Σάββατο, 15 Μαρτίου 2008

«Γαμώ τη μάνα σου, γαμώ»

Τσικνοπέμπτη 8 το βράδυ, στη στάση για το σπίτι.

Ντυμένη το σύνηθες.
«Κέφια γιοκ».

Γιαγιά και μαμά έρχονται απ΄τον απέναντι δρόμο. Η μια σέρνοντας τον άξιο λατίνο μαχητή και τελευταία, νομάρχη ΖΟΡΟ και η άλλη ένα μέλος της έκπτωτης βασιλικής οικογένειας… μάλλον την πριγκίπισσα της νύχτας.
Ιδρωμένα, κουρασμένα, νυσταγμένα και τα δυο.

Η γιαγιά στη μέση του δρόμου αρπάζει το ΖΟΡΟ και το ξίφος του αγκαλιά.
Τα αυτοκίνητα από το προηγούμενο φανάρι έχουν ξεκινήσει.

Η μαμά σέρνει, την κατά τι, μεγαλύτερη πριγκιπέσσα και τρέχουν προς το πεζοδρόμιο. Η γιαγιά με το ΖΟΡΟ πιάνουν ξεφυσώντας παγκάκι…

…Η πριγκιπέσσα πατάει το φουστάνι της και πέφτει στη λακούβα με τα νερά, μπροστά στο πεζοδρόμιο. Της φεύγει το καπέλο της, το χέρι της μαμάς της, της φεύγουν τα μπαλόνια και η πριγκιπική μαγκιά και τα κλάματα.

Έκπτωτη, ξανά. Σε δευτερόλεπτα η πριγκιπέσσα.
Ταλαιπωρημένη, πονεμένη και απαρηγόρητη.

Η γιαγιά σφίγγει με αγωνία το ΖΟΡΟ στην αγκαλιά της…κάνει να σηκωθεί, να βοηθήσει.

Η μαμά αρπάζει την πριγκιπέσσα την ανεβάζει σερνόμενη στο πεζοδρόμιο και τη χτυπάει στο κεφάλι με τα μπαλόνια.
«Για τίποτα δεν είσαι…για τίποτα, γαμώ τη μάνα σου, γαμώ…ένα κάρο λεφτά δώσαμε για τη στολή για πέταμα την κατάντησες»

ΤΖΜΠΟΥΦ! ΤΖΜΠΟΥΦ! ΤΖΜΠΟΥΦ! Τριπλό τελειωτικό χτύπημα με τα μπαλόνια.

«Δε σ’αντέχω…σε βαρέθηκα, γαμώ τη μάνα σου, γαμώ.»

Η γιαγιά έκλεισε τα μάτια έσφιξε τον άφωνο ΖΟΡΟ και κοίταξε, κατ’αλλού.

«Άντε και του χρόνου! Κολομπίνα…ΜΑΜΑΑ…σαν να σου στένεψε η στολή της μάνας…του χρόνου κολομπίνα!»

Δεν υπάρχουν σχόλια: