Κυριακή, 15 Ιουνίου 2008

Της άρεζε να διαβάζει στο κρεβάτι, κουλουριασμένη με την κουβέρτα ως απάνω στο στόμα της να τη δαγκάνει να τη μυρίζει και τάλλο της το χέρι κάτω απ' το μάγουλό της να το χαϊδεύει και το κρεβάτι στενό, σκληρό το στρώμα και το δωμάτιο κρύο το πιο κρύο του σπιτιού, με δυο παράθυρα και φως πολύ. Την ενοχλούσε το φως, δεν μπορούσε να κοιμηθεί με φως και θόρυβο... Κατέβαζε τα στόρια μέχρι εκεί που δεν έπαιρνε άλλο, ούτε μια γρύλια ανοιχτή, απόλυτο σκοτάδι, μέρα και νύχτα το κανε κι άναβε το μικρό φωτάκι πάνω απ το κεφάλι της, βγάζοντας το χέρι της λίγο έξω απ την κουβέρτα. Πόση ευτυχία αυτό το φωτάκι, με το διακόπτη του τόσο κοντά, τσακ ίσα που έβγαζε το χέρι της μέχρι τον αγκώνα και τάναβε και γρήγορα γρήγορα μες στην κουβέρτα και στο μάγουλο από κάτω...δεν προλάβαινε να κρυώσει και σφήνωνε την κουβέρτα, ανάμεσα λαιμό και πηγούνι και χαμογέλαγε.Για λίγο ανάσκελα με τα μάτια κλειστά και το φωτάκι να τη χτυπάει να μην την αφήσει να κοιμηθεί έπρεπε να διαβάσει, θαρχόταν, να τη δει έπρεπε. Γύριζε στο πλάι και ψαχούλευε το βιβλίο, το κρατούσε εκεί για λίγο κλειστό, κάτω απ την κουβέρτα στο στήθος της τακουμπόυσε...και το φωτάκι να τη χτυπάει στα μάτια.Ήταν έτοιμη τώρα, θα ρχόταν σε λίγο, έτοιμη για να τη δει.Ακουμπούσε τη μια μεριά του βιβλίου στο μάγουλό της κι άφηνε την άλλη μεριά να σταθεί σε γωνία ορθή μπρος τη μύτη της, βαλά ταμ στη μύτη της, το μύριζε το μελάνι και το χαρτί το μύριζε και τόνα χέρι ανάμεσα μάγουλο και μαξιλάρι και τάλλο να κρατάει σφιχτά την κουβέρτα στο στόμα κοντά.Όλες τις δεξιές τις σελίδες έτσι. Τις αριστερές τις διάβαζε πιο εύκολα βγάζοντας δείκτη κι αντίχειρα μόνο, έξω στο κρύο και το μάγουλο νακουμπάει στο σκληρό το εξώφυλλο για να ναι κοντά, κοντά στη μυρωδιά.Περίεργο μάλλον ακούγεται, δύσκολο ίσως ψέμα, μα έτσι ήταν τότε.Πήγε να το κάνει και τώρα να το θυμηθεί, μα δεν τα κατάφερε. Οι λέξεις θόλωναν, να διαβάσει δεν μπορούσε, μα η μυρωδιά ίδια, σαν και τότε. Και τότε ήταν δύσκολο, μα άξιζε τον κόπο για δε μπόραγε το κρύο και την ήθελε τη μυρωδιά, κάτι παλιό μύριζε σίγουρο, κάτι που της έλεγε είμαι εδώ, ακολούθα με, δικό σου είμαι και θα'ρθει και πάντα ερχόταν να τη δει, τι κάνει να δει... και φτάνει πια της έλεγε, θα τα χαλάσεις τα μάτια σου, κράτα το βιβλίο με τα χέρια σου κράτα το, πόσο νοιαζότανε για τα μάτια της, μην τα χαλάσει μόνο.
Χρόνια μετά, μεγάλη πια συνάντησε ένα παιδί. Καθόταν οκλαδόν στη γωνιά του, δεν έπαιζε, μον κράταγε ένα βιβλίο, δικό του, οκλαδόν κλειστό, σχεδόν κουλουριασμένος, με το βιβλίο του στα χέρια του στη γούβα των ποδιών του και το ξεφύλλιζε και κατέβαζε το κεφάλι του και το πλησίαζε το βιβλίο του και το μύριζε, σχεδόν ακουμπούσε τη μύτη του στα φύλλα και ταφηνε να τον χαϊδεύουν και μύριζε κι έπαιζε και χαλάρωνε, ξανά και ξανά.
Δεν ήταν μόνη, ακόμη άρεζε στα παιδούδια το χάδι κι η μυρωδιά απ το μελάνι και το χαρτί του δικού τους βιβλίου.

Δεν υπάρχουν σχόλια: