Τετάρτη, 27 Αυγούστου 2008

Η Ανατολη

Ανατολη και Τολιτσα του την έλεγε και βασίλισσα μου και κορίτσι μου, μαμά, μόνο όταν θύμωνε και τον έπιανε το ποντιακό το θερμοκέφαλο και μαλώναν σαν τα κριάρια κι δυο, μπλέκοντας τα κέρατά τους και την αγάπη τους , ερωτευμένοι μάνα και γιος… και τα χανε, όταν τον τελευταίο χρόνο τον ρωτούσε αν είναι ο θειός της και που ναι ο μπαμπάς της για να της φτιάξει το μαντολίνο που ξεκουρδίστηκε. Τα χανε και δάγκωνε τα χείλια του να μη μιλήσει κι έκανε πως δεν άκουγε και της χάιδευε το κεφάλι και θα ρθει της έλεγε θαρθει ο μπαμπάς να το φτιάξει το μαντολίνο και θα παίξετε και θα τραγουδήσετε, αντάμα, μον θαρθει, της έλεγε

Αχ βρε Ανατολη, 81 χρόνια μια ανοιχτή αγκαλιά για όλους για όλον τον κόσμο και τραπεζώματα… άνθρωπο δεν άφησες αχόρταστο, το κλειδί απέξω απ την πόρτα μόνιμα και συ στην κουζίνα ο θεός να την εκάνει κουζίνα βρε Τολιτσα, ένας φαρδύς διάδρομος κι αυτόνε με τα χέρια σου τον έφτιαξες τούβλο, τουβλο… πως το λεγες κάθε σινεμά που δεν έβλεπες, ένα τούβλο αγόραζες και ρχόταν η Σόνια κι η Μαρίκα και σου λέγαν το έργο. Γιατί έπρεπε να το κάνεις εσύ το κουμάντο ο τάγκος, ο ταγκουλάκος σου χωμένος στα βιβλία του ήταν μια ζωή δεν χαμπάριαζε από παράδες... αχ μωρέ νωρίς μάφησες, μονάχη κι έφυγες ξαφνικά, σαν κλέφτης έφυγες, είκοσι χρόνια μάφησες μονάχη και σιγά σιγά μεγάλωσαν τα παιδιά κι οι φίλοι τους και τρέχαν για τις δουλειές τους και δεν είχαν χρόνο για γιορτές και τραπεζώματα κι άρχισαν να κάνουν και δίαιτα, ούλοι δίαιτα τι κακό κι αυτό… νάρχονται όλο και ποιο λίγοι στο σπίτι χρόνο με το χρόνο και να κάνουν και δίαιτα , αμάν πια, κανένας ταγκουλάκο μου δεν έτρωγε πια τα κεράσματά μου, ούτε τη λεμονάδα μου τη σπιτική, γιατί λέει έχει πολύ ζάχαρη και παχαίνει, μόνη μάφησες ταγκουλάκο μου μόνη, να μην έχω άνθρωπο να περιποιηθώ ναλλάξω μια κουβέντα, με την τηλεόραση μονάχα, δόξα το θεό που ναι κι αυτή νακούω μια φωνή τουλάχιστον, μόνο τα ντουβάρια μαπόμειναν να τους μιλώ. Και πότε πότε και το μαντολίνο κι όταν με πιανει το παραπονο τραγουδάω το ιστεμέμ μπαμπατζίμ ιστεμέμ που μου τραγουδούσες στην πόλη, έλα μωρέ να το πούμε έλα τραγούδα κι εσύ, πες με ιστεμέμ, δεν ήθελες κι εσυ να μαφήσεις δεν ήθελες, ούτε εσύ ήθελες να φύγεις έτσι ξαφνικά σήκω μωρέ, ούτε γεια δεν είπαμε σήκω να πούμε το ιστεμέμ, σήκω ταγκουλάκο.

Κι άρχισε να μιλάει στα ντουβάρια η Ανατολη στο ταγκουλάκο της στην κορνίζα του, στη φωτογραφία του, που την είχε απέναντί της, διπλα στην τηλεοραση κι αλλοτε να μιλαει σε κείνη κι άλλοτε σε κείνον και κείνη το χαβα της και κείνος κιχ, μόνο να την κοιτάει σοβαρός και θλιμμένος που δεν τη χαιρέτησε, στο τρένο την έπαθε την ανακοπή κάπου πριν την Κατερίνη την αποχαιρέτησε… σαν να τον άκουγε να της λέει ανλίορουμ Τολιτσα μου μα σοιλέμιορουμ γιάβρουτζουμ, σοιλέμιορούμ, καταλαβαινω κοριτσι μου, νιωθω σε, τα κλαμματα σου νιωθω, μα να σου μιλησω κι μπορω, γιαβρι μου


Έρωτας μεγάλος με το ταγκουλάκο της, τον Κωστη της, την ήθελε κι αυτός, πολύ, τζιλβελού η Τολιτσα και ναζού. Κοκέτα μια ζωή με μαύρο μαλί, γυαλιστερο και να το τυλίγει καρουλάκι, καρουλάκι , ψηλά στο μέτωπο και να το στεριώνει , καρουλάκι και τσιμπιδάκι, καρουλάκι και τσιμπιδάκι, ιεροτελεστία το χτένισμα της μέχρι τα γεράματα που της λιγόστεψαν τα μαλλιά …και χτένιζε κάθε πρωί τις περούκες της, τρεις είχε για ναλλάζει και κάθε πρωί τις καλημέριζε και τις χτένιζε, μήπως έρθει κανείς και την έβρει απεριποίητη.
Το σόι, εν αντιθέσει με τον Κωστή, δεν την πολυήθελε και δεν την έδωσε εύκολα την ευκή του κι ήταν και μεγάλο και μορφωμένο, πιστημονικοί έπσινε που λεγε κι η μάνα της Ανατολης που ταν τουρκόφωνη και δεν το κάτεχε το ελλήνικος, ανλίορουμ άμα σοιλέμιορουμ… κι η γιαγιά και το δασκαλόσογο ξίνιζε κι υπομονή η γιαγιά κι αγάντα κι η Τολιτσα, έκανε πως δεν καταλάβαινε κι όλο ταγκουλάκο μου και γιαβρί μου τον είχε τον κύριο καθηγητή και περίμενε.

Ταμ ίδιος με τον πατέρα του κι ο κανακάρης μου τώρα, που το χει και το σέρνει το κορίτσι και δεν το στεφανώνεται τόσα χρόνια, δε θέλει λέει τους παπάδες και τις εκλησσίες, εντάξει ούτε γω τους θέλω τους τράγους και τι ανάγκη είναι… πάνε στο δημαρχείο και πες το ναι και πάρτο το κορίτσι θα συναντήσω καμιά φορά τους γονείς της και ντρέπομαι, αλλά έπεσες σε καλούς ανθρώπους τούλεγε σαψάλη, πάρε βρε μιαν απόφαση, άιντε και θέλω να δω εγγόνια, τώρα που με κρατάν τα πόδια μου ακόμα.

Αλλά θα σε φτιάξω εγώ κανακάρη μου στα γενέθλια σου θα στη φτιαξω την κασκαρίκα για το κορίτσι δώρο θα το κάνω, το άγιο αυτό κορτσόπον που στόμα έχει και μιλιά δεν έχει κι έρχεται και στο μαζεύει το σιμσελέ που χεις και στο δωμάτιο σου και στο κεφάλι σου, γιατρέ μου, που αν δεν ήταν δαύτο το κορτσούδι σιγά μη γινόμουν ιατρομήτωρ

Και του την έφτιαξε μαζί με τη λεμονπάι, γιατί κάτεχε και το αγγλικό η Ανατολη και ράιτ ιτ ντάουν πλιζ του πε, όρισε γιατρέ μου τακτή ημερομηνία, αδακά μπροστά σε όλους και επέμενε, στήλωσε τα πόδια η κυρα-Ανατολη κι ο υιός το ίδιο και μεις να γελάμε και το παιχνίδι να χοντραίνει και γιος και μάνα να γυαλίζουν τα κέρατα και γελάκι στο γελάκι να προσπαθούμε να πάμε την κουβέντα στην τούρτα και στο πόσο ωραία είναι κι η Ανατολη να μη χαμπαριάζει…τακτή ημερομηνία υιέ μου να του λέει και φέρνει ο Νίκος το μαντολίνο προσπαθώντας να διασκεδάσει τις εντυπώσεις και της λέει να παίξει το «επίσημη αγαπημένη» του Σερ που ταν το αγαπημένο μάνας και γιου και παίρνει η Τολιτσα το μαντολίνο και δώστου το «έλα βρε Χαραλάμπη να σε παντρέψουμε» και να τραγουδάει και να παίζει και να τον δαγκάνει τον υιό, για σένα κορτσόπον να λέει κι όλη η καλή μεριά τάκουσε τα νέα εκείνο το βράδυ.

Τα χαμπέρια μπορεί να τάκουσε, μα το δημαρχείο έκανε άλλα πέντε χρόνια να το επισκεφθεί, αφού πρώτα άρχισε να παίρνει νερά απ τη στέγη το πατρικό και σκέβρωσαν τα κουφώματα, με την Ανατολη μαζί. Τον ξεπέρασες τον πατέρα σου, του λέγε του γιου κι ούτε εγγόνια θα προλάβω να δω με φαίνεται, ούτε καινούριο σπίτι θα με φτιάξεις, που με υποσχέθηκες. Τι περιμένεις κι τηράς με, δίπλωσα με σφάζει η μέση μου πως θα στα κοιτάξω τα παιδιά σου κι αυτό το κορίτσι ντιπ να μη μιλάει, άμα θέλει η γυναίκα τον καταφέρνει τον άντρα, τον φέρνει στα νερά της, μα πρέπει να την κουνήσει την ουρίτσα της, εγώ όλο το δασκαλόσογο έπεισα, αυτά τα κορίτσια τα σημερνά μόνο πτυχία και μυαλό γιοκ…σόνραντα γκελί που λεγε κι η γιαγιά, μετά έρχεται το μυαλό, αλλά με φαινέται αργά θα ναι και για το άγιο το κορίτσι και για την προκομμένη την κόρη μου, ντιπ κοιμισμένα αυτά τα κορίτσια τα μοντέρνα, ντιπ.

Κι ακόνιζε τα μαχαίρια της κουζινας της η κυρα-Ανατολη και τους έπαιρνε όλους η μπάλα και τον κανακάρη και την προκομμένη την κόρη και τάγιο το κορίτσι και τον Κωστή της που έφυγε και το Θεό που τον επήρε. Είχε μια προσωπική σχέση με το θεό η Τολιτσα, ηταν δικος της, ανθρωπινος...αλλα και πουτ ε κουέσιονμαρκ, υπάρχει; έλεγε, κι ξέρω, δε φαίνεται, άλλοτε τον εβλέπω, άλλοτε πάλι χάνεται, μονο τους παπαδες του βλεπω μαυρους σαν τα ρασα τους κι ανταριαζομαι, διωξτους του λεγε, διωξε το παπαδαριο να σε δω…και τον ειδε, μετα που της πηρε τον ταγκουλακο της, δεν κιοτεψε η Ανατολη , του το χρεωσε του θεου της ολο το αδικο, του το χρεωσε, που τον επηρε τον Κωστη της στα πενηντα του κι αναψε για πρωτη φορα καντηλι για να τον βλεπει και να του τα σουρνει, τι σου φταιξε μωρε και τον πηρες μυγα δεν σκοτωσε ο ανθρωπος κι αυτές τις επιανε στη χουφτα του και κουνουσε το χερι του για να τις ζαλισει κι απ τανοιχτο το παραθυρο τις αφηνε να ξαναπεταξουν… ενοχλητικα ελεγε είναι, μα ζωντανα, να ζησουν θελουν όπως κι εμεις…τι θεος σχωρες τον να πω, από τι θα τον συγχωρεσεις τον Κωστη μου…ο καλος, καλο δε βλεπει μακους, μια ζωη με το μαγουλο γυρισμενο ηταν ο Κωστης μου και συ τον ανταμειψες, μπραβο ωραια δικαιοσυνη μας εφερες κι ουτε τον αφησες να χαρει τη συνταξη του να χαρουμε τα γεραματα μας να τον εχω εδώ παρεα να μου λεει καμια κουβεντα γιατι από σενα χαιρι δε γλιεπω, πες βρε κατι πες με τοσα σου σουρνω, πες με ριξε φωτια να με καψεις την αμαρτωλη, ετσι δεν κανεις…κι ελεγε κι ελεγε η Ανατολη και δως του πανω, κατω κι ουλο, ουλο το καινουριο το σπιτι δεκα βηματα μετρημενα ηταν και μια κουζινα τοση δα με το ζορι να χωραει και το μισο της το νοικοκυριο σε κουτες στην αποθηκη κι ενας παγκος μια σταλια που νανοιξεις φυλλο, στο τραπεζι τανοιγε, γιατι ταρεζε του κανακαρη της… κρεατοπιτα μια φορα τη βδομαδα, μια ζωη κάθε Τεταρτη την εφτιαχνε θα χαμπαριασει τωρα απ την κουζινα και την κλεισουρα;

Ευτυχως για λιγο θα ναι θα παμε στο καινουριο, αργησε μα την πηρε την αποφαση, μονος μου ειπε θα το χτισω, αντιπαροχη δεν το δινω, τοπε και τοκανε ο καραποντιος, μονος μου... από μωρο το λεγε και γκρεμοτσακιζοτανε απ τα δεντρα και το ποδηλατο και δεν εκλαιγε ταφιονισμενο μον κοκκινιζε και γελαγε κάθε που πεφτε, μεχρι που αναγκαστηκα να τον δεσω στη φλαμουρια μας και το κοψε ο αθεοφοβος το σκοινι πηρε μια πετρα και τσικι, τσικι αθορυβα το κοψε και τον εψαχναμε στη γειτονια με τον πατερα του…δωστου, σαυτον δωσε δυναμη και κουραγιο Θε μου να το τελειωσει ασε μενα εγω… ε, μια πιτα ένα μπακλαβα μια μελιτζανοσαλατα θα ακουσω κατι ,εστω τη μυρωδια θακουω θα περναω την ωρα μου, τον Χαμπο μου κοιτα

Και στενη, ξεστενη η κουζινα συνεχισε η κυρα-Ανατολη τη μαχη με τις κουταλες τα μαχαιρια τα ταψια της και το καντηλι της κι ακουγε μονο την τηλεοραση και τις μυρωδιες στο σπιτι της και μονο όταν ερχοταν τα παιδια για να φανε ανταλλασε καμια κουβεντα μα γρηγορα βιαστικα, τα παιδια δεν ειχαν χρονο ειχαν και τις φουριες με το σπιτι λαχα, λαχα και το φαγητο τους κι η κουβεντα τους.

Μονο το Μαη, Κωνσταντινου και Ελενης γεμιζε το σπιτι μανθρωπους και ταψια και πιατα, όλα ολουθε αραδιασμενα μη δε τα δουν οι ανθρωποι και φυγουν νηστικοι και βλεπει κι ο Κωστης από το καδρο και θα ντροπιαστει.

Μια χρονια μας εφτιαξε γεμιστα μαγιατικα, πρωιμα εξ ανατολης τα βαφτισε, ειχε φυλαγμενα στην καταψυξη από το καλοκαιρι για τη γιορτη. Ολη την καταψυξη κατεβασε για να τα βρει και γεμισε σαλονι και κουζινα σακουλιτσες και σακουλουδια, μας το λεγε και γελουσε, χαλαλι βρε, χαλαλι αφου σας αρεσουν. Κι εβαλε τρια, τρια τα γεμιστα στα πιατα κι απ τη μια εκεινη εβαζε κι απ την άλλη εμεις βγαζαμε στο ταψι και το ταψι μονιμως γεματο και γιατι δεν τρωτε παραπονιοτανε. Μουρλια τα γεμιστα της εκεινα, και μολις φαγαμε το ένα που χαμε αφησει στο πιατο ολοι οι λιτοδιαιτοι, δωστου να σερβιριζομαστε ξανα και να λαμπει η Ανατολη, που τελειωνουν τα γεμιστα κι αδειαζει το ταψι. Και λιγο κρεατακι και λιγο πιτουλα, μας εσκασε κεινο το βραδι και βουρ στις σουρωτες η ομυγηρις,
Γλυκακι; επεσε η αναμενομενη ερωτηση σαν βομβα…κατι πηγαμε να ψελισουμε ότι φτανει ότι θα το παρουμε στο αλουμινοχαρτο το γλυκο, ανενδοτη η Τολιτσα την εβγαλε την ταρτα κερασι…ολο το πρωι καθαριζα τα κερασια με τη φουρκετα και δε θα φατε, ντροπης πραματα ειπε, ρεντ φορεστ, κατακοκκινα, ολοζωντανα, πετροκερασα Αριδαιωτικα, σας εβαλα. Και προσγειωθηκε κι η ταρτα στο τραπεζακι του σαλονιου, αφου τα ταψια κι οι πιατελες, αποσυρθηκαν ημιαδεια και ευχαριστημενα. Σερβιρε σε ολους κι αφου ρωτηθηκαν οι γιατροι της παρεας αν εχουμε γκαβαντζες σε περιπτωση που… αρχισαμε να τσακιζουμε την κερασοταρτα. Μονο εις εκ της παρεας δεν ετρωγε κι η κυρα-Ανατολη φυσικα τον ετσακωσε.
Γιατι πουλοπον μου δεν τρως εσυ;
Κανω διαιτα κυρια Ανατολη επεσε αφοπλιστικη η απαντηση, με γελια μετα δακρυων απ τους υπολοιπους.
Η Ανατολη ψυχραιμη συνεχισε την κουβεντα …και τι εχεις γιαβρι μου για βραδυνο σημερα, τον ρωτησε, ξεχνωντας τα γεμιστα το κρεατακι και την πιτουλα που χε τσακισει ο διαιτων
Φρουτο εποχης της απαντησε, σοβαρος, ο ενοχος.
Εχω, εχω ειπε η Ανατολη κανοντας την εκπληξη και σερβιροντας του, καραμελωμενο κυδωνι στο φουρνο... εξτρα διαιτητικο χωρις σαντιγυ, υπογραμμισε.

Και σταματησε να βγαινει από το σπιτι η κυρα Ανατολη, η μεση της την ειχε προδωσει πια, εντελως, κι αρχισε να ξεχναει που εβαλε τα ταψια της, αν πηρε τα χαπια της , αν χτενισε τις περουκες της, αν τα σουρε σημερα στο θεο της. Ξεχνουσε όλα τα κοντινα τα καινουρια κι αρχισε να θυμαται όλα τα παλια κι αγαπημενα τον πατερα της και τα τραγουδια στο μαντολινο που της εμαθε, την ΕΠΟΝ και τη φωνη της που εκλεισε απ τα τραγουδια στην απελευθερωση, τον ταγκουλακο και το τριανταφυλλο που της εφερνε σε κάθε κρυφο τους ραντεβου, τα παιδακια που τους εκανε μαθηματα αγγλικων και τους συνταξιουχους του δημοσιου που τους εβγαζε συνταξεις και τους φιλευε γλυκα, τα δεκαπεντε χρονια που περιμενε τον Κωστη της. Κι οσο ξεχνουσε τοσο βουρλιζοτανε και θυμωνε και τα βαζε με τον εαυτο της που το παθε αυτό το κακο και με τα παιδια της…όχι, όχι με τον κανακαρη της, οσο με κεινη την προκομενη την κορη της που δεν ηταν εκει να τη βοηθησει να μαγειρεψουνε. Μια ζωη κι η Τολιτσα με την κορη της τα χε, που ακομα τον εκλαιγε τον πατερα της κι η κυρα-Ανατολη θυμωνε, νισσαφι της ελεγε…τα δικα της τα δακρυα ειχαν στερεψει, τα παλια τα ωραια ηθελε να θυμαται, ασε το φευγιο του, ελεγε της κορης της θυμωμενα και πες με, τι βαζουμε στα γεμιστα πες με, δυοσμο η μαιντανο βαζουμε…ειπαμε αλλαι αι βουλαι των ανθρωπων, αλλα κυριος κελευει, σταματα να τον κλαις και πες με για τα γεμιστα.

Αλτσχαιμερ ειπαν οι γιατροι στα παιδια… και κεινα στην Ανατολη, γεραματα βρε μαμα και μεις ξεχναμε και χανουμε το μπουσουλα…καλα κανετε και γερνατε εσεις κι ουλοι οι αλλοι εγω δε θα γερασω ποτε, τους ελεγε θυμωμενα κι αρχισε να γραφει σημειωματα για τις δουλειες που εκανε και τις δουλειες που χε να κανει και να ξαναγραφει συνταγες για όλα τα φαγητα που κανε τοσα χρονια και να γεμιζει το σπιτι χαρτακια και να ξεχναει που τα βαλε και να μπερδευει τις λιστες με τα φτιαγμενα και ταφτιαχτα και ναρχονται τα παιδια και να τη βρισκουν στον καναπε με γυρω τριγυρω τα χαρτακια της, την απογνωση της και τα κλαματα Ουτε κουβεντα για γυναικα στο σπιτι για να τη βοηθησει, μαχη μεχρι τελικης πτωσης η κυρα Ανατολη μαχη με την ανημπορια της και το θυμο της, Ωσπου επεσε το καστρο και εισεβαλε η ξενη, αφου ελαβε την υποσχεση ότι είναι για λιγο, μεχρι να πανε στο καινουριο το σπιτι και να ναι ολοι μαζι


Την ξεχασε η Ανατολη την υποσχεση απ τη χαρα της για τη μετακομιση απ την αγωνια της γιατι τις μαζευαν τα πραγματα της, ξενοι ανθρωποι, απ τις περουκες της που τσαλαπατηθηκαν και δεν μπορουσε πια να τις στρωσει, απ τη φλαμουρια της που την εψαχνε και δεν ηταν εκει κι απ το σπιτι που δεν το αναγνωριζε…παμε να φυγουμε τους ειπε μολις τη καθισαν στον καναπε…κλεφτες γινατε, μωρε για κλεφτες σας μεγαλωσα και με φερατε σε ξενο σπιτι;

Κι αρχισε ο κανακαρης κι η προκομενη νανοιγουν τα κουτια και ναραδιαζουν τα πραματα της στο πατωμα και νανοιγουν τα επιπλα, για ναταναγνωρισει και να θυμηθει, να το νιωσει δικο της, να το νιωσει σπιτι της και κεινη τιποτα… δεν είναι δικα μου τα πραματα αυτά, τις περουκες μου και τη φλαμουρια μου θελω, μπογια μυριζει εδώ μεσα που ναι η φλαμουρια μου,τι την κανατε την αυλη μου, δε μυριζει σαν στο σπιτι μου εδω μεσα, τι μου το κανατε το σπιτι μου;


Θα σε φερω κοριτσι μου θα σε φερω να της λεει ο Χαμπος και τη φλαμουρια, θα μυρισει το σπιτι σου Τολιτσα μου, θα μαγειρεψουμε θα φιλεψουμε κοσμο, θα μυρισει γιαβρι μου, μον σταματα να κλαις, στο σπιτι σου ηρθες βασιλισσα μου, σταματα, μονο σταματα




Σαν μωρο εκλαιγε ο Χαμπος σου, Ανατολη μου, με τους ωμους σηκωμενους τα χειλια σουφρωμενα και κεινο το τι εκανα λαθος, γραμμενο στο μετωπο, κι ολο Τολιτσα μου κι Τολιτσα μου ελεγε και γιατι βασιλισσα μου, αφου ελεγες δε θα γερασεις ποτε, γιατι μας αφησες Ανατολη μου ελεγε, ευτυχως προλαβα και σεφερα στο καινουριο σπιτι, σεφερα μα δεν το χαρηκες δεν μας μαγειρεψες άλλο και σου φτιαξα και κουζινα μεγαλη με παγκο…κι όπως σαν μωρο σε περιποιηθηκαν Ανατολη μου και σου διναν χυμο με τη συριγγα να πιεις, ετσι σαν μωρα κλαιγανε κι ο κανακαρης κι η προκομενη σου.


Κι ειμασταν ολοι εκει, ολος ο σουρφετος που τραπεζωσες κυρα Ανατολη, ολοι εκει για σενα ηρθαμε, για το τελευταιο τραταρισμα, με κολυβα σπιτικα και ελιτσες γλυκες σοκολατενιες σαν και σενα. Καλο ταξιδι, βρε Ανατολη με το καλο να συναντησεις τον ταγκουλακο και θανταμωσουμε παλι



9 σχόλια:

faraona είπε...

Ax βρε Ρουλιτσα μου καθε λεξη σου και σαιτια στην ψυχη μου!
Τι ομορφα τα γραφεις οσα γραφεις...σαν ονειρο και παραμυθι ειναι!

πολλα φιλια και να περνας καλα.

A.F.Marx είπε...

Πανέμορφο!
Ύμνος, έπαινος και θρήνος για τις κυρ'Ανατολές όλου του κόσμου.
Μπράβο Ρουλιώ μας

roula karamitrou είπε...

Φχαριστω για τα δωρα συνκολυμβητες, ακριβα
οπως ηταν και η Ανατολη

Να στε καλα να κολυ-μπαμε, κολυ-μπαμε που λεει κι η τρελο Ντοριν :)

Ποντος και Αριστερά είπε...

Πολύ καλό μπράβο!

Πήραμε το θάρρος να το προβάλλουμε από το ιστολόγιό μας.

Ομέρ

roula karamitrou είπε...

Τιμή μου, Ομέρ!
Σευχαριστώ
Καλώς ήρθες στης Ρούλας :)

sarantamilakokkina είπε...

εξαιρετικό...

roula karamitrou είπε...

Να σαι καλά, πουλόπον και λέω να ψάξω και το τραγούδι σου :)
Παένω στο λαγούμι!

sarantamilakokkina είπε...

Ίσως μια εκδοχή του τραγουδιού θα μπορούσε να ήταν και αυτή :

http://www.youtube.com/watch?v=tirHRnPveLE

roula karamitrou είπε...

Άμα κι ξέρει ο άνθρωπος...
αλλά θέλει να μάθει :)
Αμέσως θα προβώ στην αντικατάσταση του, πουλόπον