Κυριακή, 15 Ιουνίου 2008

Κάτι τέτοιες νύχτες γλυκές και ήμερες κοιλοπονάνε τις άγριες μπόρες... Ο Χίμος το πήρε πικρά πικρά...


Ώωχχ ν-όλα τα ντόπια τάϊ πουλιά
βρίσκουν φωλιές και μένουν.
Κι εγώ το ξένο το πουλί δεν έχω πού να μείνω.
Να μείνω σε ψηλό βουνί φοβάμ' απ το χαλάζι,
να μείνω σ'ακροθαλασσιά, φοβάμ'από το κύμα.
Να μείνω και κατακαμπίς, φοβάμ'απ το μαράζι...
Παίρνω τα μαύρα μάτια μου και μαύρες σκίζω στράτες
μαϊδέ ψωμί γλυκόφαγα, μαϊδ'άλλαξά είδα ν'άσπρη
μαϊδε μου γλυκογέλασαν στο δρόμο μου οι περάτες.
Μανούλας δεν αγροίκισα φωνή και κύρη ορμήνια.
Νιαν κόρη δεν εσύντυχα στη βρύση να παγαίνει,
και κρύο νερό δε μο'χυσε τον κουρνιαχτό να πλύνω

Το αντιλάλησαν οι ράχες με τις φωτιές και το τσομπανολόϊ...Το νανούρισαν οι λυγερές οξιές...Το ανάκρουσαν κελαρυστά οι ρεματιές


"Τσιμπούσι στάλώνι του Γερο-Λια"
Γλυκοχάραμα του Λουντέμη

Δεν υπάρχουν σχόλια: