Κυριακή, 24 Φεβρουαρίου 2008

Ο ξάδερφος.


Τα νέα κυκλοφόρησαν γρήγορα στο πουστοχώρι. Έτσι, έφτασε να λέει στα εξήντα του τη γενέθλια γη ο πατέρας με πόνο και θλίψη γι΄αυτήν, που τον συντρόφευαν από παιδί.

«Ο παππούς τυφλώθηκε». Ο παππούς ήταν ο μεγάλος ξάδερφος είκοσι χρόνια μεγαλύτερος από τον μπαμπά μας και από τότε, που τον πατέρα του τον σκότωσαν οι Γερμανοί, προστάτης της οικογένειας. Ο τωρινός 80χρονος, σύμφωνα με τα νέα, τυφλός παππούς ήταν κάποτε ο φόβος και ο τρόμος.

Βουνό, κακοτράχαλο σαν τον τόπο τους. Μέσα, όξω. Μάστορας, χτίστης και πετράς. Με κάτι χέρια εντυπωσιακά, σαν κουπιά. Είχε χτίσει πολλά σπίτια στο χωριό τα περισσότερα στη δικιά τους γειτονιά, στον πάνω μαχαλά, όπου έμεναν οι μη νομαδικές οικογένειες του χωριού, οι αυτοαποκαλούμενοι Γκρέκοι.

Υπήρχε μια υφέρπουσα κόντρα στο χωριό, μεταξύ κάτω και πάνω μαχαλά, μεταξύ Βλάχων και Γκρέκων. Η κόντρα αυτή εκφραζόταν από τον μάστορα ξάδερφό άλλοτε κόσμια, για τα ορεσίβια ήθη « Οι Βλάχοι επειδή φκιάνουν τυρί, νομίζουν ότι μπορεί να φκιάσουν και σπίτι. Φκιάστε, μωρέ ζλάπια γιαγούρτ’ πρώτα κι αφήστε την πέτρα στους μαστόρους» κι άλλοτε, χωρίς προσχήματα « Άμα δεις στο δάσος, καμάρι μου ένα φίδι κι ένα Βλάχο, πάτα τονε κάτω το Βλάχο κι ας το φίδι να φύγει».

Χοντρό χιούμορ, αγριάδα και αίσθημα αυτοσυντήρησης στο πικ , πλαισιωμένα από μια ακατάπαυστη διάθεση για μασλάτια συνέθεταν το χαρακτήρα του ξαδέρφου.
Οι ιστορίες του ατελείωτες. Μας τις αφηγούνταν, πότε ο ίδιος , πότε ο πατέρας, με την ίδια πάντα γλαφυρότητα και το απαραίτητο αξάν του πουστοχωρίου.

Στον ξάδερφο άρεσαν, εκτός από τα μασλάτια και οι γυναίκες. Οι άσπρες και αφράτες. Οι φράπες. Του άρεσαν, περίεργα, άγρια… ορεσίβια.

«Μια φορά και έναν κιρό είπι ένας μπάμπος να βρει μια μπάμπω. Την Κυριακή, μετά που απώλεσε η εκκλησιά, του φέρνει μια μπάμπω η μάνα τ’… Ήταν μια κοντή, αδύνατη ξερακιανή με κατιβασμένο το κιφάλι και το φακιώλι της δεμένο στραβά με τη μια άκρη του κόμπου του να πετιέται προς τα πάνω. Σαν κέρατο. Να έτς αγιά.» συμπλήρωνε και έδειχνε τη θέση του κεράτου της μπάμπως στο κεφάλι του, με το δείχτη του να κοιτάει το ταβάνι. «Και να μην τα πολυλογούμι»…συνέχιζε «Πάει η μάνα τ’ να ψήσει τον καφέ και μένει ο μπάμπος με τη μπάμπω στον καλόν οντά. Ο ένας στο ένα μιντέρι κι ο άλλος στο άλλο. Να ετς αγιά, όπως ιμείς καλή ώρα.» κι έδειχνε το στερνοπούλι μας.

Η μικρή μας, είχε ακούσει της περισσότερες ιστορίες. Τον αγαπούσε, γελούσε με τις ιστορίες του. Κι όσο εκείνη γελούσε, τόσο ο ξάδερφος έλεγε. Έπαιζαν και κολτσίνα. Μόλις ο ξάδερφος έβλεπε πως έχανε το παιχνίδι, χαλούσε την παρτίδα και ξαναμοίραζε τα φύλλα. Το καμάρι ήταν μικρό, δεν καταλάβαινε, ούτε την πείραζε. Αυτή να παίξει, ήθελε, μόνο. Εκεινού, όμως, δεν του άρεσε να χάνει. Μεγαλώνοντας η μικρή μας κατάλαβε τι παίζει και άφηνε τον παππού να κερδίζει. Έκτοτε, όσο το στερνοπούλι ήταν στο χωριό, ο παππούς χανόταν απ’ τον καφενέ.

Τ’ αγαπούσε πολύ το στερνοπούλι… όλα τα παιδιά, γι’ αυτό κι όταν είδε κι απόειδε, αποφάσισε να υιοθετήσει τον ανιψιό του που έμενε στο διπλανό χωριό. Το ανακοίνωσε στη γυναίκα του Ο αδερφός του είχε τρία, ζωή να χουν, δυο πιδιά κι ένα κουρίτσι, όπως έλεγαν στα πουστοχωρίτικα. Μπορούσε να του δώσει το ένα. Απλά πράγματα. Βαλίτσες οι άνθρωποι...ανέκαθεν στη ψωροκώσταινα!

«Και να μην τα πολυλογούμι προσπαθούσε ο μπάμπος ο καημένος να δει την μπάμπω μα δεν τα κατάφερνε. Βλέπεις η μπάμπω ήταν ντροπαλή και σοφαρή. Να μην μας πιριγιλούν κιόλας. Το λοιπόν, έσκυβε ο μπάμπος το κεφάλι τ’ να δει απαριστερά, γυρνούσι ή μπάμπω χαζογιλώντας απά δεξά. Μια ο μπάμπος δυο η μπάμπω, απόκαμαν κι δυο. Τη ρωτάει, που λιες , τότε ο μπάμπος «Πως σι λεν, μωρ’;» Σηκών’ τότε δειλά η μπάμπω το κιφάλι με το κέρατο κι λιέει στον μπάμπο μι νάζι, σταυρώνοντας τα χέρια στα γόνατά της. «Φωτεινήηη».

Μαρή τι Φωτεινήηη; Αυτήνη μον Φωτεινή διν ήταν. Ντιπ μαύρ’ καρκαλιασμένη ήντουνε η ξερακιανή. Σκοτεινήηη! Κατασκότεινη! Και να μην στα πολυλογώ έπεσε ο μπάμπος να πιθάνει απ την στεναχώρια τ’. Τι μπάμπω; Αυτήντουνε μαύρη γίδα μ’ ένα κέρατο, συμφορά του!

Η μανα τ’ απ’ το μαγιριό τον είδι. Απαρατάει τους καφέδες και τρέχει στον παππούλη να κανονίσει το γάμο, μην το μετανιώσει ο μπάμπος και ρεζιλευτεί το σόι. Και να μην τα πολυλογούμι, γίνεται ο γάμος και παένουν ο μπάμπος και η μπάμπω τ’ στο σπίτι.
Ο μπάμπος, πάνω κάτω, πάνω κάτω βηματίζει το σπίτι ολάκερο. Όσο την κοιτάει, τόσο ανταριάζιται. Δεν ξέρει τι να κάνει, πάει να σκας απ’ το κακό τ’. Στέκιται λιγάκι, πάει προς τα εικονίσματα και λιέει : «Θε μ’, σχώρα μι» και μια κι δυο παιρν’ το τσεκουρούλι τ’ , τσακών’ τη μπάμπω απ’ το σβέρκο και σβάπα, σβούπα , παρτην κάτω τη μπάμπω! Και ζήσαν αυτοί καλά κι μεις καλύτιρα, καμάρι μου»

Η ιστορία τελείωνε, πάντα με το καμάρι να γελάει με γουρλωμένα μάτια και να φωνάζει «Ψέματα, είναι θείο! Ψέματα».

