Κυριακή, 23 Μαρτίου 2008

(4)


Κατά τις έντεκα, αφού πλήρωσε τους δυο καφέδες, το γλυκό, σερβιρισμένο σε σειρά από πάνω προς τα κάτω: γλυκό, χαρτοπετσέτα πιάτο και το νερό με τις μπουρμπουλήθρες, γαμώ τον πολιτισμό σας, γαμώ, πήρε την ανηφόρα για το παλιό κάστρο.

Πέρασε την πρώτη στάση, φάνηκε το ποτάμι και λίγο πιο κάτω η γέφυρα. Επιτάχυνε το βήμα της. Έφτασε. Αριστερά ξεχώριζαν οι σημαίες και τα λάβαρα. Μπήκε στο δρομάκι και περπάτησε κατά μήκος των σπιτιών των δόκιμων ιπποτών. Νέκρα και μούγκα, κήποι χορταριασμένοι, παράθυρα σπασμένα, ψυχή πουθενά.

Το πορτάκι της αυλής! Αυτό είναι, αυτό είναι. Την άκουγε την καρδιά της.

Μαζεύτηκαν και οι τρεις. Μέχρι κι ο πιστολάς ακούμπησε, απαλά το κεφάλι του ν’ ακούσει κι αυτός. Χαμογέλασε, το πρόσωπό της φωτίστηκε, ομόρφυνε..

Εκεί ο ιππότης άκουσε μια φορά απλά, κατανοητικά… ανθρώπινα, τη θλίψη της και τη νοσταλγία της για την ψωροκώσταινα.

Ήταν, ομολογουμένως ωραίος άντρας, ψηλός αγέρωχος, σίγουρος, του πήγαινε και η ιπποτική στολή εξόδου (η επίσημη, δεν ήταν του γούστου της, τής έπεφτε λίγο βαριά με την περικεφαλαία, τα σειρήτια και το ακόντιο) με μάτια και χαμόγελο που δεν περνούν απαρατήρητα, ούτε ξεχνιούνται, γαμώ το κόλλημα σου με το παρελθόν, Ρούλα.

Σε ένα από αυτά τα σπίτια έμενε ο Ser John νεοφερμένος, τότε, δόκιμος ιππότης, τον κρυφοκοίταζε να μπαινοβγαίνει χαμογελαστός, με τη γυναίκα του να ακολουθεί θλιμμένη, έτσι έμοιαζε, αν και δεν την ήξερε καλά, κρατώντας εκείνο το εκπληκτικό μωρό τους με τα βαθιά μπλε μάτια…

Έλα, Ρούλα, κοίτα κατ΄αλλού, θα μπλέξουμε πάλι!

Το σκηνικό απαράλλαχτο και κατ΄αλλού. Το οικοτροφείο και οι αίθουσες προσομοίωσης των μαχών των junior ιπποτών κλειστές κι αυτές. Οι μικροί ιππότες άφαντοι. Το παρκάκι, που κυνήγησε τον αρχηγό των μικρών ιπποτών, όταν της ξέφυγε από την ομάδα, επειδή είχε βρει ένα στιλέτο μες στην τσάντα του, βουβό.

Πόση αγωνία να τρέχει ξοπίσω από το βουρκωμένο αρχηγό και τι αγαλλίαση, όταν τον έπιασε και λύθηκαν κι δυο αγκαλιασμένοι με κλάματα. Ο πιστολάς είχε βρει το μάστορά του, τότε. Μικροί θυμωμένοι ιππότες μου, πόσο θέλατε να σας κυνηγήσουν.

Να ‘στε καλά θρασίμια μου! Σας έχω, μαζί.

Πέρασε την κεντρική πύλη, δυο βοηθοί ιπποτών δούλευαν, ευτυχώς δεν ήταν γνώριμοι, δεν ήθελε συναντήσεις, ούτε ερωτήσεις. Δεν ήταν καλή στα ψέματα. Γιατί έπρεπε να πει ψέματα, μην εκθέσει και το χριστιανό.

Αχ, βρε Ρουλιώ, ειλικρινής, πάντα by the book!

Ακριβώς σαν τη βασίλισσα. «Το λέει ξεκάθαρα, διαβάστε δυνατά για να το θυμάστε!» είχε πει και στους δύο, ανοίγοντας το βασιλικό λεξικό.

Η Ζαχάρω και ο δεύτερος στη σειρά έττερος πρίγκιπας, μικρά τότε, αν και δυσκολεύτηκαν, κατάφεραν να διαβάσουν εν χορώ. «Ειλικρίνεια είναι να απαντάς, σε όποιον σε ρωτάει, ότι και να σε ρωτάει, όποια ώρα και να σε ρωτάει, λέγοντας την πάσα αλήθεια, χωρίς περιστροφές».

Αχ, ρε μάνα. Μαμά μου, μαμά μου! Αυτό δεν είναι ειλικρίνεια… ξεβράκωμα είναι.

Υπήρχε, βέβαια, το δρομάκι της μισής αλήθειας, που τελευταία, εντελώς, τυχαία…(να ‘χαμε να λέγαμε Ρούλα, η γιατρός να΄ναι καλά), το είχε δει και άρχισε να το διαβαίνει δειλά, δειλά, αλλά η φωνή της που ρετάριζε, πίστευε ότι την πρόδιδε.

Μπήκε και στο θυσιαστήριο να κάνει το καθιερωμένο τάμα, όσων έχουν χρηματίσει, έστω και δόκιμοι βοηθοί ιπποτών. Προσκύνησε στο βωμό, ευχαριστώντας ,για τα τότε και για τα τώρα κι άφησε το παλιό κάστρο.

Δεν υπάρχουν σχόλια: