Δευτέρα, 15 Δεκεμβρίου 2008

Κουφό είναι το παιδί

Προσπαθώ μέρες μέρες να θυμηθώ να θυμηθώ πώς ήταν και δεν δε μπορώ το μυαλό μου δεν απαντά , δε θυμάται …θέλω να θυμηθώ να πω για όλες τις χαμένες ευκαιρίες…γιατί, γιατί τόσο παιδεμός ρε μάνα τόσα γιατί ναταφήσαμε χωρίς απάντηση γιατί επαναλαμβανόμενα… ποιος ρωτούσε τότε… και συ ναπαντάς και να προσπαθείς να εξηγήσεις ξανά και ξανά με την πλάτη γυρισμένη στο νεροχύτη… γιατί μαμά τι μου πες πριν δε θυμάμαι… και συ ξανά λόγους λόγους πολλούς, στην αρχή με υπομονή και μετά ανυπόμονα, μα κατάλαβε επιτέλους έτσι κι έτσι έχουν τα πράγματα και γω κουφή να μην ακούω…άλλος ρωτούσε και σάλλον απαντούσες ρε μάνα… και στο τέλος με θυμό με οργή μα επιτέλους κατά πρόσωπο…χίλιες φορές στο είπα θα καταλάβεις θα μεγαλώσεις θα παντρευτείς θα κάνεις παιδιά και θα καταλάβεις…θα με καταλάβεις, θα σου περάσει, δεν έχει γιατί έτσι είναι…έτσι τα βρήκαμε έτσι τα συνεχίζουμε…πορευόμαστε …κι εγώ ξανά γιατί δε μου πες…και στο τέλος πια δε θυμόμουνα, όπως και τώρα δε θυμάμαι αν σε ρώτησα…δε μπορεί αν σε είχα ρωτήσει θα μου δινες απάντηση…δεν μπορεί δεν ήσουν κουφή…μα ποιον ρωτούσα και γω και ποιος απαντούσε… στην αρχή ο νεροχύτης και τα χόρτα μέσα στη γούρνα και λίγο λίγο η πλάτη και μισογυρισμένο το πρόσωπο και τέλος ο θυμός, ο θυμός απαντούσε που ξεχείλιζε …γιατί έτσι είναι …κι ο φόβος έπαιρνε τα λερωμένα ταπλυτα και στο δωμάτιο του, στο καλάθι του κι αυτά να μυρίζουν, όλα τα γιατί ταναπάντητα να μυρίζουν και τα παράθυρα ανοιχτά στο δωμάτιο μόνιμα ανοιχτά να φύγει η μπόχα και να κρυώνω, πολύ να κρυώνω και γιατί πάλι το βράδυ, γιατί δε μου πες, δε θυμάμαι γιατί κρυώνω πες μου εξηγείσαι μου…και σκεπάσου μου λεγες κουβέρτες κι άλλες κιάλλες μου βαζες και μου κλεινες τα παράθυρα και τα στόρια να μη μπάζει και βάλε και το κεφάλι σου μέσα στην κουβέρτα μου λεγες και θα ζεσταθείς …και μύριζε μύριζε…γιατί ρε μάνα μυρίζει γιατί βρωμάει εδώ μέσα κάθε μέρα καθαρίζεις και πλένεις και λαμποκοπάνε όλα μα γιατί μυρίζει μάνα…τα λερωμένα μου μάνα το καλάθι μου…πότε… σε ρώτησα δεν θυμάμαι… πότε θα τα πλύνουμε να μη μυρίζει… ξέχασα να σε ρωτήσω μάνα για το καλάθι μου… πότε…γιατί δεν το πλένουμε…αυριο θα σε ρωτήσω …ξανά στο νεροχύτη…κι άρχισες νανησυχείς τρομοκρατήθηκες…κουφό είναι είπες το παιδί…στο γιατρό πρέπει να το δει γιατρός… του απαντάω και δεν ακούει και με ρωτάει ξανά και ξανά…γιατί, γιατί με ρωτάει …κι άρχισες να με τρέχεις ακουογράμματα εξετάσεις…όλα εντάξει… και ξανάρχισες να εξηγείς περισσότερο όλο και πιο αναλυτικά και θυμωμένα…και κει στο σχολείο το ξεκαθάρισες ακούει, ακούει μα δεν καταλαβαίνει και πήραν σειρά οι αναπτυξιολόγοι κι οι ψυχολόγοι και δεν καταλαβαίνει αποφάνθηκαν…μαθησιακές δυσκολίες σοβαρές…γιατί…γιατί ρε μάνα δε ρωτούσε το μυαλό τότε…γιατί ρε μάνα τις αφήσαμε αναπάντητες τις καρδιές μας δεν τις μάθαμε νακούν και βουβές τώρα βουβές δε μιλάνε…κραυγές μόνο… κραυγάζουν κρύες…θα σε μάθω καρδιά μου θα σε μάθω έστω τώρα…να γράφεις θα σε μάθω…και θα σε ρωτήσω μάνα πάλι θα σε ρωτήσω γιατί , γιατί…γιατί δεν ήξερες να μαγαπάς…ξέροντας πώς ποτέ δε θα μου περάσει, ποτέ δε θα καταλάβω

5 σχόλια:

Δήμητρα είπε...

Κάτι τέτοια είναι που φοβάμαι Ρουλίτα...

aKanonisti είπε...

Αντί για σχόλιο... ένα φιλί....
και ένα χαμόγελο...
:-)

roula karamitrou είπε...

Κόρες...κόρες...πώς θα τα τακτοποιήσουμε δεν ξέρω

Φιλιά πολλά κι από μένα

- είπε...

πολύ όμορφο κείμενο, και αληθινό...
οι μαμάδες είναι η γη και πλένουνε χόρτα
ή γράφουν στον υπολογιστή
ή μακιγιάρονται με τις ώρες
ή τρίβουν τα έπιπλα σα να στρίβουν τσιγαριλίκι
καμιά φορά υπάρχουν. εγώ δεν υπάρχω. κρίμα, δεν έχει γιατί, καθώς το γιατί δεν έχει απάντηση.

roula karamitrou είπε...

Σαν άδικο μακούγεται εκείνο το δεν υπάρχω κυρία μούρη...και με στενοχωρεί