Πέμπτη, 4 Σεπτεμβρίου 2008

Κάγκελα

Κόντευε. Ερχόταν, το περίμενε. Όπως και χθες θα ταν κι ίδρωνε και τα σφιγγε, τα τριζε… μόνο στη σκέψη και κεινα απαντούσαν.
Το πήρε κι άρχισε να το χώνει στα ούλα της . Πρώτα στα πάνω, μα δεν έφτασε, όπως χτες. Ύστερα και στα κάτω, σφιχτά και με τη γλώσσα της το σπρωξε να πιάσει πάτο, ρίζα να πιάσει. Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη, έτοιμη σαν το Μάικ Τάισον, επί δύο.
Το καμπανάκι χτύπησε..
Άπλωσε τα χέρια να πιάσει τα σχοινιά, το αριστερό κροσέ σκεφτόταν δεν το κατάφερνε και τις φωνές του κόσμου, ρίχτην στο καναβάτσο, κάντην να φτύσει τα δόντια της και τα σφιγγε, τα τριζε και σχοινιά πουθενά. Άπλωσε ξανά τα χέρια, δεξιά αριστερά φωνές, φωνές, παραπάτησε, έπεσε στα γόνατα, φωνές, δεν τις άντεχε. Έκλεισε ταυτιά της, γέλια τώρα, ακούγονταν γέλια, ένα δόντι της έπεσε στο παρκέ, έφτυσε το αίμα και μαζί κι άλλο δόντι κι άλλο κιάλλο, όλα στο παρκέ, σάπια. Ο αντίπαλος δε χρειάστηκε να κάνει τίποτα.
Μόνη με το βαμβάκι στα χέρια
Φτυσιά, δόντι κι αίμα
Το καμπανάκι ξαναχτύπησε, ο αγώνας τέλειωσε. Δόντια, τέλος..
Χωρίς να σηκώσει το κεφάλι , σήκωσε τα χέρια στον αέρα… για τα σχοινιά.


Κάγκελα, ρε μαστόρια!
Φκιάστε κάγκελα και στα κρεβάτια τα ενήλικα
Να χουμε να πιαστούμε



Δεν υπάρχουν σχόλια: