Παρασκευή, 18 Δεκεμβρίου 2009

Κατεβαίνοντας την ακροπόλεως

Την έβγαλε σπρώχνοντάς την απ το ψιλικατζίδικο.
Εκείνη παραπάτησε προς στιγμή μα τα φουστάνια της και τα χρυσαφικά της τη στήσαν πάραυτα φάτσα στα σικάτα αναπαλαιωμένα νεοκλασσικά…φευ… αισθητικό παραλήρημα σαλεμένης αρχιτεκτόνισσας. Άρχισε να απομακρύνεται κλείνοντας το μάτι στα καπούλια της να εκδικηθούν μ’όλη τη γύφτικη τους άπλα τη μαγαζατόρισσα με το ξυσμένο ξανθό μαλλί το σφιχτό ροζ χείλι και το κινητό στο χέρι που την άδειασε .
Τώρα θα σε φτιάξω μωρή δίπλα είναι το τμήμα τώρα τους παίρνω ο διοικητής είναι φίλος μου θα σε χώσω μέσα παλιοπουτάνα να σαπίσεις άρχισε να ουρλιέται από πίσω της η ψιλικατζού σφράγιζοντας μόλα τα πρέποντα χαρτόσημα την καταγγελία για το αγέρωχο βάδην
Δε ξέρω ποια να ΄ταν που τη γύρισε … το πηλίκιό του στην καρέκλα και τα σάλια του που μαγάρισαν τα δάκρυά της το μαυρισμένο μάτι ο εμετός και τα δόντια τα φτυσμένα στο σοκάκι το τρελάδικο που θελε δήλωση μόνιμης κατοικίας θαρρείς τοίχους θα γιάτρευε το βρεφούδι της που το παράχωσε στα γρήγορα… μέσα μέσα τους γύρισε να καταπιεί τα κόκαλά του και να της φτύσει τα χώματα με τα χύσια του στους μαρμαρινους καλογυαλισμένους τάφους της χοντρέμπορους γαρύφαλλων για το βραδυνό της μεροκάματο …τ’ άντρωσε τ’ άντρωσε με μιας το βρεφούδι της να τη δικαιώσει που δεν μπόρεσε να τ΄ασπροντύσει…ανίερη και ανόσια μάνα γενιάς λασπωμένης απ το μαύρο της πανήγυρης…δεν ξέρω ποια…μια γύφτισσα ήταν…ίδιες όλες τους αδακά τις έχω να μου στραπατσάρουν τη φάτσα όχι με τα λόγια τους όχι μα με κείνον τον ταυρίσιο αέρα που σηκώνουνν σε κάθε τους κοίταγμα