Δευτέρα, 28 Ιουλίου 2008

Άρωμα γυναίκας

Δε μπορεί ρε γαμώτο , δε μπορώ να το χρεωθώ όλο εγώ, δε μπορεί να φταίω και για τα φύλλα που κουνιούνται, ναι τα φύλλα απ την κλαίουσα που ναι λεπτά και πολλά και ξεραίνονται εύκολα και μένα φυσηματάκι ένα λίγο λίγο αεράκι πέφτουν και γιομίζουν την αυλή που λεγε η γιαγιά του Δημητρού κι ανασκουμπωνόταν τη σκούπα και σκούπιζε με μανία να τα διώξει να την καθαρίσει και τον αγροιοκοίταζε το Δημητρό και δεν του χαμογέλαγε κι έπαιρνε και κεινος τη σκούπα τη μικρή να βοηθήσει να το διορθώσουν και μου τολεγε και γελούσε, πως γύρω στα 18 συνειδητοποίησε πως δεν έφταιγε εκείνος για τα φύλλα που πέφταν...πόσο ίδιοι είμασταν στερημένοι από κανάκεμα κι από χάδια λειψοί από αγάπη και μόνοι, κουρασμένοι και κάτι μας έφταιγε πολύ κάτι δεν κόλλαγε κάτι ψάχναμε και συναντηθήκαμε τις ενώσαμε τις μοναξιές και την κούραση και σερωτεύτηκα αχ πόσο... κι αφέθηκα μαζί κι από βραχάκι , τι άκι βράχος ακλόνητος πέτρα συμπαγής, μασίφ έγινα φτερό σακολούθησα στον αέρα γιατί κι εσύ ήσουν μόνος αλλά στον αέρα, φτερό στον άνεμο ήξερες να χορεύεις να γυρίζεις και να πέφτεις και να σηκώνεσαι να γελάς ήξερες και να κάνεις και τους άλλους να γελάνε και μέκανες και γέλασα αχ πόσο γέλασα και στο χρωστώ πολλα σου χρωστώ, γιατί ήταν βαθύ το πηγάδι και μαύρο και κρύο γαμώτο πολύ κρύο, υγρό πάντα και γω να τρίβομαι στα πλαϊνά του για να ζεσταθώ κι αυτό να μαδάει εκείνο το πράσινο το αηδιαστικό το υγρό και να με βάφει ολόκληρη και φορές φορές μετά από μήνες στο πηγάδι απ την πείνα κι απ τη δίψα να το γλείφω αυτό το πράσινο για να χορτάσω και να πιω έστω αυτό το πράσινο, τη μούχλα να πιω και να το τρώω και να με τρώει και να το πίνω και να με καταπίνει ολοπράσινη να γίνομαι απ τον εμετό...να σαι καλά με γλίτωσες τότε κι ούτε του δωσες σημασία του εμετού και με φίλησες με χάιδεψες με κανάκεψες όσο ήμουν ξαπλωμένη και με πήρες και πετάξαμε για λίγο και κει κάπου στον αέρα έγραψες... με τα λόγια σου θα τα πω που τα ψαχνα τις προάλλες προσπαθώντας να βρω που χαθήκαμε τι λάθος έκανα εγώ πάλι και γέμισε η αυλή φύλλα και δε μου φτάνει η σκούπα μου να την καθαρίσω κι είσαι και συ δίπλα και σκουπίζεις με μανία και κουνάς και το δικό μου το χέρι και έλα μου λες θα την καθαρίσουμε κι είναι βουνό τα ξερά βουνό και με πνίγούν κουράστηκα κουράστηκα σου λέω κι όσο σε βλέπω να σκουπίζεις και να ιδρώνεις και να ξεφυσάς τόσο κουράζομαι βουνό βουνό είναι να ερωτεύεσαι ναγαπάς να δίνεσαι να χάνεσαι... να χάνεται το εγώ στο εμείς να σκορπίζεις κομμάτια να γίνεσαι για να βουλώσεις τις τρύπες κι αυτές όλο και να ξεφυτρώνουν και νανοίγουν το στόμα τους να σε καταπιούν...βουνό σου λέω είναι να προσπαθείς ναγαπήσεις γιατί και συ δεν ξέρεις δε σου παν δε σου δειξαν πως και να το λες το γαμημένο αυτό που δεν άκουσες πότέ να το ξεστομίζεις και να ξέρεις πως δε θα μπορέσεις να το πάρεις πίσω ΠΟΤΕ δε θα μπορέσεις... και συ ναναρωτιέσαι, αλήθεια ακόμα αναρωτιέσαι αν είναι έρωτας αυτός γιατί φοβ'ηθηκες να μην ξανακαείς πόνεσε πολύ το ξέρω...πόνεσες τότε το ξέρω, πονάει να καίγεσαι μόνος κι αφήνει πληγές που πρέπει να γλείψεις μόνος και σημάδια που δε σκουπίζονται δε φέυγουν...πονάει ο συνειρμός, μάστορα...πονάει ναγαπάς όπως θέλεις κι όπως ξέρεις... για θέλει δυο η αγάπη, θέλει μαζί κι εγώ βιάστηκα το ξέρω ήμουν πιο διψασμένη και πιο πεινασμένη από σένα, ήθελα πιο πολύ... αλλά δε μπορεί, δε μπορεί ότι ο έττερος ζητήσει ότι ποθεί ότι προσφέρει να ναι αγάπη αλύπητη ναναι αγάπη βίαιη οδοστρωτήρας που τα σαρώνει όλα τα πατάει τα σκοτώνει...πια μωρέ πια σκότωσε τα φύλλα τα ξερά, αφού όλα τα χες κρυμμένα και φυλαγμένα για σένα, γιατί το ζησες εσύ κι είπες δε θέλω να το ξαναζήσω ΠΟΝΑΕΙ και το τανγκό το φύλαξες...το χες χορέψει, εκείνο που ούτε τόλμησα να στο ζητήσω, το τανγκό που δε με κέρασες γιατί φοβήθηκες μη σε πατήσω...θυμάσαι εκείνα τα καρναβάλια που σού πα έλα να προσπαθήσουμε...στα δέκα χρόνια πρέπει να τανε , το καράβι είχε αρχίσει να μπάζει νερά, από τότε, και στο πρώτο στραβοπάτημα, άρχισες να με τραβάς και να μου λες ακολούθα με ακολούθα το βήμα μου κι ούτε άκουσες την ανάσα την πνιγμένη το λαχάνιασμα και την αγωνία και σου άφησα το χέρι και σουπα άσε δεν μπορώ και συ ούτε ρώτησες γιατί, ούτε σου πέρασε απ το μυαλό ότι έτρεχες και συνέχισες να χορεύεις με μιαν άλλη ντάμα έμπειρη γρήγορη, τη μια τη δική σου τη χαμένη την ιδανική, αφού εσύ ήξερες γαμώτο... για δε μου το μαθες για δε με περίμενες...και το κλαψα εκείνο το τανγκό το κλαψα πολύ... κι ακόμα το κλαίω, με ενοχή και ζήλεια και πόθο...κόκκινο είναι το βλέπω.



2 σχόλια:

σεφ γκρέκο είπε...

κάπου κάπως μου θυμίζει το γράμμα μιας Γιωργίας και το 6στιχο τραγούδι του Γκάτσου

μη μου χτυπάς τα μεσάνυχτα τη πόρτα
... άσε να κρατήσω το πόνο συντροφιά

roula karamitrou είπε...

Σεφ μια χαρά στο θύμισε...τι ωραία που τα πε η Γιωργία και μόλις 19
Να σαι καλά που πέρασες:)