Κυριακή, 24 Φεβρουαρίου 2008

Η μάνα.


-Είναι… κανένας εύκαιρος να μου βάλει…… κανένα χέρι;
- (σιγή απ’ την άλλη μεριά του τηλεφώνου)… Εύκαιρος; Να… Σου… ΒΑΛΕΙ ΚΑΝΕΝΑ ΧΕΡΙ;… επαναλαμβάνει το στερνοπούλι και κοιταζόμαστε, γελώντας, πνιχτά και οι τρεις.



Καμία ανταπόκριση, αναμονή και σιγή.


- Μαμά… μάλλον εννοείς… αν μπορεί, κάποιος από τους τρεις μας… να σε βοηθήσει, λέει η μικρή, κάνοντας νόημα σε μας να σταματήσουμε τα γέλια και προσπαθώντας και η ίδια να συγκρατήσει τα δικά της.
- Ναι, ναι μωρέ, εξυπνάδες! 100 η αλεπού τα αλεπουδάκια 105 και θα μας μάθουν κι ελληνικά, τώρα στα γεράματα. Ας έρθει κάποιος να βοηθήσει και πνίγομαι.


Η στιχομυθία τελειώνει με το σύνηθες «γκρακ» του τηλεφώνου και τα αποτυπώματά του, στη μάπα τού, ως πριν, λίγο, συνομιλητή.


Μάνα σε κατάσταση, αλλοίμονο, εν δυνάμει εξάρτησης. Λύκος….μοναχός, από παιδί, με σβέρκο παχύ, όπως όλοι οι λύκοι που τη δουλειά τους την κάνουν, μονάχοι. Και την ώρα της δυνητικής εξάρτησης, πανικός. Χάνουμε το σβέρκο και τον έλεγχο και τον μπούσουλα μαζί. Και τα ελληνικά μας και το χιούμορ μας και τα αυγά και τα πασχάλια!


Γέλια τραντάζουν τον πρώτο του πύργου. Γέλια, μέχρι δακρύων συνοδευμένα από την πολλαπλή επανάληψη της φράσης κλειδί.


«Χέρι, χέρι…αμέσως, εγώ στην αγάπη μου. Εγώ ο άντρας του σπιτιού», λέει ο αδερφός μας και ανεβαίνει στις πολεμίστρες.


… Χέρια ανεμιστήρες, απ’ την άλλη, με φρύδια σε ανοδική τάση και χείλια σφιγμένα να απορούν… οι εναπομένουσες αδερφές «Τατά».
-Τι ακούμε οι γυναίκες;
- Έλα, μωρέ, χιούμορ, χιούμορ…έκανε
Απλά, ήμασταν «γελαδεροί» στον πύργο, που λένε και στο πουστοχώρι. Τον Οιδίποδα, ούτε ακουστά δεν τον είχαμε…


Λύκος, λοιπόν η μάνα. Γερόλυκος πια, αρματωμένος, με την «Μπρέντα» στο χέρι, έτοιμη να κλείσει όλες τις παλιές πληγές. Έτοιμη να το τελειώσει το κακό. Το παλιό κακό… αυτό που έφερε και το νέο.


Λύκος από παιδί, μονάχη από τα τρία.


Στο σπίτι του νονού της, ένα σπίτι στα προσφυγικά, δίπλα στο σπίτι των, για λίγο, γονιών της και των τριών αδερφών της. Κάτι σαν όλοι μαζί κι ο ψωριάρης χώρια. Τον πήρε, το παιδί το μουτζούρη, από τα τρία… Και νόμιζε, παιχνίδι ήταν… Για λίγο θα ΄ναι. Θα με ξαναπάρουν. Δίπλα είναι, μια πόρτα δεν έφυγαν. Τους έβλεπε, τους άκουγε…


«Αυτοί, όμως δε με βλέπουν, δε μ’ακούν; Τους φωνάζω. Όχι, όχι, μονάχη το παιχνίδι, μαζί, είμαι μικρή… Είμαι μικρή. Πρέπει να φωνάξω πιο δυνατά, πιο δυνατά…ΓΙΑΤΙ;»


Κι όσο προσπαθούσε να φωνάξει πιο δυνατά, το λυκάκι, τόσο η φωνή του δεν έβγαινε, πνιγόταν και το ‘πιάναν τα κλάματα.


Και κουράστηκε να προσπαθεί να φωνάξει πιο δυνατά και κατάλαβε ότι, οι άλλοι, δεν παίζουν. Δεν παίζουν τον μουτζούρη. Τη βάφτισαν, χωρίς να τη ρωτήσουν, μουτζούρη, και τα φοβήθηκε τα χαρτιά και το παιχνίδι.


Κι άρχισε να κάθεται με το σοφό, μεγάλο νονό της και να τον ακούει. Μόνο να τον ακούει, μιλιά ντιπ. Να τον ακούει, να της λέει παραμύθια. Για τον Οδυσσέα, για τον Ηρακλή, για την Τροία, για θεριά, για τέρατα, για μάχες, για θάρρος, για νοσταλγία, για αγάπη. Δίπλα στη σόμπα, άκουγε και σώπαινε… και φανταζόταν το παιχνίδι.
Μόνο καμιά φορά, όταν τους έβλεπε από το παράθυρο να περνούν έξω απ’ την αυλή, θυμόταν το παιχνίδι κι εκείνο το ΓΙΑΤΙ;, ξαναπεταγόταν, ανέβαινε στο λαιμό και το ‘πνιγε το λυκάκι. Και προσπαθούσε να το καταπιεί, μα αυτό εκεί. Ξανανέβαινε…Και ήταν στυφό. Στυφό και πικρό.


Και άρχισε να τρώει, το λυκάκι, για να το σπρώξει να πάει παρακάτω. Γλυκά για να το γλυκάνει. Κοιτούσε απ’ το παράθυρο, έτρωγε, γλυκά κι άκουγε.


Και μαζί με τα παραμύθια του νονού, άκουγε και τα «εξ αμάξης», απ’ τη δασκαλίτσα την πεθερά του.


Δεν τη φώναζε, ποτέ με το βαφτιστικό της. Ή ανώνυμη κλήση ή με το πατρικό της επίθετο και τη γλυκιά, της εποχής, κατάληξη «-αινα». Με «μωρή» ή χωρίς «μωρή», ανάλογα τα κέφια.
Λαλίστατη η γιαγιά, γεμάτη η ίδια, σκασμένη από τη δασκαλίστικη σοφία της, ταγμένη να σκάει κόσμο. Ταγμένη στον καβγά.
Τι «Όποιος, τη νύχτα περπατεί ή μοιχεύει ή πορνεύει ή σκοτωμό γυρεύει», τι «Εμ, σε πήραμε, εμ, ζαχαροπλαστείο πρέπει ν’ ανοίξουμε, το φαί μας σου ξινίζει, μωρή –αινα;», τι «Παστρικιές τις έλεγε η μάνα μου όσες ζητάν συνέχεια να κάνουν μπάνιο», τι «άρμεγε και κούρευε, χέζε και δεμάτιαζε», ακούραστη η δασκαλίτσα και ευφάνταστη.


Όλους τους έπαιρνε η μπάλα και πρώτη απ’ όλους, μαζί με το λυκάκι και την κόρη της.
Όμορφη και τσαχπίνα η κόρη, εν αντιθέσει με τη δασκαλίτσα, μικρότερη κατά, πάρα, πολύ από τον νουνό. Φευγάτη, μονίμως στις γειτονιές. Ήθελε η κόρη… ήθελε να κάνει πολλά. Ένα φουστάνι ήθελε να πάρει, ποιος είδε το θεό και δεν το φοβήθηκε, τα μαλλιά της ήθελε να βάψει, ποιος είδε τη δασκαλίτσα και δε τη φοβήθηκε, ένα καφέ να πάει να πιει…Ποιος είδε το νουνό; Άφαντος, Θεός σχωρές τον, ο νουνός, από τις συρράξεις και εν γένει από τις πράξεις. Χωμένος στα βιβλία του…και το λυκάκι στο παράθυρο.

Να κοιτάει έξω για να μη βλέπει τα μέσα. Τη θόλωναν οι καβγάδες, την εξαφάνιζαν κι ήταν καλύτερα. Δεν έβλεπε, ούτε άκουγε, μόνο κοιτούσε έξω. Μα δεν έβγαινε. Έξω είχε κρύο. Από μικρή είχε πόδια και χέρια παγωμένα, μονίμως. Δεν τ’ άντεχε το κρύο. Κρύο και συναπαντήματα έξω. Πάλι θα φώναζε και δε θα την άκουγαν. Το ‘χε πάρει απόφαση πια.

Ώσπου μια μέρα, Τετάρτη δημοτικού το λυκάκι, γυρνώντας από το σχολείο, έβγαλε τα ρούχα του να βάλει το νυχτικό του. Σήκωσε τη μπλούζα του και είδε τη στρουμπουλή κοιλιά του…Ριγέ, ασπρόμαυρη. Το άσπρο το ήξερε, σαν το πρόσωπο της, σαν το χέρι της, σαν το μπράτσο της, σαν τη μασχάλη…όχι και ‘κει αυτό το μαύρο πράγμα… και ανάμεσα στα δάχτυλα… και στον αφαλό… και στο λαιμό της. Άρχισε να τρίβετε το λυκάκι, δυνατά να φύγει αυτό το μαύρο πράμα. Και πονούσε και κοκκίνιζε κι έτριβε. Κι αυτό μύριζε.

«Δες πώς είμαι. Δες πως έγινα. Είμαι βρώμικη. Πολύ βρώμικη. Άσε με να κάνω μπάνιο. Θέλω να καθαρίσω. Θέλω να κάνω μπάνιο. Θέλω να ‘μαι παστρικιά.» κραύγασε το λυκάκι, δείχνοντας πρώτη φορά νύχια και δόντια στη δασκαλίτσα, σαν λύκος σωστός.

Δεν είπε τίποτα. Να μην ακούσει η γειτονιά. Της έφταναν τα μουρμουρίσματα για την κόρη της. Όχι και για την …εγγονή, τρόπος του λέγειν. Άναψε το καζάνι και τη σόμπα. Την έλουσε, την έτριψε με μπόλικο νερό και μοσχοσάπουνο, για ώρα πολύ, χωρίς κουβέντα. Την πήγε κοντά στη φωτιά. Τη σκούπισε, την έτριψε με κολόνια, παιδική, λεμόνι. Της χτένισε τα μαλλιά. Χαλάρωσε η μάνα. Κοιμήθηκε, ήσυχα, βαθιά, μέχρι το άλλο πρωί.

Την άλλη μέρα, το απόγευμα, Σαββάτο ήταν, ήρθε η κυρά-Βασιλική, η Αρμένισσα, από δίπλα με τα φρέσκα τα σπόρια να την πάρει, τη μάνα, για το καθιερωμένο τους σινεμά. Μια φορά τις δεκαπέντε που άλλαζε το έργο την έπαιρνε η κυρά- Βασιλική και πήγαιναν. Κοντά ήταν, με τα πόδια. Το διασκέδαζαν και οι δύο.
«Κάθε, Σαββάτο, κοπέλα μου το πρωί, εγώ πάω στο χαμάμ, στην πόλη και κάνω το μπάνιο μου. Να ’ρχεσαι να πηγαίνουμε, μαζί. Θα παίρνουμε το αστικό, θα κατεβαίνουμε κάτω, θα κάνουμε και τη βόλτα μας. Είναι ωραία, σαν εκδρομή, θα δεις.»

Ευτυχώς, η γειτονιά άκουσε και η μάνα άρχισε τις εκδρομές στο κέντρο και τις επισκέψεις στον «παράδεισο».

«Παράδεισος», μας έλεγε, από μικρά, όποτε το θυμόταν. « Άσπρα μάρμαρα, καθαρά, ζεστά νερά, ατμοί, μυρωδιές παντού. Ζεστές πετσέτες, μασάζ, λάδια αρωματικά…αγαλλίαση. Δεν το χωράν τα λόγια. Κρίμα που δεν το ζήσατε.» Κι όταν ξετσουμίσαμε, μπορούσε να μας το περιγράψει, καλύτερα… «Σαν το γλυκό μυστήριο της ζωής κορίτσια. Απόλαυση!»

Χαμάμ στο χαμάμ, σινεμά στο σινεμά, σπόρι στο σπόρι και καυγά στον καυγά μεγάλωσε το λυκάκι. Πήγε στο Γυμνάσιο και από ‘κει στη Σχολή των Λογιστάδων.

Ήταν μανούλα στους αριθμούς. Όσο κακή ήταν στα λόγια, τόσο τα πήγαινε καλά με τους αριθμούς. Ξεκάθαρα ήταν τα πράματα με τους αριθμούς. 1+1 κάνουν 2. Τίποτε άλλο. Όχι, σε άφησα, για λίγο, μπορεί και όχι. Όχι, δε σε έδιωξα…σε άφησα, γιατί δε μπορούσα να σε μεγαλώσω. Όχι, δε σ’ άκουγα, γιατί είχα άλλα τρία ν’ ακούσω. Ένα μόνιμο μπέρδεμα με τις λέξεις. 1+1 δεν ‘κάναν ποτέ 2. Οτιδήποτε άλλο, εκτός από 2 έκαναν. Κι όποιον πάρει ο Χάρος. Κι όποιος κατάλαβε, κατάλαβε.

Τους ξεχώρισε, η μάνα, τους αριθμούς από το δημοτικό, τους έμαθε εύκολα, τους ερωτεύθηκε. Κι αυτοί , ανταποκρίθηκαν. Της δόθηκαν, δεν την πρόδιδαν, τα κατάφερνε. Κι όσο τα κατάφερνε μαζί τους, τόσο την κανάκευαν και τη χάιδευαν. Κι αυτή ανταπέδιδε…έπαιζε.

Κι άρχισαν να την κανακεύουν και στη σχολή. Αριστεία, τιμές… στο σπίτι ο νονός, η κυρά Βασιλική, μέχρι και η δασκαλίτσα.
«Που το ‘χες κρυμμένο τόσο μυαλό, βρε –αινα; Πού να το φανταστώ η δασκάλα, κουβέντα δε μας χάριζες, τόσα χρόνια. Τώρα να δω που θα φτάσει η μύτη σου, που θα μας γίνεις και λογίστρια. Τι έχουν να δουν τα μάτια μου ακόμα;»… σαν κανάκεμα η δασκαλίτσα. Με τον τρόπο του ο καθένας.

Πήρε τα πάνω της η μάνα κι ευχαριστήθηκε το λυκάκι. Ξεθόλωσε γλύκανε, ομόρφυνε. Φεγγάρεψε το πρόσωπό της. Τα κατάφερνε, μονάχη.
Τελείωσε τη σχολή με διάκριση. Της βρήκε, ο διευθυντής της, τη δουλειά. Αμέσως, μετά την αποφοίτηση. 17 χρονών ήταν. Την έστειλε περήφανος.
Εκεί με το σκούρο μπλε της ταγιέρ, το δετό παπούτσι και τον κότσο της έλαβε την πρώτη μπιζουτιέρα της. Με τριαντάφυλλα.


2 σχόλια:

An-Lu είπε...

Γλυκόπικρη ιστορία...

roula karamitrou είπε...

Σαν τη μάνα an-lu...ίδια!