Θέλω καιρό να την πω την ιστορία, αλλά μια το να μια το άλλο... ξέρετε το ρουλιώ μπουρου μπούρου από δα μπουρου μπουρου απα κει δεν απόσωσα η μαύρη. Μα σήμερα την ξαναθυμήθηκα και της το υποσχέθηκα απ το πρωί. Άκου clelia να σου πω πώς...πώς σε βρήκα
Εκεί γύρω στο Φλεβάρη πήρε τη μάνα ο Φώτης τηλέφωνο, ο αδερφός της ο μικρός. Αραιά και που, την έπαιρνε τηλέφωνο...το Χρυσουλιώ δε, ποτέ, χούι οικογενειακό η κακή σχέση με το τηλέφωνο, ούλο το παλάτι μενα στόμα μια φωνή ΩΧΧΧΧΧΧ αναφωνεί στο πρώτο ντριν.Μαγαπιόνταν τα δυο τους και μετά το πρώτο ΩΧΧΧΧ το Χρυσουλιώ χαμογέλασε, με το που άκουσε τη φωνή του μικρού.
-Έλα αδερφή τι μου κάνεις;
-Καμώνομαι, σαν τι να κάνω; είπε με τα συνήθη κέφια και γλυκόλογα το Χρυσουλιώ.
Σεμάς έλεγε από καμμιά ιστορία για το αδέρφι της, το μικρό και πως τον έπαιρνε και πηγαίναν σινεμά και στην παραλία για βόλτα και σπόρια και πόσο τον αγαπούσε μόνο αυτόν από τη φύτρα της κι ας ήταν αυτός ο μικρός που, μόλις γεννήθηκε την εδώκανε στον Αμερικάνο για υιοθεσία. Σε μας τάλεγε, στο μικρό τον ίδιο μούγκα...ο μικρός, βέβαια τα ζησε...φαινόταν να τα θυμάται, τη νοιαζότανε τη μάνα...αλλά πες κι εσύ βρε Χρυσουλιώ, πες νανοίξουν οι καρδιές...λακωνικό το Χρυσουλιώ ανέκαθεν και θυμωμένο...με τη ζωή θυμωμένο.
- Ξέρεις γιατί σε πάιρνω αδερφή...για την Αρλέτα σε παίρνω...άκουσες στις ειδήσεις, ανευρισμα είπαν...εγκεφαλικό είπαν, πάντως σαν το Μάχο μας, τακουσα και συγκινήθηκα, χαροπαλεύει λέει σαν το Μάχο μας,τότε, αλλά μπορεί να την κερδίσει τη μάχη όπως το παιδί μας...δόξα το θεό τι αγωνία τραβήξαμε, τακουσα στις ειδήσεις, είναι απ τις αγαπημένες μου, μεγαλώσαμε με την Αρλέτα και σε θυμήθηκα αδερφή.
Το Χρυσουλιώ, βέβαια θόλωσε θυμήθηκε τα προπέρσινα, το γιο της στην εντατική ναργει να ξυπνήσει και κείνη να κοιτάει τα παπούτσια της και μόνο το παιδί μου, το παιδί μου να λέει...ποια Αρλέττα να συναισθανθεί και να θυμηθεί και να τραγουδήσει, μον να ξεχάσει ήθελε κι ο μικρός της τα θύμισε και ...φυσικά τον πρόγκηξε!
-Τι τα θες τώρα και τα θυμάσαι μια χαρά ειν το παιδί τώρα, άσε με και συ με την Αρλέτα περαστικά της γυναίκας, αλλά τι μπορώ να κάνω εγώ, μη μου τα θυμίζεις κι έχω κι ένα κάρο άλλα...και του κλεισε το τηλέφωνο του αδερφού, στη μάπα κατά το χρυσούλιο στυλ.
Είχε μια αγωνία το Χρυσουλιώ να δώσει λύση στα πάντα...δε θέμε λύση ρε μάνα, δε μπορείς να δώσεις λύση σ'όλα, μον άκου μας, να μας ακούσεις θέμε...δύσκολο πράμα το ακούειν, αδέρφια!
Κι έμεινε από κείνη τη μέρα του Φλεβάρη μια θλίψη για την Αρλέτα γιατί και γω μαζί της μεγάλωσα(αν), αλλά και ένα ευχάριστο συναίσθημα, γιατί βρεθήκαμε με το Φώτη, το μικρό, 20 χρόνια μεγαλύτερό μου, ανακαλύπτοντας ότι μας συγκινούν τα ίδια τραγούδια, οι ίδιες μουσικές τα ίδια λόγια.
Και κει κάπου τον Απρίλη σε συνάντησα clelia στου Αλουφάκιου( να γιατί σε λέω αφεντικό, ρε χαμένο) να κάνεις ένα σχόλιο δε θυμάμαι, πια για τι, αλλά θυμάμαι πως ήρθα και σε βρήκα κι έκατσα ένα πρωινό και διάβασα κι άκουσα και τραγούδησα και θυμήθηκα και γέλασα κιέκλαψα, κοπέλα. Κι ήθελα να πάρω τηλέφωνο το Φώτη, το μικρό να του τα πω, πώς πάει καλά η Αρλέτα το λέει η clelia και θα γίνει καλά να μην ανησυχεί και θα μας τραγουδήσει, αλλά που να τα πεις όλαυτά στο τηλέφωνο που να τα χωρέσεις τα χρόνια και τα τραγούδια και το νοσοκομείο και την αγωνία και τα γέλια και τα κλάμματα στο τηλέφωνο, μπροστά πρέπει να τον έχεις τον άλλο να τον εβλέπεις, τα μάτια του να βλέπεις.
Και την άλλη μέρα σα νακουσε ο Φώτης κι ήρθε στη Σαρκοζί και τον ετσάκωσα. Απ τα μούτρα κανονικά και του λεγα και του λεγα clelia και για σένα και για την Αρλέτα και το νοσοκομείο και τα τραγούδια της, όλα τα πα clelia, μονοκοπανιά κι ο Φώτης χαμογελούσε και το υπόλοιπο παρεάκι κοιτούσε απορρημένο με ύφος, σάλταρε η ξανθιά.
Και μπουκάρει στην κουβέντα ξαφνικά 30νταρης νέος και ρίχνει την ερώτηση..."Ποια είναι ρε παιδιά τούτη η Αρλέτα που ανησυχείτε για την υγεία της, συγγενής μακρινή, φίλη τι την έχετε και μπούρου μπούρου μας ζαλίσατε τόση ώρα;"
Και παίρνει τη μπάλα ο Φώτης κορίτσι..."'Ακου, μικρέ να μαθαίνεις" του λέει και ξετυλίγει το κουβάρι και λέει για το φανταρικό του που πήγε και την είδε 20 χρονών με την κιθάρα της μες στη δικτατορία να τραγουδάει Θεοδωράκη και γω να το χω διαβάσει σε σένα χθες και να λέει για το μπαρ το ναυάγιο και γω να το χω ακούσει σε σένα χθες και να λέει και ναλέει ο Φώτης για τα νιάτα του να λέει... κι ο μικρός να τον κοιτά με την ίδια απορία και να κουνάει το κεφάλι με βλέμμα το χασε ο θείος.
Να σαι καλά κορίτσι, πολύ σευχαριστώ
Τετάρτη 11 Ιουνίου 2008
Και φίκι, ρίκι... φίκι, ρίκι... φίκι, ρίκι είπε το φιρίκι!
Στο μαρούλι το πε μα κοιτούσε το πεπόνι
μη μας πιριγιλούν κιόλας...
και πόνι πόνι ειπε το πεπόνι
στο λαχανάκι το πε μα κοιτούσε το ραδίκι
μη μας πιριγιλούν κιόλας...
και δίκι δίκι δίκι είπε το ραδίκι
στο κέρατο την πιπεριά το πε, μα κοιτούσε το λεμόνι
και ρια,ριαρια σιγοτραγούδησε η πιπεριά και μόνι μόνι το λεμόνι
και παπαπά πάπαπια είπε η πάπια και βούτηξε στη λίμνη
Απαπά... παπά είπε το παπικουλίνι το κίτρινο... βαθιά παραζάλη είπε στο λαχανόκηπο σήμερις και βούτηξε κι αυτό να κάμει παρέα στην πάπια
μη μας πιριγιλούν κιόλας...
και πόνι πόνι ειπε το πεπόνι
στο λαχανάκι το πε μα κοιτούσε το ραδίκι
μη μας πιριγιλούν κιόλας...
και δίκι δίκι δίκι είπε το ραδίκι
στο κέρατο την πιπεριά το πε, μα κοιτούσε το λεμόνι
και ρια,ριαρια σιγοτραγούδησε η πιπεριά και μόνι μόνι το λεμόνι
και παπαπά πάπαπια είπε η πάπια και βούτηξε στη λίμνη
Απαπά... παπά είπε το παπικουλίνι το κίτρινο... βαθιά παραζάλη είπε στο λαχανόκηπο σήμερις και βούτηξε κι αυτό να κάμει παρέα στην πάπια
Κος Αλί κος...τρέχα να προλάβεις
Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα τουρκάκι. Αλπέρ το λέγανε και ήταν ξανθό άσπρο και γαλανομματικό κι είχε και μια μύτη σου γκανταρ,καμποσούτσικη. Γεννημένος στα χωριά του γιακά,στους πρόποδες της Ροδόπης... γκιουμουλτζίνε ταραφαντάν, μα σχολείο τον έστειλε ο Γιουσούφ ο πατέρας του κασαμπαντάν, στην πόλη για καλύτερα.Στην πόλη πομάκο τον ελέγανε και μυταρά, γκαγκανόπαιδο και θύμωνε ο ξανθός γιατί τον λέγαν χωριάτη και θύμωνε και κοκκίνιζε κι ίδρωνε και πεταγόταν η φλέβα του στο δεξί μυνήγγι όταν θύμωνε, και μεγάλωνε.
Σαν κουρσούμι μεγάλωνε δούλευε στα καπνά και κάθε χρόνο πιο κουρσούμι γινόταν. Κοντός και σφιχτός γεροδεμένος, ντεμίρ κιμπί τσοτζού τον έλεγε η αννέ, μπενίμ τσοτζούμ έλεγε η μάνα του και πήγαινε να τον φιλήσει κι αυτός τραβιότανε δεν ταθελε τα φιλιά και τις αγκαλιές και μεγάλωνε ο ξανθός.
Και κος Αλί κος, τρέχα να προλάβεις διάβαζε στο βιβλίο του στο σχολειο και γιασασίν Τουρκιέ και γιασασίν Ατατούρκ, βρε καλως τα τουρκάκια τους έλεγε ο περιπτεράς δίπλα απ το σχολείο κι ο οδηγός του λεοφωρείου όταν γυρίζαν στο χωριό και ευχαριστιόταν ο Αλπέρ που δεν τον λέγαν πομακάκι και κος Αλπέρ κος έλεγε όταν έπαιρνε τα βουνά κι έτρεχε το απόγευμα, κος, τρέχα να προλάβεις να μεγαλώσεις κος Αλπέρ κος κι έτρεχε και μεγάλωνε ο μωαμεθανός, έτσι τους έλεγε ο δάσκαλος στο σχολείο.Δικαια πράματα, νόμιμα,τα συμφωνήσαμε έλεγε ο δάσκαλος... δανεικά είναι αυτά και πρέπει να τα γυρίσουμε. Και σούρτα φέρτα πάνω κάτω, πάνω κάτω το κουτσοέβγαλε το δημοτικό το τουρκάκι κι αποφάσισε ο Γιουσούφ να τον στείλει στην Προύσα στην αδερφή του για το γυμνάσιο για καλύτερα και μεγάλωνε το τουρκάκι μόναχο.
Γιουνάν τον ελέγανε στην Προύσα και πότε πότε γκιαούρ και θύμωνε ο Αλπέρ και κοκκίνιζε και μπερδευόταν κι ήθελε πίσω να γυρίσει, μα υπομονή του λεγε η αννέ στο τηλέφωνο έπς ολα τζακ, όλα θα γίνουν τσοτζούμ, θα μεγαλώσεις, να μάθεις να μπεις στο πανεπιστήμιο του λεγε μη γυρίσεις γιαβρούμ του λεγε, για καλύτερα. Και σούρτα φέρτα μόνο στα μπαϊράμια και τα καλοκαίρια γύριζε το ξανθό στο χωριό κι έπαιρνε τα βουνά κι έτρεχε να προλάβει και μεγάλωνε.
Πρόλαβε, βαλά, αλήθεια πρόλαβε την άνοιξε τη μεγάλη πόρτα μαζί με άλλους γιουνάνηδες από εσκίτζε και γκιουμουλτζίνε ταραφαντάν, άνοιξε η μάνα πατρίδα την αγκαλιά της και τους καλωσόρισε γιασασίν τουρκιέ τους είπε και τους πέρασε όλους στο πανεπιστήμιο και τους πλακώσαν τα μεγάλα τα βιβλία τους γκιαούρηδες και κος Αλπέρ κος τρέχα να προλάβεις να μάθεις όσα δε σου μαθαν να ξεμπερδέψεις όσα σου καναν αχταρμά να καταλάβεις να μάθεις γκιαούρη, γιατί γιουνάν ακίλ σόνραντα γκελίρ, το ξερε η μαμά πατρίδα... από μετά του ρχεται το μυαλό του Γιουνάνη.
Και κάποτε κάποτε δεν του ρχεται καθόλου , ούτε από μετά και μένει στον αχταρμά σαν τον Αλπέρ και τίποτα δεν ήρθε απ το επς όλα τζακ της αννέ και κοσμα είπε ο Αλπέρ γιετέρ, φτάνει το τρέξιμο και το παράτησε το κουβάρι μπερδεμένο αχταρμά και κρυφογέλαγε η μαμά πατρίδα που το γάμησε το παιδί της το γκιαούρη μια φορά ακόμα.
Υ.Γ. Ρε παιδιά...πόσο, πόσο η μπάλλλα; Τι 2-0...άντε ρε δε το πιστεύω...δεν πέτυχε το συντήρηση και άμυνα...μα γιατί, αφού ήταν πετυχημένη συνταγή...και τώρα...πανικός κι ομίχλη;...Περαστικά μας αδέρφια, επς ολα τζακ μωρέ, όλα θα γεννούν κάποια στιγμή, υπομονή...συντήρηση και άμυνα εμείς!
Υ.Γ. κι άλλο... Και το άσμα επανάληψη για εμπέδωση...ένα ΟΦΦΦΦΦΦΦΦ , άμα κάνω λέει ο Τούρκος ταπέναντι βουνά θενα πέσουνε...τώρα με τις πολυκατοικίες ολούθε που θενα παέννει το ΟΦΦΦΦΦΦΦ, μπακαλούμ...άντε να διούμε με τα ντβάρια
Get your own playlist at snapdrive.net!
Σαν κουρσούμι μεγάλωνε δούλευε στα καπνά και κάθε χρόνο πιο κουρσούμι γινόταν. Κοντός και σφιχτός γεροδεμένος, ντεμίρ κιμπί τσοτζού τον έλεγε η αννέ, μπενίμ τσοτζούμ έλεγε η μάνα του και πήγαινε να τον φιλήσει κι αυτός τραβιότανε δεν ταθελε τα φιλιά και τις αγκαλιές και μεγάλωνε ο ξανθός.
Και κος Αλί κος, τρέχα να προλάβεις διάβαζε στο βιβλίο του στο σχολειο και γιασασίν Τουρκιέ και γιασασίν Ατατούρκ, βρε καλως τα τουρκάκια τους έλεγε ο περιπτεράς δίπλα απ το σχολείο κι ο οδηγός του λεοφωρείου όταν γυρίζαν στο χωριό και ευχαριστιόταν ο Αλπέρ που δεν τον λέγαν πομακάκι και κος Αλπέρ κος έλεγε όταν έπαιρνε τα βουνά κι έτρεχε το απόγευμα, κος, τρέχα να προλάβεις να μεγαλώσεις κος Αλπέρ κος κι έτρεχε και μεγάλωνε ο μωαμεθανός, έτσι τους έλεγε ο δάσκαλος στο σχολείο.Δικαια πράματα, νόμιμα,τα συμφωνήσαμε έλεγε ο δάσκαλος... δανεικά είναι αυτά και πρέπει να τα γυρίσουμε. Και σούρτα φέρτα πάνω κάτω, πάνω κάτω το κουτσοέβγαλε το δημοτικό το τουρκάκι κι αποφάσισε ο Γιουσούφ να τον στείλει στην Προύσα στην αδερφή του για το γυμνάσιο για καλύτερα και μεγάλωνε το τουρκάκι μόναχο.
Γιουνάν τον ελέγανε στην Προύσα και πότε πότε γκιαούρ και θύμωνε ο Αλπέρ και κοκκίνιζε και μπερδευόταν κι ήθελε πίσω να γυρίσει, μα υπομονή του λεγε η αννέ στο τηλέφωνο έπς ολα τζακ, όλα θα γίνουν τσοτζούμ, θα μεγαλώσεις, να μάθεις να μπεις στο πανεπιστήμιο του λεγε μη γυρίσεις γιαβρούμ του λεγε, για καλύτερα. Και σούρτα φέρτα μόνο στα μπαϊράμια και τα καλοκαίρια γύριζε το ξανθό στο χωριό κι έπαιρνε τα βουνά κι έτρεχε να προλάβει και μεγάλωνε.
Πρόλαβε, βαλά, αλήθεια πρόλαβε την άνοιξε τη μεγάλη πόρτα μαζί με άλλους γιουνάνηδες από εσκίτζε και γκιουμουλτζίνε ταραφαντάν, άνοιξε η μάνα πατρίδα την αγκαλιά της και τους καλωσόρισε γιασασίν τουρκιέ τους είπε και τους πέρασε όλους στο πανεπιστήμιο και τους πλακώσαν τα μεγάλα τα βιβλία τους γκιαούρηδες και κος Αλπέρ κος τρέχα να προλάβεις να μάθεις όσα δε σου μαθαν να ξεμπερδέψεις όσα σου καναν αχταρμά να καταλάβεις να μάθεις γκιαούρη, γιατί γιουνάν ακίλ σόνραντα γκελίρ, το ξερε η μαμά πατρίδα... από μετά του ρχεται το μυαλό του Γιουνάνη.
Και κάποτε κάποτε δεν του ρχεται καθόλου , ούτε από μετά και μένει στον αχταρμά σαν τον Αλπέρ και τίποτα δεν ήρθε απ το επς όλα τζακ της αννέ και κοσμα είπε ο Αλπέρ γιετέρ, φτάνει το τρέξιμο και το παράτησε το κουβάρι μπερδεμένο αχταρμά και κρυφογέλαγε η μαμά πατρίδα που το γάμησε το παιδί της το γκιαούρη μια φορά ακόμα.
Υ.Γ. Ρε παιδιά...πόσο, πόσο η μπάλλλα; Τι 2-0...άντε ρε δε το πιστεύω...δεν πέτυχε το συντήρηση και άμυνα...μα γιατί, αφού ήταν πετυχημένη συνταγή...και τώρα...πανικός κι ομίχλη;...Περαστικά μας αδέρφια, επς ολα τζακ μωρέ, όλα θα γεννούν κάποια στιγμή, υπομονή...συντήρηση και άμυνα εμείς!
Υ.Γ. κι άλλο... Και το άσμα επανάληψη για εμπέδωση...ένα ΟΦΦΦΦΦΦΦΦ , άμα κάνω λέει ο Τούρκος ταπέναντι βουνά θενα πέσουνε...τώρα με τις πολυκατοικίες ολούθε που θενα παέννει το ΟΦΦΦΦΦΦΦ, μπακαλούμ...άντε να διούμε με τα ντβάρια
Get your own playlist at snapdrive.net!
Δευτέρα 9 Ιουνίου 2008
Κυριακή 8 Ιουνίου 2008
Σάββατο 7 Ιουνίου 2008
Νιουκήουσαουτεου! Μπραουβόου!
Νικήσατε! Μπράβο!Νικήσατε στο όλα ή τίποτα. Σας ζόρισε λίγο στο τέλος, αλλά υπήρξατε βράχος, παίχτης σωστός...αφού το ξέρατε ΔΕΝ το παιδί αυτό...φαινόταν το πράμα, πάνω πάνω φυτεμένο...οι ρίζες του φαινόταν το κακό στη ρίζα του φαίνεται κι εφτά γενιές κρατάει...κι η θκη του η γενιά, φαινόταν κακορίζικη...αλλά και το κεφάλι στόκος κι αυτό φαινόταν, ξανθό κι αλαφρύ...και το ψάρι απ το κεφάλι του βρωμάει κι αυτό το ξέρατε...τι τα θιες, τι να περιμένεις, μπαμ έκανε το πράμα και το ξεμπροστιάσατε το σμπρώξατε να φανεί και ζητήσατε όλα τα ζητήσατε, σαν παιχνίδι το κάνατε για να ταιριάζει του παιδιού, παιχνιδιάρικα ζητήσατε, πες μου του πατε στα φαλαινέζικα...ναι μωρέ στα φαλαινέζικα σαν τη Ντοριν τη γλωσσού από το Νέμο το ψαράκι που μιλούσε φαλαινέζικα για να γελάσουν κι έλεγε θαουλάουσσαού αουρέουσει ουμου πουουλυου και κανείς δεν καταλάβαινε κι όλοι γέλαγαν με τη Ντόριν και τις σαχλαμάρες της...κι έλεγε και γέλαγαν ...και ξεχνούσε το Ντορινάκι για που ξεκίνησε και που θε λα παένει και χανόταν και μιλουσε μιλουσε ακατάπαυστα και γελούσαν όλοι με την τρελλή τη Ντόριν... πες μου πως ακούγεται στα φαλαινέζικα η θάλασσα στο ταξίδι, της είπατε, στα κύματα πες μου και κείνο τα χασε...τι με ρωτάει, μαρέσει αυτό που με ρωτάει για θάλασσα με λέει και για ταξίδι...μα στα φαλαινέζικα;αστείο θα γίνει...να γελάσει θέλει, στα κύματα; στο ταξίδι; πως να το πεις πως ακούγεται...διαφορετικό είναι κάθε φορά άλλο, αλλιώς ακούγεται μέσα στο νερό, αλλιώς έξω, αλλιώς με φουρτούνα αλλιώς με μπουνάτσα, ακούγεται...άστα άστα τρελοντόριν δικαιολόγίες, άστα πες δε ξέρω της είπατε...οούχιου είπε η Ντόριν ξεουρωου...στα φαλαινέζικα που σας άρεσαν το πε μπας και γελάσετε, αλλά εσείς εκεί...πες το Ντορινάκι,αν το ξέρεις πέστο...δεν το χεις μικρό σαι Ντορινάκι και φανφαρόζικο μοναχά, δεν το χεις το ταξίδι...μα ναου σαςου πωου γιαου τουςου γλαουρουςου γιαυτούς να σας πω είναι πιο εύκολο,για τον ήλιο, για την αρμύρα να σας πω... για τον ήχο πως...δε χωράει σε μια λέξη δε χωράει ο ήχος η θαουλαουσσαου μουου δε χωράει, θέλει...άστα άστο Ντόριν δε θέλεις δε ξέρεις δεν μπορείς να τον ακούσεις τον ήχο της θάλασσας,δεν τον ενιώθεις της είπατε...μα θέλει να κοουλυουμπάςου καιου ναου αουκουους τηου, μόνο έτσι μπορώ να σας πω...αηδίες Ντόριν δε ξέρεις, δε νιώθεις τη θάλασσα, αλλιώς θα ξερες,θα το λεγες για τίποτα δεν είσαι Ντορινάκι και σταμάτα να μιλάς...αστεία γίνεσαι, τρελοντόριν...σε νίκησα, άμαθη είσαι...σου δωσα μια ευκαιρία... άξια δεν είσαι να μου το πεις, σε ξεμπρόστιασα
Παρασκευή 6 Ιουνίου 2008
Γεμιστά με μπόλικο κρεμμύδι
Ορέχτηκε βρε τζάνεμ, γεμιστά με κρεμμύδι μπόλικο και δυόσμο απ τη γλάστρα φρέσκο ψιλοκομμένο και αλατάκι και πιπεράκι μπόλικο... τσιμπημένο αν δεν είναι σταλάτι το φαί...χόρτο, όλα τα φαγιά ίδια γέννουνται.
Ντομάτες γλυκές και πιπέρια πράσινα στυφά μα και κόκκινα, τα κέρατα...πως τα λέτε, πιπεριές Φλωρίνης πιστημονικά δεν τα λιέτε...τέλως πάντων όπως και ναναι και πιπέρια κόκκινα στα γεμιστά να βάνετε και θα τα γλυφετε ένα, ένα τα δαχτυλάκια σας.Κι όχι κιμάδες κι αηδίες στα γεμιστά... είν ανάλαφρα αυτά, γιαλαντζί καλοκαιρινά μην τα βαραίνετε για θα σας κάτσουν στο στομάχι...είν που ναι βαριές οι στυφές άμα τα παραγιομίσεις και με τον κιμά, γκιουλ μπαχτσες φορτωμένος μαγκάθια θα γενεί το στομαχάκι σας...μη μωρέ μη το παιδεύετε κι ένα το χουμε κι ευαισθητούλη.
Μα το κρεμμύδι μην το λυπάστε, μπόλικο, βαλά μπόλικο και χοντροκομένο, στο ρεντέ το κρεμμύδι να το πιάνει το δόντι, με το χέρι το κρεμμύδι και το παράθυρο ανοιχτό να παίρνει την αψάδα και να στεγνώνει τα δάκρυα και τον ιδρώτα. Και να τρίβεις και να κλαις και ναλαφρώνεις, από πάνω... ταμ από πάνω απ το ρεντε συγκεντρωμένη απόλυτα στο κρεμμύδι, μη φάμε και κανα δάχτυλο κι άμα στάξει και δάκρυ και ιδρώτας αρμυρός στη γέμιση, τότενες να δγιεις νοστιμιά, με φροντίδα μαγάπη νοστιμεύει το φαί...κάντε το θα με θυμηθείτε,ειν από σίγουρη πηγή η συνταγή, η Λωξάντρα το λεγε... λεζετλί ταμ λεζετλί θα γενεί το γεμιστό σας.
Κι αφού ορέχτηκε το Χρυσουλιώ και το πε δε της χαλνάμε χατήρι κι ειν και ταλαιπωρημένο και μας τρόμαξε ψες, πολύ μας τρόμαξε και πρώτη φορά είπε πως τρόμαξε κι αυτό το ατρόμητο...πόσο σε ζόρισες και μας ζόρισες ρε μάνα μαυτό το ατρόμητο το ακλόνητο το σωστό, που να τον χωρέσουμε το φόβο μας, νέρντε κι είμασταν μικρά και φοβόμασταν και που να τολμήσεις να το πεις, κιμε ανατίρσιν, μπε...πως ξεχνάτε ρε γαμώτο πως ξεχνάτε σεις... ακόμα και τώρα που πήγε να μας φύγει και την έχασα τη γη κάτω απ τα πόδια μου ακόμα τώρα δεν μπορώ να πω άστα πέρασαν... τώρα είναι αλλιώς και φοβάμαι πόσο φοβάμαι μη μου φύγει και δεν προλάβω να της το πω, δεν προλάβω να το νιώσω.
Έλα μου, έλα μου Χρυσουλιώ τα γεμιστά να φκιάσουμε που τα ξέρεις, μαμά μου εσύ θα λες πως κι εγώ θα σακούω κιχ δε θα βγάλω και θα προσποιηθώ σήμερα πως δεν ξέρω παιδάκι θα γίνω ξανά για σένα μαμά μου γιατί εισαι πονεμένη και ταλαιπωρημένη και φοβισμένη και σήμερα μου το πες και μοιάζουμε σήμερα μαμά μου, ίδιες είμαστε
Υ.Γ. Αν και το Χρυσουλιώ ζήτησε το "Γύφτισσα τον εβύζαξε" κι ήξερε και για το δεκάλογο του γύφτου και πως είναι σέρβικο λέει το άσμα...το Ρουλιώ ντιπ δεν ήξευρε ούτε το ήβρε...αν ξεύρει μπρε κανείς σφυράτε!
Ανταυτού συνταγές μαγειρικής...παέννει στο Χρυσουλιώ
Ντομάτες γλυκές και πιπέρια πράσινα στυφά μα και κόκκινα, τα κέρατα...πως τα λέτε, πιπεριές Φλωρίνης πιστημονικά δεν τα λιέτε...τέλως πάντων όπως και ναναι και πιπέρια κόκκινα στα γεμιστά να βάνετε και θα τα γλυφετε ένα, ένα τα δαχτυλάκια σας.Κι όχι κιμάδες κι αηδίες στα γεμιστά... είν ανάλαφρα αυτά, γιαλαντζί καλοκαιρινά μην τα βαραίνετε για θα σας κάτσουν στο στομάχι...είν που ναι βαριές οι στυφές άμα τα παραγιομίσεις και με τον κιμά, γκιουλ μπαχτσες φορτωμένος μαγκάθια θα γενεί το στομαχάκι σας...μη μωρέ μη το παιδεύετε κι ένα το χουμε κι ευαισθητούλη.
Μα το κρεμμύδι μην το λυπάστε, μπόλικο, βαλά μπόλικο και χοντροκομένο, στο ρεντέ το κρεμμύδι να το πιάνει το δόντι, με το χέρι το κρεμμύδι και το παράθυρο ανοιχτό να παίρνει την αψάδα και να στεγνώνει τα δάκρυα και τον ιδρώτα. Και να τρίβεις και να κλαις και ναλαφρώνεις, από πάνω... ταμ από πάνω απ το ρεντε συγκεντρωμένη απόλυτα στο κρεμμύδι, μη φάμε και κανα δάχτυλο κι άμα στάξει και δάκρυ και ιδρώτας αρμυρός στη γέμιση, τότενες να δγιεις νοστιμιά, με φροντίδα μαγάπη νοστιμεύει το φαί...κάντε το θα με θυμηθείτε,ειν από σίγουρη πηγή η συνταγή, η Λωξάντρα το λεγε... λεζετλί ταμ λεζετλί θα γενεί το γεμιστό σας.
Κι αφού ορέχτηκε το Χρυσουλιώ και το πε δε της χαλνάμε χατήρι κι ειν και ταλαιπωρημένο και μας τρόμαξε ψες, πολύ μας τρόμαξε και πρώτη φορά είπε πως τρόμαξε κι αυτό το ατρόμητο...πόσο σε ζόρισες και μας ζόρισες ρε μάνα μαυτό το ατρόμητο το ακλόνητο το σωστό, που να τον χωρέσουμε το φόβο μας, νέρντε κι είμασταν μικρά και φοβόμασταν και που να τολμήσεις να το πεις, κιμε ανατίρσιν, μπε...πως ξεχνάτε ρε γαμώτο πως ξεχνάτε σεις... ακόμα και τώρα που πήγε να μας φύγει και την έχασα τη γη κάτω απ τα πόδια μου ακόμα τώρα δεν μπορώ να πω άστα πέρασαν... τώρα είναι αλλιώς και φοβάμαι πόσο φοβάμαι μη μου φύγει και δεν προλάβω να της το πω, δεν προλάβω να το νιώσω.
Έλα μου, έλα μου Χρυσουλιώ τα γεμιστά να φκιάσουμε που τα ξέρεις, μαμά μου εσύ θα λες πως κι εγώ θα σακούω κιχ δε θα βγάλω και θα προσποιηθώ σήμερα πως δεν ξέρω παιδάκι θα γίνω ξανά για σένα μαμά μου γιατί εισαι πονεμένη και ταλαιπωρημένη και φοβισμένη και σήμερα μου το πες και μοιάζουμε σήμερα μαμά μου, ίδιες είμαστε
Υ.Γ. Αν και το Χρυσουλιώ ζήτησε το "Γύφτισσα τον εβύζαξε" κι ήξερε και για το δεκάλογο του γύφτου και πως είναι σέρβικο λέει το άσμα...το Ρουλιώ ντιπ δεν ήξευρε ούτε το ήβρε...αν ξεύρει μπρε κανείς σφυράτε!
Ανταυτού συνταγές μαγειρικής...παέννει στο Χρυσουλιώ
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)