Το αγαπημένο του «τσεκουρούλι», πρωταγωνιστούσε σε πολλές ιστορίες του, ως απόλυτος παράγοντας επιβίωσης. Ιστορίες κυνηγιού, πεζοπορίας στο δάσος, ιστορίες με χιόνια και βροχές, ιστορίες με κακουχίες και μάχες. Ιστορίες ψεύτικες κι αληθινές. Δύσκολα τις ξεχώριζες.

Από γεννησιμιού του ήταν μαχητής περήφανος, ο ξάδερφος, πολεμιστής, ερωτευμένος με τα «Ελληνικά στρατά». Η μόνη ιστορία που δεν έβγαζε γέλιο ήταν αυτή της Πίνδου που έσωσε τον εαυτό του και τον λόχο του από τα κρυοπαγήματα με το «τσεκουρούλι», μοναδικό εφόδιο του, σαν έφυγε απ’ το χωριό για το μέτωπο. Μ’ αυτό όλος ο λόχος του, έκοβε «τσαλιά» κι έφτιαχνε «γιατάκια», πάνω στα οποία έστρωνε τις χλένες του το βράδυ, πριν πέσει για ύπνο. Οι άλλοι φαντάροι, παιδιά της πόλης που κοιμόταν κατάχαμα στο χιόνι «ήντουνε γεννημέν’ για να πιθάνουν», για τον ξάδερφο. Ο λοχαγός του, του έγραφε γράμματα, μέχρι τελευταία. Του τα διάβαζε η εγγονή του. Ο ξάδερφος δεν ήξερε γράμματα. Και τον πείραζε.

«Σαν τυφλός είμαι αξάδερφε», εξομολογούνταν στον μπαμπά μας. Τους αριθμούς τους ήξερε, τα γράμματα δε γνώριζε. Με δυσκολία έγραφε το όνομά του, μα ήξερε να κάνει υπολογισμούς, Θες απ’ το χτίσιμο, θες απ’ την κολτσίνα, θες απ’ την αυτοσυντήρηση, έμαθε και καμάρωνε γι’ αυτό. «Μπορεί να μην είμι γραμματιζούμενος, σαν κι σας, αλλά με τις παράδες κανένα ζλάπ, όσο τρανό και να ‘ναι δεν ημπορεί να μι γιλάσι».Τα λεφτά ήταν ανέκαθεν «κριβά» για το πουστοχώρι.

Στη μάνα μας τηλεφώνησε, η Βασίλω, για να πει τα κακά μαντάτα. Όλο το πουστοχωρήτικο σόι, στις δυσκολίες, πάντα στη μάνα μας τηλεφωνούσε. Νοσοκομεία, γιατρούς, αγορές, γεννητούρια, βαφτίσια, γάμους, κηδείες. Όλα έπρεπε να τα φέρει εις πέρας « η πρωτευουσιάνα». Καλά και κακά. Ήξερε αυτή, μπορούσε.

Κι η μάνα, παιδί υιοθετημένο από τα τρία από το νουνό της, τον Αμερικάνο, έναν πλούσιο για το πουστοχώρι, γλυκό ηλικιωμένο Έλληνα της διασποράς, με μια γυναίκα, κατά πολύ μικρότερή του, και μια στριμμένη γριά, την πεθερά του Αμερικάνου, να της κάνει τη ζωή μαύρη και να την αποκαλεί «παστρικιά», κάθε που ζητούσε να κάνει μπάνιο, μεγάλωσε στερημένη από κανάκεμα και χάδια.
Και νόμιζε ότι το πουστοχωρήτικο σόι την αγαπούσε, την εμπιστευόταν τη θεωρούσε ικανή, την εκτιμούσε γι’ αυτό της έβαζε δύσκολα. Και χαίρονταν και έτρεχε και νόμιζε πως τη χαϊδεύουν. Και χαίρονταν και τους χάϊδευε και τους κανάκευε. Όλους. Και δεν έβλεπε, τα πουστογέλια, δεν άκουγε τις μπηχτές «εμείς προτιμήσαμε θωριά. Όχι διαμεράσματα», δεν ένιωθε τα δαγκώματα αν και είχαν αρχίσει, με το θράσος του δυνατού, από νωρίς. Έξι μήνες, μετά που παντρεύτηκε,19 χρονών ήταν, όταν της ζήτησε το σόι να θάψει, μόνη η νύφη, το πρόωρο μωρό, μιας εκ των κουνιάδων της. Αχ, μαμά μου, μαμά μου.

« Θεός σχωρέστην», την κουνιάδα, βρε μαμά, λίγο πιο μεγάλη ήταν, λυπημένη, ζαλισμένη, έχασε το πρώτο της παιδί. Δεν την προστάτεψαν. Αυτό της είπαν να κάνει, αυτό έκανε.

«Ο παππούς τυφλώθηκε» είπε στο τηλέφωνο η Βασίλω, η νύφη του ξαδέρφου.
Η μάνα πάγωσε. Ο ξάδερφος ήταν ο αγαπημένος της στο σόι. Και της μάνας και του πατέρα.

Ο μπαμπάς μας μεγάλωσε , μέχρι τα έξι του που ήταν στο πουστοχώρι, έχοντας τον ξάδερφο για πατέρα. «Ήταν, πάντα τεράστιος» μας έλεγε συχνά. Τον αγαπούσε και τον φοβότανε. Όσες φορές και να μας έλεγε την ιστορία, που ο ξάδερφος τον έστειλε να μαζέψει τη γελάδα, και του ‘πε : «Ξανθέ, πρόσεξε καλά. Θα ρίξω μια φτυσιά απάν στην πέτρα και θα σε περιμένω. Πριν η φτυσιά στεγνώσει, η γελάδα πρέπει να ναι στο παχνί», συγκινούνταν.

Και με βλέμμα παιδικό, δικαιολογούνταν στο τέλος της ιστορίας «Πέντε χρονών ήμουν… ντάλα καλοκαίρι ήταν, 12 ή ώρα το καταμεσήμερο. Άστα…» Κάθε φορά η ίδια δικαιολογία, μήπως δεν την είχαμε ακούσει.

Μετά τα έξι του άφησε τον ξάδερφο και το πουστοχώρι και ξεκίνησε το ταξίδι στα ορφανοτροφεία της Φρειδερίκης… κι έμαθε να μεγαλώνει μόνος του.

-Έλα, βρε Βασίλω, είπε η μάνα, μήπως υπερβάλεις. Τυφλώθηκε; Μια χαρά ήταν ο άνθρωπος πριν ένα μήνα που ήμασταν επάνω. Θεριό ανήμερο, όπως πάντα.
- Όχι, όχι. Δε βλέπει ντιπ, σου λέω. Αυτή τη φορά την πάτησε για τα καλά, ο παππούς, είπε η Βασίλω με μια δόση ικανοποίησης, ίσως και προσμονής. Δεν είχε την καλύτερη σχέση με τα πεθερικά της, όπως όλες οι νύφες του καιρού της. Φοβισμένη γυναίκα, σκυλί στη δουλειά και τέρας υπομονής. Όλες τις ελπίδες της, τής είχε εναποθέσει στο Θεό. Γυναίκα της εκκλησίας. Είχε ακούσει πολλές φορές τον παπά να λέει «Ενός κακού μύρια έπονται»…Δεν το πολυκαταλάβαινε, τον ρώτησε. Τώρα ήξερε και το περίμενε.

- Να τον πάμε σε ένα γιατρό τον άνθρωπο να δούμε τι θα μας πει, είπε η μάνα.
- Μπα δεν κατεβαίνει ο παππούς, δεν αφήνει τον οντά του. Εδώ σε μένα δεν έρχεται. Όλη μέρα ξαπλώνει και κοιμάται. Ούτε στο καφενείο δεν πάει. Έχει πέσει να πεθάνει σου λέω, ξεστόμισε τέλος, τέλος.

Το βράδυ η μάνα είπε στον μπαμπά μας τα μαντάτα.
Εκείνος συννέφιασε και πήγε στο τηλέφωνο, διαδρομή που επέλεγε, μόνο σε εξαιρετικά κρίσιμες καταστάσεις.
- Έλα, Τάκη. Χαθήκαμε, βρε, κουπούκι, είπε στον νεανικό του φίλο,έναν μεγαλοοφθαλμίατρο. Τάκη ένας ξάδερφός μου, παππούς, δεν είναι καλά και θέλω να τον δεις.
- Φέρ’ τον αύριο το πρωί στο νοσοκομείο.
- Όχι, όχι, αύριο Τάκη. Να τον πείσω πρώτα να κατέβει απ’ το χωριό.
- Εντάξει. Τότε, μεθαύριο στις 9.

Ο Τάκης, 50αρης οφθαλμίατρος, στο απόγειο της καριέρας του. Ακριβοθώρητος, με ραντεβού κλεισμένα για δυο μήνες μετά, και μια γραμματέα, Γκεστάπο την έλεγε ο ίδιος, να σε περνάει από χίλια κόσκινα, μέχρι να σου κλείσει ραντεβού, δεν χαλούσε ποτέ χατήρι στον μπαμπά μας. Και ήξερε ότι ο φίλος του δε χρειαζόταν παραπάνω από ένα πρωινό για να πείσει κάποιον.

Δυο μέρες, μετά ο ξάδερφος με το καλό του το κουστούμι την τραγιάσκα του και το χασεδένιο του μαντήλι στην τσέπη ήρθε στην πόλη. Δεν του άρεσαν οι μετακινήσεις, τον ζάλιζε και το λεοφωρείο, λίγο και η αγωνία, φαινόταν ταλαιπωρημένος. Μόνο, γι’ αυτούς που τον ξέρανε.

Μπήκε στο γραφείο του Τάκη επιτρέποντας στον μπαμπά μας, μόνο ένα ελαφρύ αγκαζέ, ως βοήθεια. Για μπαστούνι ούτε λόγος. «Μη μας πιριγιλούν κιόλας»… κι οι εχθροί στην πόλη είναι και περισσότεροι κι αμολημένοι.
Γέμισε το γραφείο ξάδερφο… ήταν και μικρό νοσοκομειακό.

Ο γιατρός καθισμένος στο γραφείο του, χάθηκε. Ο Τάκης ήταν σαν τη «μπάμπω». Μαύρος, κοντός ξερακιανός, όλο νεύρο. «Διάολος, σωστός», έλεγε ο πατέρας. Ευτυχώς δεν έβλεπε ο ξάδερφος.
Κάθισε στην καρέκλα ο ξάδερφος, συμμαζεύτηκε, λίγο το πράμα.

Πήρε ο φίλος, παράμερα το φίλο να μην ακούσει το βουνό.
- Τι παππούς, βρε αθεόφοβε, αυτός είναι θεριό. Αντάρτης ήταν; ρώτησε ο Τάκης, με ελπίδα, αναντάν μπαμπαντάν αριστερός.
- Σιγά Τάκη ! Θα μας ακούσει και θα σε πνίξει αν καταλάβει, που τον λες αντάρτη.
Γέλασε και μαζεύτηκε ο γιατρός.
Τον εξέτασε.
- Καταράκτη έχει ο άνθρωπος, είπε τελειώνοντας την εξέταση. Φέρ’ τον αύριο να κάνουμε την επέμβαση. Δεν είναι τίποτα. Σε μια βδομάδα θα είσαι καινούριος…. Μόνο πρέπει να σε διώξουμε γρήγορα μπάρμπα. Μη μας χαλάσεις και τις νοσοκόμες!

Ο ξάδερφος χαλάρωσε και γέλασε. Περήφανα. Του άρεσε αυτός ο γιατρός. «Θκός μας άνθρωπος!».

Το θεριό έζησε δώδεκα αξιοπρεπή χρόνια μετά την επέμβαση. «Έλυσε τον άλσο» στα ενενήντα δύο του χρόνια, πλήρης ημερών και ιστοριών. « Και έζησε αυτός καλά κι ‘μεις καλύτιρα».

Δεν υπάρχουν σχόλια: