Τετάρτη, 28 Μαΐου 2008

Ο άντρας με την μπλε γενειάδα

Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν ένας άντρας που είχε αμύθητα πλούτη. Είχε χρυσά και ασημένια σερβίτσια, έπιλα, κεντήματα και ολόχρυσες άμαξες. Όμως για κακή του τύχη, είχε μια μπλε γενειάδα. Τα μπλε γένια του τον έκαναν τόσο άσχημο και τόσο αποκρουστικό, ώστε, όποια γυναίκα ή κοπέλα κι αν τον έβλεπε, το έβαζε στα πόδια. Μια γειτόνισσα του-μια κυρία με αριστοκρατική καταγωγή, είχε δυο πανέμορφες κόρες. Ο άντρας με την μπλε γενειάδα ζήτησε, από την κυρία το χέρι της μιας απαυτές, αφήνοντάς το στη δική της κρίση, για το ποια από τις δυο, θα του το έδινε. Όμως, και οι δυο δεν τον ήθελαν-η μια τον έριχνε στην άλλη, γιατί καμιά της δεν μπορούσε να αποφασίσει να παντρευτεί έναν άντρα με μπλε γένα. Πέρα απ' αυτό όμως, τις φόβιζε το γεγονός, ότι είχε ήδη παντρευτεί αρκετές γυναίκες και κανένας δεν γνώριζε τι είχαν απογίνει.

Για να τις γνωρίσει καλύτερα, ο πλούσιος άντρας προσκάλεσε τις δυο αδερφές, μαζί με τη μητέρα τους και τρις τέσσερις από τις καλύτερες τους φίλες, καθώς και νέους από τη γειτονιά, να περάσουν μερικές μέρες σ'ένα από τα εξοχικά του. Οχτώ ολόκληρες μέρες πέρασαν εκεί, με βόλτες με κυνήγι και ψάρεμα στη λίμνη και στο ποτάμι της περιοχής, με χορούς κι επίσημα γευματα. Και, μεταξύ άλλων τους απονεμήθηκαν τίτλοι ευγενείας και αξιώματα. Δεν τους έμενε χρόνος ούτε για ύπνο...περνούσαν τις νύχτες με αστεία, με ιστορίες και παιχνίδια. Τελικά, ήρθε έτσι το πράγμα, ώστε η μικρότερη από τις δυο αδερφές δεν έβλεπε πια τα γένια του οικοδεσπότη να είναι τόσο μπλε, και ο ίδιος της φαινόταν αρκετά ενδιαφέρων τύπος, της άρεσε...τον ερωτεύτηκε η μικρή. Με την επιστροφή τους στην πόλη, τέλεσαν και το γάμο τους.

Είχε περάσει ένας μήνας από το γάμο, και ο άντρας με την μπλε γενειάδα ανακοίνωσε στη γυναίκα του ότι έπρεπε να φύγει για ταξίδι στην επαρχία, για έξι βδομάδες τουλάχιστον, λόγω μιας πολύ σημαντικής υπόθεσης. Κι ακόμα της είπε ότι στο διάστημα της απουσίας του, αυτή θα μπορούσε να διασκεδάσει και να χαρεί όσο ήθελε. θα μπορούσε μάλιστα να καλέσει τις φίλες της να πάνε στον πύργο τους στην εξοχή και να τις φιλέψει με ότι καλύτερο υπήρχε στην κουζίνα και στο κελάρι. "Εδώ είναι τα κλειδιά" της είπε, "αυτά είναι για τα δυο μεγάλα δωμάτια με τα έπιπλα, αυτά είναι για το χρυσό και το ασημένιο σερβίτσιο, αυτά για τις κασετίνες με τις πολύτιμες πέτρες μου, κι αυτό είναι το κεντρικό κλειδί για όλα σχεδόν, τα δωμάτια. Και αυτό εδώ το μικρό κλειδί, είναι για το δωμάτιο στο τέλος του μακρύ διαδρόμου στο ισόγειο. Σου απαγορεύω, όμως να ανοίξεις αυτό το δωμάτιο και σου το απαγορεύω με κάθε αυστηρότητα. Σε περίπτωση που αγνοήσεις την απαγόρευση και τολμήσεις να το ανοίξεις ετοιμάσου να υποστείς τις συνέπειες, που θα είναι πολύ οδυνηρές". Η γυναίκα τού υποσχέθηκε ότι θα ακολουθούσε όλες τις εντολές του κατά γράμμα. Την αγκάλιασε "Γεια σου αγαπημένη μου" της είπε, ανέβηκε στην άμαξά του και έφυγε για το ταξίδι.

Οι γειτόνισσες και οι φίλες καίγονταν τόσο από την περιέργεια να δουν όλο τον πλούτο αυτού του σπιτιού, που άδραξαν αμέσως την ευκαιρία.΄Οσο καιρό ήταν εκεί ο σύζυγος δεν τολμούσαν να πάνε, γιατί φοβόντουσαν τα μπλε του γένεια. Τώρα όμως, περιδιάβαιναν στις σάλες, στις αποθήκες και στα δωμάτια που είχαν τις ντουλάπες με τις ενδυμασίες. το ένα ήταν πιο λαμπερό και πιο μεγαλοπρεπές από το άλλο. Ανέβηκαν και στα δωμάτια με τα έπιπλα, όπου η μια έκπληξη διαδεχόταν την άλλη, μ'όλα αυτά τα απίθανα χαλιά, τα κρεβάτια, τους καναπέδες, τις ντουλάπες με τα μυστικά συρτάρια, τα τραπέζια και τους καθρέφτες με τις ασημένιες κορνιζες, όπου μπορούσε κανείς να δει το είδωλό του απ' την κορυφή ως τα νύχια. Και τι δεν είδαν τα μάτια τους! Τα ωραιότερα, τα πιο λαμπερά πράγματα που είχε δει ποτέ ανθρώπινο μάτι.

Και ήταν αδύνατο, βέβαια να μην παινέψουν αυτό τον πλούτο, και να μη ζηλέψουν την τύχη της φιλενάδας τους. Η νεαρή γυναίκα, ωστόσο, δεν έβρισκε καμιά αληθινή χαρά στη θέα αυτών των θησαυρών. Την έτρωγε η λαχτάρα ν'ανοίξει το μικρό δωμάτιο στο ισόγειο, στο βάθος του διαδρόμου.
Η λαχτάρα της ήταν τέτοια, που ούτε καν σκέφτηκε ότι θα ήταν αγένεια ν'αφήσει τις καλεσμένες της μόνες τους. Από μια μικρή μυστική σκάλα κατέβηκε με τέτοια βιασύνη, που δυο φορές γκρεμοτσακίστηκε, έπεσε και πόνεσε, πολύ.Μόλις βρέθηκε μπροστά στην πόρτα του μικρού δωματίου, κοντοστάθηκε για μια στιγμή, θυμήθηκε την απαγόρευση του συζύγου της και αναλογίστηκε ότι η ανυπακοή της θα μπορούσε να την κάνει δυστυχισμένη. Δεν άντεχε όμως, άλλο να μην ξέρει. Ο πειρασμός κι η λαχτάρα την παίδευαν τόσο, που υπέκυψε. Πήρε το κλειδί και άνοιξε την πόρτα τρέμοντας.

Στην αρχή δεν έβλεπε τίποτα, γιατί τα παντζούρια ήταν κλειστά. Σιγά-σιγά, όμως, τα μάτια της άρχιζαν να ξεχωρίζουν. Και το πρώτο πράμα που είδε, σχεδόν καθαρά, ήταν το πάτωμα που γυάλιζε από ξεραμένο αίμα. Μέσα σ'αυτό καθρεφτίζονταν τα σώματα πολλών νεκρών γυναικών, που ήταν κρεμασμένες γύρω-γύρω στους τοίχους. (Ήταν οι γυναίκες που είχε παντρευτεί ο άντρας με την μπλε γενειάδα και τις είχε σκοτώσει τη μία μετά την άλλη). Η νεαρή γυναίκα νόμιζε ότι θα πεθάνει από το φόβο της, και το κλειδί που είχε, εντωμεταξεί, βγάλει από την κλειδαριά, της έπεσε από τα χέρια. Αφού συνήλθε κάπως, σήκωσε το κλειδί, τράβηξε την πόρτα πίσω της κι ανέβηκε τρέμοντας στο δωμάτιό της, προσπαθώντας να ηρεμήσει από την τόση ταραχή της.Ήταν όμως αδύνατο. τόση μεγάλη ήταν η έκπληξη ο τρόμος και η απογοήτευσή της. Καθώς αναλογιζόταν αυτά που είδαν τα μάτια της άρχισαν να μπερδεύονται στο κεφάλι της και οι φωνές των γυναικών που δεν άκουσε. Σάστισε, εντελώς.Ενιωσε τα γόνατά της να κόβονται, τα χέρια της να τρέμουν έκανε να κλείσει ταυτιά της και οι φωνές να μην σταματούν. Ακινητοποιήθηκε, κάθισε για λίγο στο πάτωμα και κατέβασε το κεφάλι της. Ασυναίσθητα το βλέμμα της έπεσε στο κλειδί που κρατούσε στα χέρια της. Ήταν λεκιασμένο με αίμα- κι ενώ το σκούπισε δυο τρεις φορές το αίμα δεν έλεγε να φύγει.Όσο και να το τριβψε το αίμα εκεί. Βγήκε έξω πήγε στη βρύση, το πλυνε πήγε στο κήπο το τριψε με χώμα για ώρα πολύ. Τίποτα, αυτό παρέμενε ματωμένο. Τότε κατάλαβε ότι το κλειδί αυτό ήταν μαγεμένο. Με κανένα τρόπο δεν μπορούσε να καθαριστεί. Κι όταν το αίμα χανόταν από τη μια μεριά, έβγαινε από την άλλη.

Το ίδιο κιόλας βράδυ ο σύζυγος με τη μπλε γενειάδα επέστρεψε από το ταξίδι του. Της είπε ότι, ενώ βρισκόταν στο δρόμο για τον προορισμό του, έλαβε ένα γράμμα που τον πληροφορούσε ότι η υπόθεση για την οποία είχε ξεκινήσει αυτό το ταξίδι, τακτοποιήθηκε προς το συμφέρον του.Η γυναίκα του έκανε τα πάντα για να τον πείσει ότι χαιρόταν για την γρήγορη επιστροφή του. Την άλλη μέρα ο άντρας ζήτησε πίσω τα κλειδιά. Η νεαρή γυναίκα του τα έδωσε τρέμοντας- έτσι ο άντρας εύκολα κατάλαβε τι είχε συμβεί."Πως κι έτσι;" είπε "γιατί δεν είναι το κλειδί του μικρού δωματίου μαζί με τ'άλλα:". ¨Πρέπει να το έχω αφήσει πάνω στο δωμάτι ό μου" απάντησε εκείνη. "Μην ξεχάσεις να μου το δώσεις αργότερα" είπε εκείνος. Εκείνη το ανέβαλλε όσο μπορούσε, αλλά στο τέλος έπρεπε να του το επιστρέψει. Σαν το πήρε στα χέρια του και το περιεργάστηκε, είπε στη γυναίκα του:"Γιατί υπάρχει αίμα πάνω στο κλειδί;" "Δεν ξέρω κατάφερε να ψελλίσει η άμοιρη γυναίκα, πιο χλωμή κι από το θάνατο. "Δεν ξέρεις:", φώψναξε τώρα ο άντρας της. "Εγώ όμως ξέρω! Μπήκες στο μικρό δωμάτιο! Και τώρα αγάπη μου, έλα να πάρεις τη θέση σου δίπλα στις κυρίες που είδες εκεί" Η νεαρή γυναίκα έπεσε κλαίγοντας στα πόδια του και τον ικέτευσε να τη λυπηθεί, δείχνοντας πραγματική μετάνοια που υπήρξε τόσο ανυπάκουη. Θα είχε μαλακώσει, σίγουρα και βράχο- τόσο απελπισμένη και τόσο όμορφη ήταν. "Πρέπει να πεθάνεις αγάπη μου και μάλιστα αμέσως!" "Αν πρέπει να πεθάνω αποκρίθηκε τότε η γυναίκα και τον κοίταξε με μάτια γεμάτα δάκρυα, "δώστε μου λίγο χρόνο να προσυεχηθώ στο θεό.¨"Σου δίνω ένα τέταρτο της ώρας" της είπε ο άντρας "ούτε λεπτό παραπάνω"

Σαν βρέθηκε μόνη της στο δωμάτιοο η νεαρή γυναίκα φωναξε την αδερφή της και της είπε:"Αγαπημένη μου Άννα, σε παρακαλώ, ανέβα στον πύργο να δεις αν έρχονται τ'αδέρφια μας. Είχαν υποσχεθεί ότι σήμερα θα μου κάναν επίσκεψη. Αν τους δεις κάνε τους σήμα να βιαστούν".
Η αδερφή της ανέβηκε στον πύργο και η απελπισμένη γυναίκα φώναζε που και που από μέσα "Άννα αδερφή μου Άννα, τους βλέπεις ναρχονται;" Κι η αδερφή απαντούσε "βλέπω μονάχα τον ήλιο να λάμπει και το χορτάρι να πρασινίζει. Εν τω μεταξει ο άντρας με την μπλε γενειάδα μ'ένα σπαθί στο χέρι, φώναξε μ΄'ολη τη δύναμή του τη γυναίκα του
Έλα αμέσως κάτω!
Ένα λεπτό ακόμα...Άννα;
Βλέπω μονάχα τον ήλιο και το χορτάρι να πρασινίζει
Έλα αμέσως τώρα κάτω, γιατί αλλιώς θα έρθω εγώ επάνω
Έρχομαι...Άννα;
Βλέπω ένα μεγάλο σύννεφο σκόνης που ρχεται προς τη μεριά μας
Είναι ταδέρφια μας;
Αχ όχι είναι μόνο ένα κοπάδι πρόβατα
Θα κατέβεις επιτέλους κάτω; ούρλιαξε τώρα ο άντρας με τη μπλε γενειάδα
Ένα λεπτό ακόμα...Άννα;
Βλέπω ναρχονται δυο ιππότες κατα δω καβάλα σταλογά τους...αλλά είναι ακόμα πολύ μακριά
Εκείνη τη στιγμή ο άντρας με την μπλε γενειάδα μούγκρισε τόσο δυνατά που σείστηκε ο πύργος. Η άμοιρη γυναίκα κατέβηκε, έπεσε στα πόδια του αναμαλλιασμένη, ξεσπώντας γοερά κλάματα.
"Τίποτε δεν σε ΄σώζει πια αγάπη μου, πρέπει να πεθάνεις" Την άρπαξε από τα μαλλιά με το ένα χέρι και με το άλλο σήκωσε το σπαθί.
Η άμοιρη γυναίκα τον κοίταξε με το φόβο του θανάτου στα μάτια εκλιπαρώντας τον για ακόμα μια φορά.
Όχι, όχι αγάπη μου, ετοιμάσου να παραδώσεις την ψυχή σου στο θεό... και σήκωσε το σπαθί και πήρε το κεφάλι της αγαπημένης του.



Το παραμύθι αυτό το βρήκε το Ρουλιώ στο κομμωτήριο της Νόρας...η Νόρα ήθελε να γίνει γραμματέας αλλά επειδή ήταν κακή μαθήτρια δεν τα κατάφερε... έμαθε όμως να πληκτρολογεί...έτσι όταν γυρίζει απ' το κομμωτήριο για να ξεκουραστεί πληκτρολογεί ασταμάτητα κι αντιγράφει παραμύθια...τα χει στο κομμωτήριο μαζί με τα περιοδικά


...Και το τραγουδάκι για το παρεάκι του Μάη του εξεταστικού...παπικουλίνο πολύ σευχαριστώ:)



Get your own playlist at snapdrive.net!

2 σχόλια:

Μιμης Ζερβος είπε...

βρε τι βρίσκει κανείς στο κομμωτήριο..κι εγώ που νόμιζα ότι παραμύθια άλλου είδους βρίσκεις στα κομμωτήρια..

roula karamitrou είπε...

Η ζωή ξεπερνά τη φαντασία Μίμη μου...δεν το λέει το ρουλιώ, κάποιος το πε...μη με ρωτήσεις ποιος κι εκτεθούμε Μίμη μου:)