Τετάρτη, 12 Μαρτίου 2008

ENO

Καλοκαίρι του ’74.

Τα μπάνια του λαού διακόπτονται, μέχρι νεωτέρας.

Τα λυόμενα σπίτια του αναντάν μπαμπαντάν επινείου της Κομοτηνής εγκαταλείπονται. Άρον, άρον.
Μόνο οι τρεις γαλανόλευκες των πρώτων σπιτιών, μένουν να κοιτούν τη θάλασσα.

9 η ώρα στον κεντρικό τουρκομαχαλά της Κομοτηνής.
Τα δυο όργανα με τα όπλα παρά πόδας, κάθονται στο τοιχάκι του πάρκου, κάτω από τη λάμπα.

Από απέναντι με το κεφάλι σκυμμένο και βήμα ταχύ…τόσο, όσο να μην κινεί υποψίες, κινείται απείθαρχο αγόρι με κοντό παντελονάκι… κρατώντας κάτι στο χέρι του.

«Ε, ψιτ, εσύ!» του φωνάζουν τα όργανα και σηκώνονται.

Στέκεται, το παιδί.

«Γιααα, έλα εδώ!»

Περνάει, αργά το καλντερίμι και στέκεται προσοχή μπρος τους, κοιτώντας τις σαγιονάρες του.

«Τιιι δουλειά έχεις τέτοια ώρα στο δρόμο;»

«ΕΝΟ» απαντάει το παιδί.
Ίσα που ακούστηκε.

«Τι λες, μωρέ, μίλα καθαρά. Ελληνικά.»

«ΕΝΟ…χάπι…» είπε πιο αποφασιστικά το παιδί.

«Χάπι, τι χάπι, μωρέ βραδιάτικα; Σήκωσε το κεφάλι και πες δυνατά και καθαρά που πας, γιατί θα θυμώσω. Κατάλαβες;»

Σηκώνει το παιδί το κεφάλι.
Το τύφλωσε το φως της λάμπας.

Βάζει το χέρι του στο μέτωπο, σαν σε στρατιωτικό χαιρετισμό… Όπως έκανε στη θάλασσα…όταν προσπαθούσε να δει τους γλάρους και το τύφλωνε ο ήλιος .

«Τείος πολύ έφαγε…ντολμάδες, πολύ τεία μαγείρεψε…τείος πολύ έφαγε…ΕΝΟ, είπε… χάπι τα πάρω περίπτερο…Να, δες, λεφτά…ΕΝΟ ΧΑΠΙ…ΣΤΟΜΑΧΙ ΠΟΛΥ ΠΟΝΑΕΙ!» φώναξε το παιδί στο τέλος.

«Καλά, βρε, τζάνεμ» είπε το όργανο, «μη φωνάζεις, σ’ ακούσαμε» και του χάιδεψε το κεφάλι.

«Πες βρε τσοτζούμ, τι τάξη πας;»

«Τε…Τε…Τευτέρα…» είπε με κοφτές ανάσες το παιδί, κοιτώντας πάλι τις σαγιονάρες του.

«Κοτζαμάν λεβέντης…Άντε σταμάτα…σταμάτα. Πήγαινε, πήγαινε τσοτζούμ…Σταμάτα, σταμάτα, βρε…οι λεβέντες δεν κλαίνε…»





Δεν υπάρχουν σχόλια: