Πέμπτη, 13 Μαρτίου 2008

Ζαχάρω... Ζαχαρούλα...Ρούλα (1)




Ζαχάρω, τρελός παπάς τη βάφτισε, στα δύο. Αυτός ο συνδυασμός ζ,χ,ρ,…τρυπάει τύμπανα, ας είναι καλά το περήφανο «ω» του τέλους που αφήνει μια αίσθηση τσαμπουκά, αλλά δεν ήταν ποτέ της μόδας και εν τέλει δεν σώνει και την κατάσταση.

Ζαχαρούλα, απαίτησε να τη φωνάζουν στα δώδεκα, αψηφώντας, αλοίμονο το πρωτόκολλο του παλατιού που όριζε σεβασμό στα βαφτιστικά ονόματα.. Το ζ,χ,ρ επιμένει. Ακούγεται τραχύ και συγχρόνως γλυκερό, κάτι σαν «πάρτο αλλιώς θα βρεις».Και όλοι το ‘χαν βούκινο και η Ζαχαρούλα κρυφό, δυστυχώς όχι καμάρι, αλλά νταλγκά. Κάτι δεν της πήγαινε, κάτι την ενοχλούσε, αλλά δεν άκουγε καλά τι, δεν καταλάβαινε τι.

Και πέρασαν χρόνια και καιροί, μεγάλωνε η Ζαχαρούλα κι ακόμα δεν άκουγε. Βρε στις καλόγριες, βρε σε γιατρούς, μάταια….

Εκεί γύρω στα τριάντα, έφυγε απ’ την πόλη, για να δουλέψει. Μόνη, μακριά απ’ όλους. Παλάτι, βασίλισσα, από τον αγαπημένο της Σπάνιο διάδοχο, από φίλους και εχθρούς. Τέσσερα χρόνια απόλυτης ησυχίας, να ακούει, μόνο τη φωνή της. Και δόξα τον Πανάγαθο άρχισε να ψιλοακούει το γρατζούνισμα του ζ,χ,ρ, και να φανερώνει δειλά, δειλά στον εαυτό της, ότι δεν το άντεχε πια. Ήθελε να το αλλάξει..., να αποκτήσει ένα όνομα που να της αρέσει και να είναι και εύηχο… αλλά «άλλαι αι βουλαί του Κυρίου»…

Αφέθηκε στο αλλαγμένο, αλλά έτσι κι έτσι «Ρούλα», μετά τα τριάντα πέντε , μια που, αν και έψαξε, φιλότιμα, δεν βρήκε τρελό παπά να τη ξαναβαφτίσει.

Ρούλα, λοιπόν, φευ το καλύτερο, άστο μην τη ψάχνεις δεν έχει σωτηρία.

Θορυβώδη και σκυθρωπά γλυκά και ελαφρά, μα συνάμα άγαρμπα. Έτσι, κάπως, ήταν και η ιδιοκτήτρια των ονομάτων, η πριγκίπισσα Ρούλα. Θορυβωδέστατη, πολλές φορές χωρίς εμφανή λόγο, ίσως από συνήθεια, ίσως, γιατί στο πολύβουο και μονίμως απασχολημένο με κάτι εξαιρετικά σοβαρό, παλάτι, αν δεν κραύγαζες, δεν σε άκουγε κανείς.

Ελαφρά, μπορεί και ελαφριά, γιατί πίστευε και πιστεύει πως η ζωή είναι ωραία και έχει πει, με απόλυτη βεβαιότητα, εντάξει… στα δεκαπέντε, «γκοτζάμ γαϊδούρα» θα ‘λεγε, η βασιλομήτωρ, ότι «εμένα όλοι με αγαπάνε» και καπάκι «εγώ δε λέω μαλακίες» . Η ελαφρότητά της με τα χρόνια, αντί να λιγοστεύει, περίσσευε, μέχρι του σημείου, όντας σαράντα Μαϊων να σκέφτεται να «πει το Δεσπότη, Παναγιώτη» αφ’ εαυτού, χωρίς να έχει χαμπάρι από τη λαϊκή ρήση και να συνειδητοποιεί, ούτε, κατ΄ελάχιστο τις συνέπειες της απόφασής της αυτής.

Γλυκιά και με πλήρη απώλεια της αίσθησης του μέτρου, χιλιάδες φορές είχε ακούσει τη βασίλισσα να μονολογεί, «έχει ένα πρόβλημα με τα μεγέθη αυτό το παιδί», ερωτευμένη μονίμως με το «πολύ». Έτρωγε πολύ, έπινε πολύ, κάπνιζε πολύ, ενθουσιαζόταν πολύ, γελούσε πολύ αγαπούσε πολύ, δούλευε πολύ, απογοητευόταν πολύ, θύμωνε πολύ, φώναζε πολύ, έκλαιγε πολύ. Μικρή έκανε τουμπεκί πολύ, τα τελευταία χρόνια, όμως δεν την προλαβαίναμε. Όχι, όμως όλα μαζί, one at a time,που λένε και οι φίλοι μας οι Άγγλοι.

Δεν ξέρω γιατί, δεν τα άντεχε, δεν τα κατάφερνε όλα μαζί. Δε μπορούσε να ‘χει, βρε αδερφέ, εξαιρετικές επιδόσεις σε όλα μαζί. Η Ρούλα άνηκε σε κείνη την πολυπληθή κατηγορία των superwomen (άντε, βρε, αγόρια τρελά, δώρο, εμείς είμαστε οι ψωνάρες) που θέλουν το πολύ απλό: Να είναι πρώτες στη σειρά. Ξέρετε, εξώφυλλα, συνεντεύξεις, φωτογραφήσεις, όλα αυτά τα απλά και καθημερινά.

Και αφού, για πολλά, πολλά χρόνια δεν έκανε τίποτα, εκτός από τα απαραίτητα για την αυτοσυντήρηση, μη χάσει κι η Βενετιά βελόνι, επειδή δεν ήξερε από πού ν’ αρχίσει για να τα πετύχει όλα, με τη μία και άψογα, έβαλε σε εφαρμογή το plan B: one at a time.Μια το ένα μια το άλλο και φτου κι απ’ την αρχή. Αν δεν το έκανε πολύ, νόμιζε πως δεν το έκανε καθόλου. Όχι μια ίσον καμία, αλλά, ακόμα και αρκετές ίσον καμία. Τι; Μονοκαλλιέργειες και οι επιπτώσεις τους στο περιβάλλον; Χαμπάρι η Ρούλα, εξάλλου ήταν φανατικό παιδί της πόλης.

Τα έκανε, λοιπόν, όλα μέχρι εξαντλήσεως των αποθεμάτων των δικών της και των κοντινών της άλλων. Και μετά όταν πια απόκαμε… πλήγωνε πολύ, όποιον έβρισκε πιο κοντά της, συνηθέστερα τον πιο κοντινό αγαπημένο της εαυτό, που ήταν και ανθεκτικός. Της ήταν τόσο οικείο το αυτομαστίγωμα από τα μικράτα της, ας όψεται η βασίλισσα που της είχε δείξει πολλάκις πώς, αδιαφορώντας για τα δικά της μελανά οπίσθια «αν είναι το παιδί να προκόψει», που και ελλείψει ορατού μαστιγίου, εκείνη γύριζε τον κώλο της, έτοιμη για το προφανές.

Και, μετά έπεφτε, έπεφτε πολύ. Μια πτώση απότομη, ολοκληρωτική, ελεύθερη και κάθε φορά τελειωτική, όπως πίστευε η μικρή, μωρή Ζαχαρούλα. Και χτυπούσε και πονούσε και μελάνιαζε και συνήθιζε… και έκανε σημάδια και έκανε και κάλους, σαν εκείνο τον ένα και πρωταρχικό που είχε από γεννησιμιού της στον εγκέφαλο, γεγονός «γνωστό τοίς πάσι», όπως, ανελλιπώς, της υπενθύμιζε ο εφηβικός της σωματοφύλακας. Και έπεσε μια και δυο και τρεις και χίλιες δεκατρείς

Μέχρι που ξανθιά, τρελή, ζουμερή σαραντάρα η Ρούλα σταμάτησε να πέφτει και άρχιζε να βουλιάζει σε ένα μαύρο, μα όχι τόσο υγρό και κρύο, απύθμενο πηγάδι, ενστερνιζόμενη πλήρως την καθησυχαστική συμβουλή ενός φίλου του παλατιού «Μην ανησυχείς, το κακό δεν έχει πάτο».

Και όντως δεν είχε. Κάθε φορά ήταν σαν την πρώτη φορά, μα και ακόμα βαθύτερα, και, όπως όλες οι ζουμερές σαραντάρες θα συμφωνήσουν, ακόμα καλύτερα. Εκεί που νόμιζε ότι έπιανε πάτο, το συνήθιζε και γλιστρούσε, αργά και χαλαρά, ακόμα πιο κάτω. Δεν έπεφτε πια, γλιστρούσε, βούλιαζε, μικροαστικά και με ασφάλεια. Τώρα πια το ήξερε, δεν θα έκανε τίποτα επαναστατικό με αυτό το πηγάδι, δεν θα το ανατίναζε, δεν θα υπήρχε τελική πτώση. Είχε αρχίσει να το ανέχεται να το συνηθίζει. Κάποιες στιγμές, μέχρι που της άρεσε κιόλας, σκοτεινό, ήσυχο, ασφαλές. Καμιά φορά και ζεστό.

Οι λέξεις φρένα και όπισθεν δεν υπήρχαν στο ρούλειο λεξικό. Όταν, βέβαια, μετά από εξαντλητική σκέψη και σχεδιασμό, η Ρούλα αποφάσιζε, κατά περιόδους, αφού βίωνε μια ακατάσχετη σιελόρροια που καταντούσε ενοχλητική, να δοκιμάσει… να ζήσει και να σταματήσει να παρακολουθεί τους άλλους που ζουν.

Δεν υπάρχουν σχόλια: