της κι ήθελε να γελάσει, βρε αδερφέ!

Σήμερα, εκεί κατά το απόγευμα...ιαχές θριάμβου ακούστηκαν απ' τη συνοικία των ΠΑΛΙΟΣΚΟΥΛΗΚΩΝ.ΦΤΟΥ ΣΑΣ, ΞΕΦΤΙΛΕΣ, αντέκραξε η Σαρκοζί

ΑΡΙΑΝΑΡΑ, βάλε κι άλλο γκολ, κι άλλο γκολ, κι άλλο γκο-ο-ολ, συνέχισαν τραγουδιστά τα σκουλήκια...και πριν προλάβει νακουστεί κιχ... και σε ρυθμό πολεμικό, ολοκλήρωσαν το όνειδος
Κύπελοοοο, κύπελοοοο!
Κύπελοοο στον Πύργο το λευκό-ο-ο!

Η Σαρκοζί έκλεισε πόρτες και παράθυρα, κατέβασε τα στόρια, έκλεισε την τηλεόραση, έβαλε f.m. 100 στη διαπασών και κέρασε νερό που καίει, προσπαθώντας να καταπιεί την ντροπή...μοναδικός τρόπος για να την εξαφανίσει!

Θυμάσαι, τότε με τη χιονοθύελλα, ρε στο ΜΠάοκ- Όφη
Πεες πες, ρε Μπάμπη

...Με χιονόνερο ξεκινήσαμε, όταν φτάσαμε στη ΝΤούμπα...χιόνιζε κανονικά. Κρύο της αρκούδας, αλλά μασάνε τα παληκάρια;
Μπήκαμε, αρχίσαμε να φωνάζουμε συνθήματα, μπας και ζεσταθούμε...τίποτα το γαμεμένο σε περόνιαζε το κόκκαλο...ψόφιος κι ο αγώνας, έπρεπε να κάνω κάτι, είπε ο Μπάμπης ο σουγιάς, να σώσω την κατάσταση. Πώς μου'ρθε η φλασιά...το'δωσα το σύνθημα.

ΚΡΥΟ ΚΡΥΟ!
ΓΑΜΙΕΤΑΙ Η ΜΆΝΑ ΣΟΥ!

Φωτιά στην εξέδρα, το σώσαμε το ματς!

Τότε, ρε...τότε με τους Λαρσινούς, πες για τότε Μπάμπη

...Γαμάτο το σύνθημα...μέρες το ετοιμάζαμε!

ΓΑΜΩ ΤΟΝ ΚΑΜΠΟ ΚΑΙ ΤΟΝ ΠΗΝΕΙΟ ΣΑΣ
ΓΑΜΩ ΤΟ ΒΥΣΣΙΝΙ ΤΟ ΑΛΟΓΟ ΣΑΣ
ΓΕΜΙΣΤΕ ΕΝΑ ΦΟΡΤΗΓΟ ΜΕ ΓΙΔΙΑ
ΚΙ ΕΛΑΤΕ ΝΑ ΜΑΣ ΚΛΑΣΕΤΕ ΤΑΡΚΙΔΙΑ

Μια δυο, τρεις το παμε τα πήραν οι Λαρσινοί, έκανε και τη μαλακία ο διαιτητής...μας το κατσαν το γκολάκι τα ταγάρια. Πάγωσε η εξέδρα. Έπρεπε να δράσω γρήγορα...τόριξα το all time classic, για το διαιτητάκο

ΔΙΑΙΤΗΤΗ ΓΑΜΙΕΤΑΙ Η ΜΑΝΑ ΣΟΥ...τι άλλο, ξανά και ξανά, ακουγόταν σόλη τη ΝΤούμπα.
Πήραν πάνω τους τα παληκάρια κάναν την ισοφάριση και τους κάτσαμε κι ακόμα ένα, στο πιτς φυτίλι
ΔΙΑΙΤΗΤΉ ΓΑΜΙΕΤΑΙ Η ΜΑΝΑ ΣΟΥ, εγώ ξανά...αφού μας πήγε γούρι, τι να κανα, για;
Τα παίρνει που λες, ο Σερ, κάποια στιγμή...εντελώς, όμως, σφυρίζει και το σταματάει το παιχνίδι. Απ' τα μεγάφωνα πέφτει η ανακοίνωση ότι αν ξανακουστεί το σύνθημα θα τον ακυρώσει τον αγώνα...τι να κανα, πετάω την παραλαγή, μας έσωσε!

ΔΙΑΙΤΗΤΗ, ΔΙΑΙΤΗΤΗ
ΓΑΜΙΕΤΑΙ Η ΜΑΝΑ ΤΟΥ ΕΠΟΠΤΗ

Τον επήραμε τον αγώνα!

Για τότε...για τότε πε ρε Μπάμπη, τότε με τον Πχοιότητα, τον κινέζο με τσι ελιές, που χαν κλείσει το δρόμο στα Τέμπη οι αγρότες και μεις θέλαμε να περάσουμε να πάμε στον Πειραιά, στο μεγάλο τηγάνι

Ωραία φάση εκείνη!
Από το πούλμαν πετούσε η ομάδα!

ΠΙΝΩ ΧΟΡΤΟ ΣΕ ΒΛΕΠΩ ΣΑΝ ΤΗΝ ΠΟΡΤΟ
ΠΙΝΩ ΚΟΚΑ ΣΕ ΒΛΕΠΩ ΣΑΝ ΤΗ ΜΠΟΚΑ
ΠΙΝΩ ΧΑΠΙΑ ΣΕ ΒΛΕΠΩ ΣΑΝ ΤΗ ΤΣΈΛΣΥ

...μούγκα, εκεί για λίγο και καπάκι η ερώτηση

Δεν πάει;

ΠΑΕΙ ΔΕΝ ΠΑΕΙ Ο ΠΑΟΚ ΣΑΣ ΓΑΜΑΕΙ!

Φτάνουμε λοιπόν στα τέμπη ο δρόμος κλειστός, τα τρακτέρ και ταγροτικά μιλούνια...κατεβαίνω να κάνω το talking, για θα τον εχάναμε τον αγώνα.
Μου λέει ένας μπάρμπας,θα σας αφήσουμε να περάσετε, αλλά πρώτα θα μας βγάλετε ένα σύνθημα για να το λέμε στις κοινητοποιήσεις...άντέστε που τα λιέτε ουραία σεις... μείπι!

Ανεβαίνοντας στο λεοφωρείο το δωκα!

ΑΓΡΟΤΗ ΠΕΙΝΑΣ
ΓΑΜΙΕΤΑΙ Ο ΘΡΥΛΛΟΣ ΚΙ Ο ΠΕΙ-ΡΑΙ-ΑΣ!

Με γέλια τελείωσε η μακαριά στη Σαρκοζί, σώθηκε και το βίσκι...κατεβήκαν στο μμπαρ τα παληκάρια να αποσώσουν τη μακαριά.



Τετάρτη, 7 Μαΐου 2008

Προσκλήσεων... συνέχεια





















Ευχάριστη έκπληξη, παιδική, όσο και η πρόσκληση...μέσα στο φουλ της διεκπεραίωσης... και ελπιδοφόρα, γιατί σαυτό τον τόπο υπάρχουν άνθρωποι που δημιουργούν, απ' το τίποτα.


Και μετά... πρόσκληση, ενήλικη για ενημέρωση, τα νέα του τόπου

Εξάρτηση
Κλοπή, παράβαση
Φυλάκιση, συμμόρφωση...σωφρονισμός

Πλαίσιο
Αχταρμάς, κατ'εξακολούθηση ασωφρόνιστος
γιατί υπάρχουν άνθρωποι σαυτόν τον τόπο που, μόνο μαλακίζονται

Λάθος, μικρό

Μετά το λάθος, το μικρό

Φόνος, έγκλημα
Σωφρονισμός
Θάψιμο
Γιατί;
Από λάθος, μικρό

Θάνατος
Ταφή
Γιατί;
Από λάθος μικρό

Μάνα
Συγγνώμη
Γιατί;
Από λάθος, μικρό

Τόπος
Ελλάδα

Χρόνος
Ξανά

Συνέπειες
Διαθεσιμότητα... ξανά








Δεν το χωράει ο νους το λάθος... το μικρό



http://www.esnips.com/doc/bcd38665-8871-4141-ad46-2499b970a65d/P.-Gaitanos---Sto--pa--kai--sto--ksanaleo

Κυριακή, 4 Μαΐου 2008

Επειδή ο Allu Fun Marx...προσκάλεσε

και είπε να είναι αντιπροσωπευτικό





http://autographcollectors.blogspot.com/

Είπε να προσκαλέσουμε κι άλλους 5 συνκολυμβητές...αλλά το κόκκινο ζούδι δεν απάντησε, ακόμα.

Το ζούδι...τελικά είχε απαντήσει, αλλά...αλλού γιαλλού η Ρούλα...τέλως πάντων

Αποστολής συνέχεια...
Προσκαλώ κι εγώ τις

Μαριλένα

Παναγιώτα

και τους

swell

island

Γιώργη

τον άλλο, ρε και

τον Αντώνη, το Σεφ

να δηλώσουν παρουσία...αντιπροσωπευτική, με μολύβι και χαρτί

Παρασκευή, 2 Μαΐου 2008

Τάδε έφη Χρυσαυγή

Τι κάνεις; ρώτησε η Χρυσαυγή
Ε...ήταν η απάντηση
Κατάλαβα...τον κούκο σκούφια κάνεις και συ... αλλά, πού να το πεις.
Ε; ερώτηση, τώρα
Ναι, βρε ξέρω τι σου λέω και μια δυο τρεις κάνεις τον κούκο σκούφια...βαριέσαι κάποτε, οπότε for a change... για αλλάγή βρε παιδί μου, αρχίζεις να την πετάς και να την πιάνεις τη σκούφια.
Οπότε επανάληψη αδέρφια
Τι κάνεις...τον κούκο σκούφια;
Ναι για...και την πετάω και την πιάνω


Υ.Γ.Όπου για...μπορεί να μπει και...αμέ

Πέμπτη, 1 Μαΐου 2008



Δικαιούστε δυο χ, δυο διαγραφές στο βίντεο, όπου θέλει ο καθένας...είπαμε η εικόνα το χαλάει το πράμα, κάποιες φορές

Γιατί...σύσε σύσε το γαδούρ'...

Ήρθε, ήρθε ο παπούλης είπε το Γιαννούλ' και ζάλωσε το γαδούρ' του.
Έκοψε ένα κλαράκι βασιλικό, του βαλε σταυτί τ' και καβαλίκεψε το γαδούρ'του.
"Άντε καμάρι μου το΄πε...άντε και περιμέν' ο παπούλης, ένα βραδ' θα μείνει.Ταχιά τ'χαραή θα φύγ' είπι"

Άντε είπε στο γαδούρ'του το Γιαννούλ', του δωσε να μυρίσει και το βασιλικό και κείνο κίνησε. Αγαπιόνταν με το γαδούρ' του το Γιαννούλ', συνεννογιόνταν.
Και πέτρα στην πέτρα...μον'πέτρες είχε ο τόπος τους, φτάκαν στ'αμπέλι.
Τρεις συκιές αμπελίσιες είχ η μάνα τ' φυτεμένες, φορτωμένες ήταν κι οι τρεις.
Αυγουστιάτικα σύκα μελωμένα, μαύρα κι άσπρα.
Ξεπέζεψε το Γιαννούλ' χάιδεψε το γαδούρ' του σταυτιά, του 'πει να περιμένει και μάζεψε το πεσκέσι. Τα πιο μεγάλα διάλεξε και τα πιο γινωμένα, μαύρα μόνο, τάσπρα δεν τάρεσαν του παππούλη...του θύμιζαν ταγιαποστολιάτικα τα σύκα τα ξερά, τα ουδέτσ'...που ούτε ζμί ούτε μυρωδιά είχαν.
Ξανανέβηκε μπίνα το Γιαννούλ', με το κοφίνι του γιομάτο κι ευχαριστημένο

"Άντε, γιουφτό μ'" είπε στο γαδούρ' του "Άντε κι ο παπούλης μας καρτεράει, άντε κι όχ' απ' τις πέτρις, χώμα, χώμα να παένουμι, για θα χαλάσουν τα συκαλάκια"
Που να το βρει όμως το χώμα το γαδούρ' του...μον' πέτρα ήταν ο τόπος τους.
Πέτρα στην πέτρα το λοιπόν και σύσε, σύσε το γαδούρ' του, φτάσαν στον παπούλη.
Κατέβασε το Γιαννούλ' το κοφίνι και με χαμόγελο το πρόσφερε στον παπούλη.
Άπλωσε εκείνος τα χέρια...

Το Γιαννούλ', κοντοστάθηκε και τράβηξε το κοφίνι προς το μέρος του, πάλι...να δει τι γένηκαν τα συκαλάκια τα μαύρα...
Αχταρμάς τα συκαλάκια, πατημένα, σκισμένα πολύ και παντού...ένα πράμα γίνηκαν...όλο ζμί, μόν' τα σποράκια τους ξεχώριζες και τις φλίδες τις ταλαιπωρημένες.
"Αχ, παπούλη" είπι απογοητευμένο το Γιαννούλη "Σύσε σύσε το γαδούρ'μου, σκατά τα κάναμι...φάτα αυτά παπούλη μου και μη μου θυμώσεις... θα σύρω να σου φέρω φρέσκα"



Υ.Γ. Τα γαδούρια είναι είδος προς εξαφάνιση...λέει... άμα δείτε κανένα τώρα το Μάη πείτε του χρόνια πολλά...γιορτάζουν λέει τα γαδούρια το Μάη, μαζί με τα τριαντάφυλλα
Καλό μήνα, αδέρφια