Πέμπτη 13 Μαρτίου 2008

Τρίτη 4.3.2008,


Ρίτα Δε Μουνοιάζη : «Oι τράπεζες να ‘ναι καλά»

-Τι κάνεις; τη ρώτησε η καθαρίστρια στο γραφείο.
-Περιμένω να τελειώσει η μέρα, είπε η Ρίτα Δε Μουνοιάζη με αναστεναγμό.
Κοίταξε το ολοκαίνουριο κινητό της να δει την ώρα. 7 και σήμερα, γαμώτο. Αν μου δώσει ακόμα μια διόρθωση θα χάσω τις ειδήσεις των 8. Θα μείνω από ενημέρωση. Να μην ξέρω πως πήγε το χρηματιστήριο σήμερα;

Ευτυχώς δεν της έδωσε τίποτα, άλλο να αλλάξει.
Πήρε, λοιπόν, η «Δε μου νοιάζει» την τσάντα της (12 άτοκες δόσεις), το κινητό της ( + 150 ευρώ με την επιδότηση), φόρεσε το δερμάτινό της( 10 άτοκες δόσεις), σκούπισε τη σκόνη από τις μπότες της ( 10 άτοκες δόσεις), χαιρέτησε την εταιρική αγαπημένη της οικογένεια και βγήκε στον αέρα.

«Ω, ρε μπόχα, η θάλασσα και σήμερα! Τι μας περιμένει πάλι το καλοκαίρι.»

Ευτυχώς το καινούριο της αυτοκινητάκι( 72 άτοκες δόσεις) έχει και αιρ κοντίσιον.

«Γρήγορα μέσα δεν αντέχεται η μπόχα.»

Άνοιξε ηλεκτρομαγνητικά, φόρεσε τη ζώνη και το χαντς φρι της, τίποτα από αυτά δεν είχε πληρώσει, ήταν γενναιόδωρες αυτές οι νέες επιχειρήσεις και έβαλε μπρος για το σπίτι. Ολοκαίνουριο, δυτικά, μύριζε και κει λίγο η θάλασσα και τα εργοστάσια, αλλά σε πολύ καλή τιμή και 35 χρόνια, μόνο στεγαστικό δάνειο.
«Αχ, μωρούλι μου, κληρονόμε μου στα 35 σου θα το ‘χεις το δικό σου σπίτι. Άρχοντας θα είσαι. Θα θέλει, βέβαια κάποιες επισκευές αλλά δε μου νοιάζει οι τράπεζες να ‘ναι καλά. Ένα επισκευαστικούλι κι όξω απ’ την πόρτα.»

Γι’ αυτό ήθελε να δει το χρηματιστήριο. Μετοχές δεν είχε, αλλά οι τράπεζες έπρεπε να ‘ναι καλά για να ‘ναι και η Ρίτα Δε Μουνοιάζη και ο Νίκος Αρχιδιαπού και ο κληρονόμος τους καλά. Να ζουν σαν άνθρωποι!

Πάρκαρε στην πυλωτή. Γρήγορα, άνετα, ανθρώπινα.

Μπήκε στην είσοδο της πολυκατοικίας και κατευθύνθηκε προς τα γραμματοκιβώτια να πάρει την αλληλογραφία τους. Τίνγκα το γραμματοκιβώτιο.

Τράβηξε πρώτα τα διαφημιστικά που ξεχείλιζαν. Έπιπλα, αναλώσιμα για τον υπολογιστή, ένα φυλλάδιο μόνο με λέξεις (πως θα πουλήσεις καλό μου μόνο με λέξεις, χωρίς ούτε μια φωτογραφία), σάντουιτς, πίτσες. Τα χώσε στην τσάντα της. Ξεκλείδωσε το γραμματοκιβώτιο. Κύριος Αρχιδιαπού ασφάλεια, Κυρία Δε Μουνοιάζη Ασφάλεια, Κύριος Αρχιδιαπού κάρτα, Κυρία Δε Μουνοιάζη κάρτα, Κυρία Δε Μουνοιάζη κινητό, Κύριος Αρχιδιαπού κινητό, Κύριος Αρχιδιαπού- Κυρία Δε Μουνοιάζη στεγαστικό δάνειο!

Της ήρθε κόλπος της Ρίτας. Κι αυτός ο Νίκος! Ποτέ δεν άνοιγε το γραμματοκιβώτιο. Πάντα εκείνη έπρεπε να μαζεύει τις λυπητερές.

Anyway! Ζούσαν, όμως σαν άνθρωποι!

Πάτησε το κουμπί του ασανσέρ.
Ευτυχώς θα έμπαινε το δεκαπενθήμερο της, αύριο, έστω καθυστερημένα. 450 αυτή 400 ο Νίκος, θα τσοντάρανε και οι γονείς θα το ‘βγάζαν το πρώτο μισό του μήνα. Άρχισε να κάνει υπολογισμούς η Ρίτα.

Μπήκε στο ασανσέρ. Πάτησε τον τρίτο. Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. Κλεφτά.
Οι μαύροι κύκλοι της είχαν παρακατέβει, μαζί με τη ρίζα στο μαλί. Ευτυχώς είναι Τετάρτη αύριο. Θυμήθηκε τη γιαγιά της.
«Ήρθ’ ο Τέταρτος πάει ο βδόμαδος κορίτσι μου». Τελειώνει, που ‘χει τον ατέλειωτο, ρε γιαγιά, η γαμωβδομάδα…

Ούτε να το σκέφτεσαι για κομμωτήριο με τόσους λογαριασμούς. Άλλωστε δεν είμαστε για πουθενά. Ύπνο, τηλεόραση και ευτυχώς θα πάμε στη μαμά το Σάββατο να πάρουμε και το μωρούλι μου. Θα μας κάνει και το τραπέζι την Κυριακή, που θα πάμε να τον αφήσουμε τον κληρονόμο, να βγούμε και λίγο από το σπίτι.

Έγειρε το κεφάλι της στον καθρέφτη και κοίταξε τις ολοκαίνουριες μπότες της η Ρίτα.

Το ασανσέρ σταμάτησε.
Σκούντηξε την πόρτα. Τζίφος!
Ξανά. Τζίφος και πάλι.
Μα τι συμβαίνει; Γιατί δεν ανοίγει η γαμημένη. Προχτές πληρώσαμε την κωλοσυντήρηση.
Ξαναπάτησε το κουμπί του τρίτου. Ξανά και ξανά.
Μουλαρωμένο, ακούνητο το γκλαμουράτο ολοκαίνουριο ασανσέρ.
Την πατήσαμε!

Άρχισε να φουντώνει η Ρίτα, κοκκίνησε την έπιασε κρύος ιδρώτας κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. Απόγνωση.

Άρχισε να χτυπάει την πόρτα και να φωνάζει «Βοήθεια. Έχω κλειστεί στο ασανσέρ. Βοήθεια» Να φωνάζει. Δυνατά. Να ουρλιάζει και να κλαίει. Με λυγμούς.

-Ρίτα εσύ είσαι; ακούστηκε σε λίγο ο Νίκος
-Βγάλε με από δω. Κάνε κάτι, γαμώτο του απάντησε με κλάματα και φωνές η Ρίτα.
-Ρίτα, σταμάτα. Ξεσήκωσες την πολυκατοικία. Άκουσέ με… Έχουμε διακοπή ρεύματος. Θα πάρω την πυροσβεστική. Οι γαμημένοι οι Δεητζήδες απεργούν για το ασφαλιστικό. Εμείς, μαλάκες είμαστε που πληρώνουμε τα κέρατά μας τα δίφορα στις ασφάλειές μας, μπας και δούμε άσπρη μέρα στα γεράματα. Έχει και το Λαζόπουλο σε λίγο… Ρίτα, Ρίτα… είσαι καλά… μ’ακούς;

Μόνο οι λυγμοί της ακούστηκαν από το πάτωμα του ασανσέρ.

-Έλα, μη με νευριάζεις κι άλλο…Τι χαζά είναι αυτά; Μην κάνεις σαν μωρό. Σταμάτα να κλαις. Θα ‘ρθουν. Ψυχραιμία.

Συνέχισε να κλαίει και δεν απάντησε η Ρίτα.
Άνοιξε το φως ασφαλείας του ασανσέρ.
Πήρε ανάσα η Ρίτα.

-Πάω να πάρω την πυροσβεστική και έρχομαι, της είπε ο Νίκος.
Ξανάρθε σε πέντε λεπτά.
-Έρχονται σε λίγο μου είπαν. Είσαι καλά;
-Θα διαβάσω κάτι φυλλάδια διαφημιστικά. Θα περάσει η ώρα. Πήγαινε του είπε η Ρίτα.

Έβγαλε τα φυλλάδια από την ολοκαίνουρια τσάντα της.
Σταμάτησε σε κείνο με τις λέξεις…


…«Δεν έχει θέση το δάκρυ στον κόσμο μας. Όπως δεν έχουν θέση ο φόβος και ο θυμός και το νοιάξιμο και η αγωνία και οι φωνές και οι κραυγές και οι λυγμοί και το πνίξιμο και το λάθος και η συγγνώμη και η απογοήτευση και η αποτυχία και το ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΩ ΑΛΛΟ ΚΟΥΡΑΣΤΗΚΑ ΝΑ ΠΡΟΣΠΟΙΟΎΜΑΙ. ΚΟΥΡΑΣΤΗΚΑ ΝΑ ΚΡΥΒΟΜΑΙ.

Δεν είναι CHIC. Δεν είναι ψύχραιμα όλα αυτά. Δεν είναι ενήλικα. Δεν είναι αρκούντως ψεύτικα. Δεν είναι ανεκτά. Χαλούν την εικόνα. ΚΑΤΑΝΟΗΤΟ;
Είναι πολύ αυθόρμητα. Πολύ παιδικά. Πολύ αληθινά. Δεν ταιριάζουν σε ενήλικες Είναι ασυγχώρητα. Θα αντιμετωπιστούν κατά πως τους αξίζει. Χωρίς έλεος στους ταραξίες. Στους επίμονους. Στους παραδοσιακούς που θέλουν ακόμα να μιλάν και να βλέπουν τον άλλο στα μάτια, ίσως ελπίζοντας να δουν το δάκρυ να κυλήσει για να το χαίδέψουν…να το μοιραστούν. ΝΑ ΣΥΓΚΙΝΗΘΟΥΝ. ΝΑ ΖΗΣΟΥΝ ΜΑΖΙ.

No mercy στους αδιόρθωτους! Μην τους ακούτε. Απομονώστε τους. Διώξτε τους. Πατήστε τους. Για να μάθουν να είναι αδύναμοι, εξαρτημένοι, να φυτρώνουν εκεί που δεν τους σπέρνει, να νοιάζονται να φανερώνονται. Να είναι, ακόμα παιδιά που απορούν με τους μεγάλους που μπορούν;;; να προστατεύουν τους εαυτούς τους.
ΑΛΗΘΕΙΑ, ΠΩΣ ΜΠΟΡΕΊΤΕ; ΠΩΣ ΑΝΤΕΧΕΤΕ; ΠΩΣ ΠΡΟΣΤΑΤΕΥΕΤΕ ΤΟΥΣ ΕΑΥΤΟΥΣ ΣΑΣ; ΠΩΣ ΤΑ ΚΑΤΑΦΕΡΝΕΤΕ MONOI;
ΠΩΣ ΤΑ ΚΑΤΑΦΕΡΝΕΤΕ;
ΝΑ ΜΙΛΑΤΕ ΚΑΙ ΝΑ ΜΗΝ ΒΛΕΠΕΣΤΕ;»


..........................................................................Η Ρημάδα (1)



Ήρθε το ρεύμα πριν την πυροσβεστική. Απεγκλωβίστηκε η Ρίτα, προς στιγμήν.

Πέταξε τις μπότες της και το δερμάτινό της μπαίνοντας στο χωλ. Κοίταξε τα διαφημιστικά που κρατούσε στο χέρι της, ακόμα. Κατευθύνθηκε προς τον κάδο της κουζίνας. Τα πέταξε. Ξαναείδε αυτό με τις λέξεις. Πάνω, πάνω. Το πήρε και το πήγε στο χωλ. Στην ολοκαίνουρια τσάντα της. Μαζί με τις οφειλές της.

Παρήγγειλαν τα βραδινά τους σάντουιτς. Έπιασε και η Ρίτα το καναπεδάκι της, μπροστά στην τηλεόραση. Ευτυχώς δεν έχασαν το Λαζόπουλο.

Γέλασαν πολύ με τη Ρούλα, τον Αλβανό της και με το Πάγκαλο που φυσούσε θορυβωδώς τη μύξα του.

Δεν υπάρχουν σχόλια: