Σάββατο, 22 Μαρτίου 2008

« Ε, ΜΑΝΟΥΛΑ;»



«Πότε μαμά, πότε θα πάω και ‘γω στην πρώτη δημοτικού; Πότε θα πάω σαν το Θανάση; Να διαβάζω και να γράφω; Βαρέθηκα στο νηπιαγωγείο, όλο να ζωγραφίζω…Θέλω να γράφω και να διαβάζω σαν το Θανάση.»

Ο Θανάσης έπαιζε λίγο πιο ‘κει και κοιτούσε υπό γωνίαν τη συνομηλία του μικρού του αδερφού, μετά της μητρός τους.

«Του χρόνου Δημήτρη μου, του χρόνου θα πας στην πρώτη. Θα πηγαίνετε, μαζί με το Θανάση στο σχολείο.»…

Ο Θανάσης πλησίασε. Πήγε κατευθείαν στον αδερφό του και τον αγκάλιασε, στοργικά.

«Τον άλλο χρόνο αδερφούλη μου θα πηγαίνουμε μαζί…»

Ο Δημήτρης άνοιξε τις ματάρες του και άκουγε με προσοχή, το μεγάλο αδερφό.

«Θα σηκωνόμαστε το πρωί, χωρίς γκρίνιες, θα ντυνόμαστε τσάκα- τσάκα, η μαμά θα μας ετοιμάζει τα τοστ μας…γιατί η κυρία Χριστίνα πουλάει όλο βλακείες…θα πίνουμε όλο το γάλα μας και θα πηγαίνουμε στο σχολείο. Θα κάνουμε παρέα στα διαλείμματα και όταν χτυπάει το κουδούνι θα ‘ρχόμαστε στο σπίτι, πιασμένοι χεράκι- χεράκι σαν καλά αδελφάκια. Εγώ θα κάνω μάνι- μάνι το μαθηματάκια μου…εσύ θα περιμένεις, λίγο…ήσυχος και μετά θα σε παίρνω και θα σου μαθαίνω να γράφεις και να διαβάζεις…Και η μαμά θα μου δίνει ένα ευρώ τη φορά…Ε, ΜΑΝΟΥΛΑ;»

Δεν υπάρχουν σχόλια: